Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΠΟΛΥΠΕΤΡΟΥ Κεφάλαιο 2ο

Πολυκράτης Παντσίδης Avatar
Κοινοποίηση Facebook X

“ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΝΤΣΙΑΔΗΣ — ο άνθρωπος που έδωσε ψυχή και ταυτότητα στον Μακεδονικό Πολυπέτρου ”

Γράφει ο Πολυκράτης Παντσίδης

Ο Μακεδονικός Πολυπέτρου δεν είναι απλώς μια ποδοσφαιρική ομάδα. Είναι κομμάτι της ιστορίας και της ψυχής του τόπου. Σε χρόνια δύσκολα, όπου η καθημερινότητα ήταν γεμάτη στερήσεις και αγώνες, το ποδόσφαιρο έγινε διέξοδος, ελπίδα και σημείο αναφοράς για τη νεολαία του χωριού.

Στο παρόν κεφάλαιο ξεδιπλώνεται η πορεία του Γιώργου Τσιντσιάδη, ενός ανθρώπου που δεν υπήρξε μόνο ποδοσφαιριστής, αλλά ο άνθρωπος που έδωσε όραμα και προοπτική στην ομάδα, που την οργάνωσε, τη στήριξε και της έδωσε ταυτότητα. 

Το όνομά του ταυτίστηκε με τον Μακεδονικό Πολυπέτρου και έμεινε ανεξίτηλο στον χρόνο, όπως μένουν οι άνθρωποι που δεν πέρασαν απλώς από τον τόπο τους, αλλά άφησαν πάνω του το αποτύπωμα τους. 

 

« Από τον αγώνα για επιβίωση στους αγώνες της ζωής και του γηπέδου »

Ο Γιώργος Τσιντσιάδης γεννήθηκε στο Πολύπετρο το 1933, σε μια οικογένεια προσφύγων με ρίζες στο Κίζδερβεντ και Φούλατζικ της Μικράς Ασίας. Ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Βασιλείου Τσιντσιάδη και της Μαρίας Συμεωνίδου. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου η μνήμη της χαμένης πατρίδας δεν ήταν απλώς ιστορία, αλλά μια πληγή που παρέμενε ζωντανή.

Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από τη δύσκολη εποχή της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η στέρηση και η ανασφάλεια ήταν μέρος της καθημερινότητας. Το 1946, όμως, ήρθε το πιο βαρύ χτύπημα: ο πατέρας του έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του μια οικογένεια που έπρεπε να παλέψει μόνη της για να σταθεί στα πόδια της.

Ο Γιώργος ήταν τότε μόλις δεκατριών ετών. Από πολύ νωρίς ένιωσε πως έπρεπε να μεγαλώσει πριν την ώρα του. Και πολύ σύντομα η ζωή τον οδήγησε μακριά από το χωριό.

 

« Μελιτέας Παπαφείου »

Τον Σεπτέμβριο του 1947, μόλις δεκατεσσάρων ετών, αποχαιρετά το Πολύπετρο. Αφήνει πίσω τη μάνα και τα αδέλφια του και φεύγει για τη Θεσσαλονίκη, ως τρόφιμος στο Παπάφειο Ορφανοτροφείο. Εκεί θα μάθει την τέχνη του μηχανουργού , μια δουλειά σκληρή, όπως και τα χρόνια που τον μεγάλωσαν.

Μέσα στην αυστηρή καθημερινότητα του ιδρύματος υπήρχε όμως και μια μικρή διέξοδος, το ποδόσφαιρο. Στα γήπεδα του Παπαφείου, με τη φανέλα του Μελιτέα Παπαφείου, ο νεαρός Γιώργος γνώρισε τη μαγεία της μπάλας. Το ταλέντο του δεν άργησε να φανεί, στα δεκαέξι του χρόνια ήταν ήδη βασικός στην ομάδα.

Δίπλα του στάθηκε ο προπονητής Μίμης Σιδηρόπουλος, παλιός ποδοσφαιριστής του Ηρακλή, που διέκρινε νωρίς τις δυνατότητές του και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει.

Για τον Γιώργο το ποδόσφαιρο δεν ήταν απλώς παιχνίδι. Ήταν μια διέξοδος, μια ελπίδα, ένας ακόμη αγώνας, αυτή τη φορά όχι μόνο για την επιβίωση, αλλά και για το όνειρο.

 

« ΠΑΟΚ »

 Το 1952, στα δεκαεννιά του χρόνια και λίγο πριν αφήσει πίσω του το Παπάφειο, ο Γιώργος Τσιντσιάδης ήταν ήδη γνωστό όνομα στους ποδοσφαιρικούς κύκλους της Θεσσαλονίκης. 

 «Έπαιζα με πείσμα και ψυχή. Διέθετα δύναμη, όποιος τζαρτζαριζόταν μαζί μου έπεφτε. Και είχα αντοχή, δεν κουραζόμουν. Επίσης αν και δεν ήμουν ψηλός είχα μεγάλο άλμα και έβαζα πολλά γκολ με κεφαλιά. Χρησιμοποιούσα και τα δυο μου πόδια το ίδιο καλά και το κεφάλι. Είχα ευθύβολο και γερό σουτ. Έπαιζα στη θέση του σέντερ μπακ».

Και τότε ήρθε η μεγάλη στιγμή. Τον κάλεσε ο ΠΑΟΚ.

Πήγε για δοκιμή στο γήπεδο της ομάδας, που τότε βρισκόταν στον χώρο του Πανεπιστημίου, πάνω από την πλατεία Σιντριβανίου. Τις προπονήσεις παρακολουθούσε ο Αυστριακός προπονητής Βίλλυ Σέφτσικ, μια σημαντική μορφή του ποδοσφαίρου της εποχής και παλιός ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ από τη δεκαετία του 1930.

«Δεν είχα καθόλου άγχος», θυμόταν ο ίδιος. «Παρότι έπαιζα δίπλα σε μεγάλα ονόματα του ΠΑΟΚ, στο διπλό που έγινε για να με δοκιμάσουν έκανα το παιχνίδι της ζωής μου. Έπαιξα καλά και έβαλα γκολ με κεφαλιά. Με είπαν να πάω ξανά στην επόμενη προπόνηση. Πήγα και στο τέλος ένας παράγοντας με πλησίασε: Έλα, σε θέλει ο προπονητής, μου είπε. Τον πλησίασα. Με ρώτησε το όνομά μου και την ηλικία μου. Με χάιδεψε το κεφάλι μου και μου είπε: Από σήμερα είσαι παίκτης του ΠΑΟΚ». 

Από το ορφανοτροφείο στο γήπεδο του ΠΑΟΚ. Ήταν η στιγμή που ένας καινούργιος δρόμος πολλά υποσχόμενος του ανοιγόταν. 

« Αντί στον ΠΑΟΚ, στον Μακεδονικό » 

Την επόμενη μέρα στο Παπάφειο, ο Γιώργος έκανε ένα λάθος που θα τον σημάδευε. Αντί να μιλήσει πρώτα στον προπονητή του, είπε τα ευχάριστα νέα στον εκπαιδευτή του στο μηχανουργείο. Έναν άνθρωπο που ήταν και παράγοντας του Μακεδονικού Νεαπόλεως.

  • Όχι. Θα πας στον Μακεδονικό, του είπε.

«Ήμουν Αρειανός και Παναθηναϊκός. Το μεγάλο μου όνειρο ήταν να φορέσω τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδος. Χρήματα τότε δεν βγάζαμε από την μπάλα. Το ποδόσφαιρο για μας ήταν χόμπι. Έτσι, εύκολα επηρεάστηκα. Ήμουν ακόμη παιδί. Έτσι, αντί να πάω στην επόμενη προπόνηση του ΠΑΟΚ, βρέθηκα στα γραφεία του Μακεδονικού και υπέγραψα δελτίο. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Ανήκα ήδη στον Μελιτέα. Ενήργησα χωρίς την συγκατάθεση της ομάδας μου. Όταν το έμαθαν, θύμωσαν, προσέφυγαν στην Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Με τιμώρησαν για δυο χρόνια.»

Δύο χρόνια μακριά από το γήπεδο. Για ένα παιδί που ζούσε για την μπάλα, ήταν σαν να του έκοβαν την ανάσα της ζωής του. 

« Από το γήπεδο στο μηχανουργείο »

Η ζωή όμως δεν περίμενε τον νεαρό Γιώργο. Έπιασε δουλειά στο μηχανουργείο του Τσαούσογλου και για περίπου τρία χρόνια, ως το 1954. Η καθημερινότητά του γέμισε ξανά με φωτιά, σίδερο και τον θόρυβο των μηχανών, μακριά από το χειροκρότημα των γηπέδων.

Κι όμως, η μπάλα δεν έφυγε ποτέ από τη ζωή του. Όποτε έβρισκε χρόνο, αγωνιζόταν περιστασιακά σε μικρότερες ομάδες της Θεσσαλονίκης που τον καλούσαν να βοηθήσει. 

« Επιστροφή στο χωριό 1955 – οργάνωση ποδοσφαιρικής ομάδας »

Όταν τελείωσε η συνεργασία του με το μηχανουργείο, ο Γιώργος γύρισε στο Πολύπετρο. Εκεί οργανώνει την τοπική ομάδα, τον Κεραυνό Πολυπέτρου,  όχι για τη δόξα, αλλά για την παρέα, για το χωριό του, για την ψυχή του.

Θυμόταν ο ίδιος: «Βρήκα την ομάδα που έφτιαξαν οι αδελφοί Γραμματικού. Επειδή όμως είχαν αποσυρθεί το τελευταίο χρόνο, η ομάδα ήταν σχεδόν υπό διάλυση, αλλά τα παιδιά είχαν δύναμη, πάθος και καρδιά. Όμως δεν γνώριζαν την τεχνική ούτε τους κανονισμούς. Το οφσάιντ τους φαινόταν ακατανόητο. Δυσκολευόταν να κοντρολάρουν την μπάλα, και να δίνουν καλές πάσες. Όλα αυτά τα είχα μάθει εγώ στο Μελιτέα, και ένιωθα πως ήταν χρέος μου να τους τα μεταδώσω. Είχαμε μια σπάνια συνεργασία. Ήμουν συνεργάσιμος και υπομονετικός και όλοι με άκουγαν. Το γήπεδο ήταν στο πάρκο του χωριού, έτσι λέγαμε τότε τον κοινόχρηστο χώρο όπου σήμερα στέκει η κοινότητα και το ηρώο. Ήμουν ταυτόχρονα παίκτης, προπονητής και πολλές φορές διαιτητής για να κρατώ την τάξη και το παιχνίδι δίκαιο.»

« Οι ποδοσφαιριστές » 

Όταν ο Γιώργος επέστρεψε στο Πολύπετρο, η ομάδα ενισχύθηκε και από τους φίλους του συγχωριανούς που κατέβαιναν από τη Θεσσαλονίκη για να αγωνιστούν. Ήταν παίκτες της ομάδας «Θεσσαλονίκη», με εμπειρία και ποδοσφαιρική παιδεία που ξεχώριζε στο γήπεδο.

Ήταν οι, Λευτέρης Πιπιλακίδης, Αλέξανδρος Πετρίδης και Πλάτων Ταλιχμανίδης. Τρεις ποδοσφαιριστές ολοκληρωμένοι, που έδιναν ρυθμό, ποιότητα και σιγουριά στο παιχνίδι της ομάδας. Με την παρουσία τους, η αλάνα – γήπεδο του χωριού αποκτούσε αέρα μεγάλης ποδοσφαιρικής σκηνής. 

 

Ο Λευτέρης Πιπιλακίδης, μεσοεπιθετικός, ντελικάτος αλλά επικίνδυνος, με την ικανότητα να τριπλάρει τον αντίπαλο και να ξεκινά φάσεις που κατέληγαν σε γκολ. Υπήρξε ποδοσφαιριστής του Αριστοτέλη Καλαμαριάς και της «Θεσσαλονίκης». 

 

Ο Αλέξανδρος Πετρίδης, με το προσωνύμιο «Μέγας» λόγω του ονόματός του, αλλά και του ύψους του. Σέντερ μπακ απροσπέλαστος, που κάλυπτε την άμυνα σαν τοίχος και μπορούσε να μετατραπεί σε ασταμάτητο φορ. Υπήρξε ποδοσφαιριστής του Αριστοτέλη Καλαμαριάς και της ομάδας «Θεσσαλονίκη». 

 

Ο Πλάτων Ταλιχμανίδης, μαέστρος της ντρίπλας, που άφηνε αντιπάλους πίσω του με ένα απαλό άγγιγμα της μπάλας. Διέθετε όλα τα προσόντα ενός χαρισματικού ποδοσφαιριστή. Υπήρξε ποδοσφαιριστής της ομάδας «Θεσσαλονίκη».

 

Την ομάδα συμπλήρωσαν και νέοι παίκτες όπως οι: Ήλκος Σωτήρης, Μαυρουδής Ιορδάνης, Χειμωνίδης Κοσμάς, Τσακρακίδης Στράτος, Ζαρφειάδης Λάμπρος, Ζαρφειάδης Χρήστος, Πιπιλακίδης Όμηρος του Ηλία, Θεοφίλου Στέλιος, Μπεκτασιάδης Βασίλης του Αναστάση, Μπεκτασιάδης  Ακίνδυνος, Οργαντζής Αναστάσης, Ναλμπάντης Λάζαρος, Βουδύρης Κώστας. 

Όλοι με δύναμη στα πόδια, αντοχή στην καρδιά και πάθος στο παιχνίδι. 

Αυτό το πλούσιο δυναμικό ο Γιώργος Τσιντσιάδης δεν το άφησε ανεκμετάλλευτο. Μεθοδικά και με υπομονή, έδεσε την ομάδα σε ένα δημιουργικό σύνολο. Από την άμυνα μέχρι τα χαφ, από τις πτέρυγες ως την επίθεση, οι γραμμές λειτουργούσαν σαν ένα σώμα.

Κάθε πάσα, κάθε ντρίπλα και κάθε κεφαλιά είχε σκοπό. Το παιχνίδι τους είχε ρυθμό, ένταση και συνοχή. Μπορούσαν να βγάλουν δύο αγώνες στη σειρά χωρίς να λυγίσουν, κρατώντας τον ρυθμό ψηλά μέχρι το τελευταίο σφύριγμα.  

 

 

 

« Έναρξη φιλικών αγώνων »

Μόλις συγκροτήθηκε η ομάδα, άρχισαν οι φιλικοί αγώνες με τα γύρω χωριά. Παρότι δεν υπήρχε οργανωμένο πρόγραμμα προπονήσεων, η έλλειψη συστηματικής προετοιμασίας δεν εμπόδισε τις πρώτες νίκες.

Η ομάδα σύντομα επικράτησε των γειτονικών χωριών, δημιουργώντας κύμα ενθουσιασμού στο Πολύπετρο. Κάθε αγώνας γινόταν γεγονός που κινητοποιούσε τη νεολαία και δημιουργούσε ενθουσιασμό στο χωριό. 

Ακόμη και άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας δεν έλειπαν ποτέ από τα παιχνίδια. Ακολουθούσαν την ομάδα παντού. Ανάμεσά τους ο Λάζαρος Πεχλιβάνης, ο Νίκος Μισίρκος, Ο Πέτρος Τζούλης και ο Θεόδωρος Γώγος, ένθερμοι υποστηρικτές που έδιναν τον δικό τους παλμό στην «κερκίδα».

Με τις φωνές, τα πειράγματα και τις μυθικές ατάκες τους στη ντοπιολαλιά τους, άλλοτε αυστηρές κι άλλοτε γεμάτες χιούμορ, έδιναν ζωή στο παιχνίδι, γίνονταν ο 12ος παίκτης της ομάδας. 

Ανάμεσα στις πιο ζωντανές αναμνήσεις του Γιώργου ξεχωρίζει το πρώτο παιχνίδι με το πανίσχυρο τότε Βαλτοτόπι. Η αντίπαλη ομάδα ήταν δυνατή και υπολογίσιμη, όμως ο Κεραυνός κατάφερε να τη νικήσει μέσα στην έδρα της με 3–1. Η νίκη αυτή όχι μόνο ενίσχυσε τη φήμη τους, αλλά γέμισε τους παίκτες και το χωριό με περηφάνια και ενθουσιασμό. 

« Παράγοντες »

Πίσω από την ομάδα υπήρχαν πάντα άνθρωποι που τη στήριζαν.  Ως παράγοντες την ομάδα συνόδευαν την περίοδο εκείνη οι:  Βασίλης Αθανασιάδης, Δημήτρης Μητσόπουλος —γραμματέας της κοινότητας—, Ευστράτιος Ναλμπάντης του Γεωργίου, Ιορδάνης Πιπιλακίδης και ο δάσκαλος Δημήτριος Χατζηβασιλείου.

« Νέα ποδοσφαιρική ενδυμασία »

Την περίοδο εκείνη πρόεδρος της κοινότητας ήταν ο Νίκος Μπεκτασιάδης (1956). Με πρωτοβουλία των παικτών ζητήθηκε από την κοινότητα να βοηθήσει την ομάδα να αποκτήσει επίσημη ποδοσφαιρική εμφάνιση. 

Ο πρόεδρος, μαζί με τον Γιώργο Τσιντσιάδη, μετέβησαν στη Νομαρχία Κιλκίς, όπου κατάφεραν να εξασφαλίσουν επιχορήγηση από τον νομάρχη για την αγορά της.  Για μια μικρή ομάδα χωριού, η βοήθεια αυτή ήταν σημαντική και άνοιγε τον δρόμο για μια πιο οργανωμένη παρουσία στο γήπεδο.

Ακολούθησε μετάβαση στη Θεσσαλονίκη, με επικεφαλής τον Γιώργο Τσιντσιάδη. Από κατάστημα αθλητικών ειδών στην οδό Βαλαωρίτου, αγόρασαν δεκατέσσερις πλήρεις ποδοσφαιρικές στολές, ( φανέλα, σορτσάκι και ποδοσφαιρικά παπούτσια) καθώς και δύο μπάλες, από τις κλασικές δερμάτινες με κορδόνι.

Οι φανέλες ήταν πράσινες και λευκές με κάθετες ρίγες και συνδυάζονταν με λευκό σορτσάκι. Τα χρώματα θύμιζαν την εμφάνιση του Μακεδονικός Νεάπολης, μιας ομάδας που αποτελούσε ποδοσφαιρική αναφορά για τον Γιώργο.

Η στιγμή που οι παίκτες φόρεσαν για πρώτη φορά τις νέες φανέλες ήταν ξεχωριστή. Η ομάδα απέκτησε ενιαία εμφάνιση και ταυτότητα. Η στολή έγινε σύμβολο περηφάνιας  για τους παίκτες, για τους φιλάθλους και για ολόκληρο το Πολύπετρο. 

 

« Μετονομασία της ομάδας – 1956 – από Κεραυνός Πολυπέτρου σε Μακεδονικός Πολυπέτρου »

Το 1956 σημειώθηκε μια σημαντική καμπή στην ιστορία της ομάδας. Ο μέχρι τότε Κεραυνός Πολυπέτρου θα αποκτούσε ένα νέο όνομα. Ένα όνομα που θα συνόδευε την πορεία του για τα επόμενα χρόνια έως και σήμερα.

Ο Γιώργος Τσιντσιάδης θυμάται πως η ιδέα γεννήθηκε αμέσως μετά την επιστροφή τους από τη Θεσσαλονίκη με τις νέες στολές. Οι παίκτες ήταν γεμάτοι ενθουσιασμό και περηφάνια.

«Τότε πρότεινα στους συμπαίκτες μου να ονομάσουμε την ομάδα μας “Μακεδονικός”. Τους είπα πως Κεραυνός λεγόταν ήδη η ομάδα του γειτονικού χωριού Φυλιριά και πως το χωριό μας βρίσκεται στην καρδιά της Μακεδονία. Γι’ αυτό πίστευα ότι το όνομα ταίριαζε καλύτερα στην ομάδα μας.

Να μην το κρύψω όμως… ρόλο έπαιξε και το συναίσθημα. Ήμουν δεμένος με τον Μακεδονικό Νεάπολης, όπου είχα υπογράψει δελτίο χωρίς τελικά να αγωνιστώ. Γι’ αυτό και πρότεινα τα χρώματα της ομάδας να είναι άσπρο και πράσινο».

Η πρόταση έγινε ομόφωνα δεκτή. Έτσι, ο «Κεραυνός Πολυπέτρου» μετονομάστηκε σε Μακεδονικός Πολυπέτρου.

Το νέο όνομα, μαζί με τα πράσινα και λευκά χρώματα της φανέλας, έδωσε στην ομάδα μια νέα ταυτότητα. Μια ταυτότητα που ξεπερνούσε τα στενά όρια του χωριού και την συνέδεε με ολόκληρη τη μακεδονική γη. 

« Το “Σπίτι Παιδιού” »

Το 1957 η ομάδα δέχθηκε μια σημαντική ενίσχυση από το νεοϊδρυθέν στο χωριό ίδρυμα της Βασιλικής Πρόνοιας, το λεγόμενο «Σπίτι Παιδιού». Η αρχηγός του ιδρύματος, η Φωτούλα (Τούλα) Λαμπρινοπούλου, βλέποντας τον ενθουσιασμό και την προσπάθεια των νεαρών ποδοσφαιριστών, στάθηκε αρωγός στην προσπάθειά τους.

Με πρωτοβουλία της προσφέρθηκε στην ομάδα του Μακεδονικού Πολυπέτρου μία ακόμη πλήρης ποδοσφαιρική στολή, καθώς και δύο μπάλες. Για τα δεδομένα ενός μικρού χωριού της εποχής, η προσφορά αυτή είχε ιδιαίτερη αξία.

Η ομάδα βρέθηκε πλέον να διαθέτει δύο εμφανίσεις. Γεγονός σπάνιο για τις τοπικές ομάδες εκείνων των χρόνων. Πέρα όμως από τον εξοπλισμό, η στήριξη αυτή είχε και βαθύτερη σημασία: οι παίκτες ένιωθαν πως το χωριό και οι άνθρωποί του στέκονταν έμπρακτα δίπλα τους.

Το «Σπίτι Παιδιού» παρέμεινε αρωγός της ομάδας και τα επόμενα χρόνια, με όλες τις διευθύντριες που πέρασαν από το ίδρυμα να στηρίζουν την προσπάθεια των νέων του χωριού. 

 

« Δημιουργία του γηπέδου »

Το 1957 αποτέλεσε σημείο καμπής και σε επίπεδο υποδομών για την ομάδα και το χωριό. Με την έλευση του δασκάλου Δημητρίου Χατζηβασιλείου γεννήθηκε η ιδέα να δημιουργηθεί ένας οργανωμένος αγωνιστικός χώρος, στη θέση όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα το γήπεδο του Μακεδονικού Πολυπέτρου.

Την πρόταση του δασκάλου αποδέχθηκε το κοινοτικό συμβούλιο Πολυπέτρου, με πρόεδρο τον Αναστάση Ναλμπάντη του Δημητρίου, το οποίο παραχώρησε τον απαραίτητο χώρο. Μια χέρσα έκταση βοσκοτοπιού στο βορειοδυτικό άκρο του οικισμού.

 

Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια πραγματικά συλλογική προσπάθεια. Με προσωπική εργασία, εθελοντική διάθεση και τη συμμετοχή πολλών κατοίκων, ο χώρος καθαρίστηκε από θάμνους και βάτα, ισοπεδώθηκε και οριοθετήθηκε. Έτσι το Πολύπετρο απέκτησε ένα οργανωμένο γήπεδο. Έναν χώρο που παραμένει μέχρι σήμερα στο ίδιο σημείο, έχοντας δεχθεί κατά καιρούς παρεμβάσεις βελτίωσης, διατηρώντας πάντοτε τον χαρακτήρα ενός γηπέδου κοινοτικού, δεμένου με τη ζωή και την ιστορία του χωριού.

 

« Ο Γιώργος Τσιντσιάδης στις ομάδες της Γουμένισσας »

 

(1957) Η μεταγραφή στον Άρη Γουμένισσας  

Το 1957, σε μια περίοδο που ο Γιώργος Τσιντσιάδης ήταν ήδη αρραβωνιασμένος με τη μελλοντική σύζυγό του Λόλα, η ποδοσφαιρική του πορεία πήρε μια απρόσμενη τροπή.

Ήταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα Πέμπτης. Στο καινούργιο, ακόμη μισοτελειωμένο γήπεδο του Πολυπέτρου, η ομάδα προπονούνταν μέσα στη σκόνη και τις φωνές των παικτών. Από το δρόμο (Γκουμέντσα πατ)  που οδηγούσε προς τη Γουμένισσα περνούσε εκείνη την ώρα με το φορτηγό του ο Χριστάκης Μιχάλης (Μπαϊγκάνος), μεταφέροντας τούβλα για το σπίτι του Νίκου Μπεκτασιάδη.

Γουμενισσιώτης και παράγοντας του Άρη Γουμένισσας, σταμάτησε για λίγο στην άκρη του δρόμου. Έμεινε να παρακολουθεί την προπόνηση. Δεν χρειάστηκε πολλή ώρα, ανάμεσα στους παίκτες ξεχώρισε αμέσως έναν. Ήταν ο Τσιντσιάδης.  

Όταν επέστρεψε στη Γουμένισσα, πήγε κατευθείαν στον πρόεδρο της ομάδας, τον Φωτιάδη Χαράλαμπο (Λάμπο), υπάλληλο τότε του Ταμείου Γουμένισσας. Με ενθουσιασμό του είπε:
«Βρήκα έναν παίκτη στο Πολύπετρο. Να πάμε να τον πάρουμε. Την Κυριακή με τον Ολυμπιακό Πολυκάστρου θα νικήσουμε σίγουρα».

Την επόμενη κιόλας μέρα, Παρασκευή, βρέθηκαν στο Πολύπετρο. Η συνάντηση έγινε στο καφενείο του Άνθιμου Μπεκτασιάδη. Η πρόταση ήταν σαφής: 500 δραχμές , ποσό σημαντικό για την εποχή. Ο Τσιντσιάδης αποδέχθηκε.

Τότε παρενέβη ο συγχωριανός του Λάζαρος Πεχλιβάνης, θερμός υποστηρικτής της ομάδας,  θέτοντας έναν όρο: «Αν δεν στείλετε λεωφορείο να έρθουμε να τον δούμε να παίζει, δεν τον παίρνετε».

Ο όρος έγινε δεκτός. Την Κυριακή λεωφορείο ξεκίνησε από το Πολύπετρο για τη Γουμένισσα. Συγχωριανοί ανέβηκαν για να δουν τον δικό τους άνθρωπο να αγωνίζεται. Ο αγώνας τελείωσε 1–0 υπέρ του Άρη, και η εμφάνιση του Τσιντσιάδη επιβεβαίωσε τις προσδοκίες.

Και όταν στον επόμενο αγώνα, στο Πολύκαστρο, η ομάδα πέτυχε άλλη μια νίκη, ο ενθουσιασμός του κόσμου έγινε ακόμη μεγαλύτερος. Όπως θυμόταν αργότερα ο ίδιος ο Τσιντσιάδης:
«Με έκαναν Θεό στη Γουμένισσα».

Μετά τη νίκη, η χαρά απλώθηκε στην πλατεία της Γουμένισσας. Ο κόσμος μαζεύτηκε, οι φωνές και τα γέλια γέμισαν τον χώρο και το γλέντι άναψε. Στην συνέχεια οι ποδοσφαιριστές φιλοξενήθηκαν στο εστιατόριο του ξενοδοχείου του Ηλία Σαμαρά, όπου η βραδιά συνεχίστηκε με τραγούδια και κεράσματα για πολλές ώρες.

Η μεταγραφή εκείνη δεν ήταν μόνο μια ποδοσφαιρική μετακίνηση. Ήταν ένα μικρό τοπικό γεγονός. Κέρδισε, με το ταλέντο και τον χαρακτήρα του, την εκτίμηση ολόκληρης της περιοχής.

 

« Η πρόσκληση και η διάψευση – Το μεγάλο όνειρο εγκαταλείπεται »

Το 1958, ενώ αγωνιζόταν ακόμη στη Γουμένισσα, μια νέα προοπτική φάνηκε να τον φέρνει ξανά κοντά στο παλιό όνειρο της Θεσσαλονίκης.

Στην ομάδα έφτασε ως προπονητής ο Δημήτρης Ναζιρίδης, ποδοσφαιριστής του Μακεδονικού Νεάπολης. Στην πρώτη τους προπόνηση γνωρίστηκαν και ο Γιώργος Τσιντσιάδης του αφηγήθηκε την παλιά ιστορία με τον Μακεδονικό, εξηγώντας πως η τιμωρία του είχε πλέον λήξει.

Την επόμενη κιόλας μέρα, ο Άρης Γουμένισσας νίκησε σε φιλικό τον Θρίαμβο Ακροπόλεως με 2–1. Η εμφάνιση του Τσιντσιάδη εντυπωσίασε τον Ναζιρίδη. Λίγες ημέρες αργότερα, ύστερα από συνεννόηση του Ναζιρίδη με τους παράγοντες του Μακεδονικού, έγινε το τηλεφώνημα που φαινόταν να ανοίγει ξανά την πόρτα της μεγάλης ευκαιρίας: να κατέβει στη Θεσσαλονίκη και να βρίσκεται το πρωί της Κυριακής στο Καραβάν Σαράι Θεσσαλονίκης, ώστε να συμμετάσχει στην αποστολή για φιλικό αγώνα με τον Πιερικό στην Κατερίνη.

Κατέβηκε από το Σάββατο στη Θεσσαλονίκη και διανυκτέρευσε στο φούρνο του συγχωριανού του Αλέκου Πετρίδη. Η νύχτα κύλησε γεμάτη προσμονή. Έμοιαζε σαν να βρισκόταν ένα βήμα πριν από την επιστροφή στο όνειρο.

Όμως το επόμενο πρωί όλα ανατράπηκαν. Ενημερώθηκε ξαφνικά πως τελικά δεν θα ακολουθούσε την αποστολή.

Το γεγονός το θεώρησε βαριά προσβολή. Ένιωσε πως τον κορόιδεψαν. Χωρίς να ζητήσει εξηγήσεις, γύρισε σιωπηλός πίσω στο χωριό.

Από εκείνη τη στιγμή, η επιθυμία του να κυνηγήσει τις μεγάλες ομάδες άρχισε να σβήνει. Το όνειρο της Θεσσαλονίκης δεν χάθηκε από αδυναμία. Χάθηκε από πίκρα. 

 

« 1958–1959 Ανάμεσα σε Άρη Γουμένισσας και Πάϊκο Γουμένισσας »

Με τη λήξη του πρωταθλήματος της περιόδου 1957–58 με τον Άρη Γουμένισσας, η φήμη του Γιώργου Τσιντσιάδη είχε πλέον απλωθεί σε όλη τη Γουμένισσα. Η δυναμική και σταθερή του παρουσία στη θέση του σέντερ μπακ τον έκανε περιζήτητο και από τη δεύτερη ομάδα της πόλης, τον Πάϊκο Γουμένισσας. Έτσι βρέθηκε στο επίκεντρο μιας άτυπης ποδοσφαιρικής «διαμάχης» ανάμεσα στα δύο σωματεία. Μιας αντιπαράθεσης που συζητιόταν ζωηρά στα καφενεία και στις γειτονιές της πόλης.

Χαρακτηριστικό περιστατικό εκείνης της εποχής ήταν το παιχνίδι που έγινε στο πανηγύρι της Γουμένισσας το 1958, ανάμεσα στον Άρη και το Πάϊκο. Ο Τσιντσιάδης αγωνίστηκε και με τις δύο ομάδες: ένα ημίχρονο με τον Άρη και ένα με τον Πάϊκο. Κι όμως, η μέρα δεν τελείωσε εκεί. Μετά τον αγώνα πήρε τον δρόμο με τα πόδια για τα Ρύζια Κιλκίς, όπου γινόταν άλλο πανηγύρι, για να συναντήσει την αρραβωνιαστικιά του, τη Λόλα. Μια μικρή σκηνή που αποτυπώνει τη ζωντάνια αλλά και την απλότητα της εποχής.

« Η μεταγραφή στο Πάϊκο »

Η μεταγραφή του στον Πάϊκο δεν άργησε να πάρει τον δρόμο της. Ένα κυριακάτικο πρωινό του Αυγούστου του 1958, έφτασαν στο Πολύπετρο, με ταξί του Γιώργου Πρωϊτσάκη, ο έμπορος ενδυμάτων Θανάσης Λιάπης και ο πρόεδρος της ομάδας Παναγιώτης Κατσιγιάννης, δασάρχης της Γουμένισσας. Η πρότασή τους ήταν ξεκάθαρη: 2.000 δραχμές για να αφήσει τον Άρη και να φορέσει τη φανέλα του Πάϊκου.

Για τα δεδομένα της εποχής το ποσό ήταν σημαντικό. Ο Τσιντσιάδης αποδέχθηκε την πρόταση και τη σεζόν 1958–59 αγωνίστηκε με τα χρώματα του Πάϊκου, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην ποδοσφαιρική του διαδρομή.

Τα χρήματα εκείνα τα κράτησε προσεκτικά. Όπως θυμόταν αργότερα: «Ήταν πολλά λεφτά, με αυτά παντρεύτηκα».

Στο Πάϊκο τον πρόσεχαν ιδιαίτερα. Για να μην υπάρξει περίπτωση να τον διεκδικήσει ξανά ο Άρης, τον μετέφεραν συχνά με ταξί από και προς το Πολύπετρο Κιλκίς.

Συνολικά αγωνίστηκε δύο χρόνια στις ομάδες της Γουμένισσας (1957–58 και 1958–59), πάντα βασικός στο κέντρο της άμυνας. Για κάθε νίκη λάμβανε πριμ από 500 έως 1.000 δραχμές. Με τα χρήματα που συγκέντρωσε κατάφερε το 1958 να ανοίξει μπακάλικο στο χωριό του, βάζοντας έτσι τα θεμέλια της επαγγελματικής του ζωής.

Στο γήπεδο ξεχώριζε για τη δύναμη αλλά και την πονηριά του παιχνιδιού του. Όταν αντιμετώπιζε ψηλότερους αντιπάλους, χρησιμοποιούσε μικρά τεχνάσματα για να κερδίσει τη θέση στον αέρα,  ακόμη και πατώντας διακριτικά το πόδι τους πριν από τη διεκδίκηση της κεφαλιάς. Οι αντίπαλοι διαμαρτύρονταν, όμως το ποδόσφαιρο εκείνων των χρόνων ήταν πιο σκληρό και οι διαιτητές συχνά έδειχναν μεγαλύτερη ανοχή.

Η διετία αυτή δεν αποτέλεσε μόνο την κορύφωση της ποδοσφαιρικής του παρουσίας στη Γουμένισσα. Ήταν και η περίοδος που του επέτρεψε να σταθεί οικονομικά στα πόδια του και να ανοίξει τον δρόμο για τη δική του οικογενειακή και επαγγελματική ζωή. 

 

« Ο γάμος και η νέα αρχή »

Τον Απρίλιο του 1958 ο Γιώργος Τσιντσιάδης παντρεύεται τη Δωροθέα (Λόλα) Χατζηβασιλείου, αδελφή του δάσκαλου στο Πολύπετρο Δημήτρη Χατζηβασιλείου από τα Ρύζια, ανοίγοντας ένα νέο και ουσιαστικό κεφάλαιο στη ζωή του. Η ζωή του αρχίζει σιγά-σιγά να παίρνει άλλη κατεύθυνση, πιο σταθερή, πιο οικογενειακή.

Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ανοίγει παντοπωλείο στο Πολύπετρο, το οποίο διατηρεί έως το 1961.

Το 1961 μετακομίζει στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, όπου συνεχίζει την επαγγελματική του δραστηριότητα ανοίγοντας νέο παντοπωλείο. 

Η ζωή του πλέον αλλάζει ρυθμό. Το ποδόσφαιρο μένει βαθιά χαραγμένο στην καρδιά του, όμως προτεραιότητα παίρνουν η οικογένεια και οι επαγγελματικές ευθύνες.

Το 1963 η τύχη τού χαμογελά: κερδίζει το λαϊκό λαχείο, γεγονός που του δίνει μια σημαντική οικονομική ανάσα και νέες προοπτικές.

Επεκτείνει το επαγγελματικό του ενδιαφέρον και στον χώρο της οικοδομής, συνεργαζόμενος για περίπου τρία χρόνια με εργολάβους της περιοχής. Το 1965 μετακομίζει στη Μενεμένη Θεσσαλονίκης και ανοίγει κατάστημα ηλεκτρικών συσκευών στην περιοχή Επτάλοφος Θεσσαλονίκης, το οποίο θα διατηρήσει μέχρι τη συνταξιοδότησή του.

Η πορεία του Γιώργου Τσιντσιάδη, από τα δύσκολα χρόνια της επιβίωσης έως τις χαρές του γηπέδου, δεν αποτελεί μόνο μια προσωπική διαδρομή. Είναι η ιστορία μιας γενιάς που πάλεψε, δημιούργησε και άφησε το αποτύπωμά της. Μια παρακαταθήκη που παραμένει ζωντανή στον χρόνο. 

Σημείωση

Το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος της καταγραφής της Ιστορίας της ποδοσφαιρικής ομάδας Πολυπέτρου «Μακεδονικός» και θα συμπεριληφθεί στο υπό έκδοση βιβλίο του Πολυκράτη Παντσίδη.

Φωτογραφίες: Φωτογραφικό Αρχείο Πολυκράτη Παντσίδη

Κοινοποίηση Facebook X
Κατηγορία:

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑΑΡΧΕΙΟ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑΑΡΧΕΙΟ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ