
Μου αρέσει πολύ να διαβάζω ψυχολογία. Μου αρέσει τόσο πολύ που έχω σκεφτεί να σπουδάσω αυτή την επιστήμη για να μπορώ να βοηθήσω εμένα, τους ανθρώπους που αγαπώ αλλά και τα παιδιά που θα συναντήσω τα επόμενα χρόνια. Πολλές φορές διαβάζω φράσεις που με αγγίζουν και όπως όλοι κάνουμε πάντα όταν διαβάζουμε κάτι γενικό, το ειδικεύουμε στα δικά μας βιώματα.
Μιλώντας για αυτές τις γενικές φράσεις έχω παρατηρήσει σε πολλές από αυτές ένα μοτίβο που με έκανε να αναρωτηθώ αυτό που έγραψα σαν τίτλο. Το μοτίβο αυτό είναι η προσπέραση. Το να προσπαθούμε αφού βιώσουμε ένα πρόβλημα, μια απώλεια, μια αδικία, έναν μονόπλευρο έρωτα, κάτι το οποίο δεν είναι στο χέρι μας να διαχειριστούμε, να το αφήνουμε πίσω προσπερνώντας το. Και η απορία μου, πέρα από το πόσα πράγματα αντέχουμε να προσπεράσουμε, είναι και το πως συνεχίζεις μετά από τόσες προσπεράσεις; Γιατί από το κάθε τι, εφόσον αφορά ανθρώπους που αγαπάς ή/και αγαπούσες, θα κουβαλάς πάντα ένα κομμάτι του μέσα σου. Κι άλλο ένα κομμάτι, κι ακόμη ένα και θα μαζευτούν τόσα κομμάτια που θα πρέπει να γίνουν τι;
Να τα σακουλιάσεις όλα και να τα βάλεις σε ένα φάκελο «αναμνήσεις» ώστε να ανατρέχεις εκεί όταν κάτι παρόμοιο σου συμβαίνει; Να τα ενώσεις παρόλο που μπορεί να είναι παντελώς ανόμοια και να υπάρξει ένα ετερογενές μείγμα μέσα σου; Να ζήσεις με αυτά κουβαλώντας τα σαν βάρος; Κάτι άλλο που δεν έχω σκεφτεί ίσως; Και άντε κάνεις κάτι από αυτά ή και όλα ανά περίπτωση, πόσες φορές μπορείς να το κάνεις; Πόσες προσπεράσεις μπορεί η ψυχή σου να μεταβολήσει; Γιατί και να μιλήσεις για αυτές και να τις βιώσεις και να ξεσπάσεις τέλος πάντων με όποιον τρόπο βολεύει τον καθένα και την καθεμία, κάποια στιγμή έρχεται ο κορεσμός ή η κούραση. Πόση ψυχική ανθεκτικότητα να αποκτήσεις ώστε να συνεχίζεις πάντα;
Φθαρτοί είμαστε κι εμείς όπως φθαρτά είναι και τα πράγματα γύρω μας, πολλές φορές και τα συναισθήματα, αλλά όχι πάντα. Και όσο συνεχίζουμε τις προσπεράσεις αντί να πηγαίνουμε ομαλά και ήρεμα στο δρόμο μας γιατί αυτό θέλουμε, να είμαστε γινόμαστε άλλοι, επικίνδυνοι-αν το συγκρίνουμε με το ποιοι ήμασταν ή θα θέλαμε να είμαστε-θα έλεγα. Κι έτσι αλλάζουμε προσπέραση με την προσπέραση πολλές φορές μη συνειδητοποιώντας τι έχουμε γίνει κι όσο αυτό συνεχίζει, το κάθε αμάξι μας φαίνεται και πιο εύκολο και ίσως υποτιμήσουμε και την νταλίκα αφού έχουμε γίνει έμπειροι στις προσπεράσεις.
Θα έρθει όμως με μαθηματική ακρίβεια το σημείο όπου κάτι θα μας σταματήσει και δυστυχώς θα είναι, εκ των πραγμάτων, βίαιο. Και τότε ίσως γυρίσουμε μέσα μας να κοιτάξουμε τι έχουμε αφήσει πίσω, πόσο πίσω και τι κουβαλάμε στη ψυχή μας ακόμη. Γιατί είμαι σίγουρος πως δεν είμαστε γεννημένοι να κάνουμε προσπεράσεις αλλά να πηγαίνουμε ο καθένας στο δικό του ρυθμό, σε δρόμους και μονοπάτια που αισθανόμαστε ασφάλεια και εμείς και οι συνοδοιπόροι μας. Και αυτή η ασφάλεια δεν είναι εύκολο να διατηρηθεί γιατί σίγουρα θα βρεθούν εμπόδια και η προσπέραση από μόνη της σαν πράξη δεν μας κάνει καλύτερους οδηγούς. Αν βρω κάποια λύση θα σας ξαναγράψω. Αν βρείτε εσείς, σας παρακαλώ να τη μοιραστείτε μαζί μου.
Αν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα άρθρα μου, πατήστε εδώ.















