Οι Νερόμυλοι του Πλατανορέματος Πολυπέτρου

Του Πολυκράτη Παντσίδη
Στην περιοχή του Πλατανορέματος, στο Πολύπετρο, διασώζονται έως σήμερα, σε ερειπωμένη πλέον κατάσταση, τα κατάλοιπα δύο παλαιών νερόμυλων, γνωστών ως «Πάνω Μύλος» και «Κάτω Μύλος». Τα ερείπια αυτά αποτελούν σιωπηλούς μάρτυρες μιας εποχής κατά την οποία το νερό και η ανθρώπινη εργασία συγκροτούσαν τον βασικό πυρήνα της αγροτικής ζωής. Οι νερόμυλοι δεν αποτελούν μόνο τεχνικά έργα του παρελθόντος, αλλά και σημαντικά τεκμήρια της ιστορικής μνήμης και της τοπικής ταυτότητας του Πολυπέτρου.
Οι δύο νερόμυλοι υπήρχαν πριν συγκροτηθεί το χωριό, πριν δηλαδή τα 1880-1885. Ήδη από την Τουρκοκρατίας, οι μύλοι λειτουργούσαν ως μέρος του τσιφλικιού του Σαλή Μπέη. Στο αγρόκτημα αυτό ζούσαν και εργάζονταν από κοινού χριστιανοί και μουσουλμάνοι κολίγοι, καλλιεργώντας τη γη και χρησιμοποιώντας τους μύλους για την άλεση των σιτηρών τους. Το αγρόκτημα ήταν γνωστό με τις ονομασίες «Κοσίνοβο» ή «Ικιζλέρ» και βρισκόταν περίπου πεντακόσια μέτρα ανατολικά του σημερινού Πολυπέτρου, αποτελώντας τον αρχικό πυρήνα ζωής της περιοχής.
Περί το 1870, με την αποχώρηση του Σαλή Μπέη, το αγρόκτημα μαζί με τους νερόμυλους πουλήθηκε, γεγονός που οδήγησε στην εγκατάλειψη του οικισμού από τους κατοίκους του. Έτσι ολοκληρώθηκε ένας κύκλος ζωής που είχε διαρκέσει χρόνια.
Στη συνέχεια, ντόπιοι κάτοικοι από γειτονικά χωριά, όπως η Αγροσυκιά, το Δυτικό, η Ραχώνα, ο Άγιος Πέτρος και τα Άθυρα, εκμεταλλεύτηκαν το ευνοϊκότερο πλαίσιο που διαμορφώθηκε με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ (1839–1876), οι οποίες διευκόλυναν την αγοραπωλησία και κατοχύρωση γης. Με τη μεσολάβηση προεστών, προχώρησαν στην αγορά τμημάτων του τσιφλικιού, καθώς και των δύο νερόμυλων. Οι νέοι αυτοί κάτοικοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή, ανήγειραν τις πρώτες κατοικίες και καλλιέργησαν τη γη, διαμορφώνοντας σταδιακά έναν νέο οικισμό. Η επιλογή της
τοποθεσίας κοντά στο Πλατανόρεμα δεν ήταν τυχαία: το νερό αποτελούσε βασικό παράγοντα ζωής, καθώς εξυπηρετούσε την άρδευση, την κίνηση των μύλων και τις καθημερινές ανάγκες. Έτσι διαμορφώθηκε το νέο Κοσίνοβο, το σημερινό Πολύπετρο.
Οι ιδιοκτήτες του «Πάνω Μύλου»
Ο «Πάνω Μύλος» φέρεται αρχικά να ανήκε στον Σαλή Μπέη. Ωστόσο, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του Θεόδωρου Γώγου, εγγονού του Δημητρίου Γώγου, ο μύλος ανήκε σε Τούρκο ιδιοκτήτη με το όνομα Σαλίας. Από αυτόν, η ιδιοκτησία του περιήλθε σε τρεις οικογένειες. Συγκεκριμένα, ποσοστό 25% απέκτησαν οι αδελφοί Αναστάσης και Γιώργος Κωνσταντίνου, γνωστοί ως Τάσηδες, άλλο ένα 25% περιήλθε στον Γκρόζδο Γκρόζδο, ενώ το υπόλοιπο 50% κατέληξε στον Δημήτριο Γώγο. Και οι τρεις αυτές οικογένειες, οι οποίες εγκαταστάθηκαν στο Πολύπετρο, κατάγονταν από την Αγροσυκιά (Γκούρπιτς).
Η διαφοροποίηση των μαρτυριών αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο είτε ο μύλος να μην ανήκε τελικά στον Σαλή Μπέη είτε, μετά την αποχώρησή του από την περιοχή, η ιδιοκτησία να μεταβιβάστηκε προσωρινά στον Σαλία, πριν καταλήξει στις παραπάνω οικογένειες. Δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το όνομα «Σαλίας» να είναι απλώς μια εξελληνισμένη ή παραλλαγμένη μορφή του «Σαλή», που ίσως συνδέεται με τον Σαλή Μπέη.
Η οικογένεια Κωνσταντίνου (Τάσηδες): Μετά την αγορά των χωραφιών και του μύλου, ο Αναστάσης Κωνσταντίνου (Τάσης), συνιδιοκτήτης του 25%, απεβίωσε. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο νέο Κοσίνοβο (Πολύπετρο) χωρίς αυτόν, ενώ ο αδελφός του Γιώργος μετοίκησε στο χωριό Ρύζια. Το μερίδιό του (25%) μοιράστηκε στα παιδιά του:
στον Κώστα (12,5%) και στον Δημήτρη (12,5%).
Η ιστορία της οικογένειας του Δημήτρη σημαδεύτηκε από ένα τραγικό γεγονός. Κατά την πανδημία της ισπανικής γρίπης (1917–1918), ο τετράχρονος εγγονός του, Λάζαρος, έμεινε ο μοναδικός επιζών της οικογένειάς του, χάνοντας τον πατέρα του Γιώργο, τη μητέρα του Γεωργία Κιάϊβα και τη μικρή του αδελφή Χρυσούλα. Την ανατροφή του ανέλαβαν ο παππούς του Δημήτρης, ο αδελφός του παππού του Κώστας και τα υπόλοιπα συγγενικά μέλη. Όταν ο Λάζαρος ενηλικιώθηκε και παντρεύτηκε, οι συγγενείς του, αναγνωρίζοντας τη δύσκολη θέση του, του παραχώρησαν τα μερίδιά τους στον μύλο ως ένδειξη αλληλεγγύης.
Η οικογένεια Γκρόζδου: Το μερίδιο του Γκρόζδου Γκρόζδου πέρασε στον γιο του, Γιάννη Γκρόζδο. Όταν η κόρη του, Σλαύκα (Γλυκερία), παντρεύτηκε τον Λάζαρο Κωνσταντίνου, έλαβε ως προίκα το μερίδιο του πατέρα της (25%) στον μύλο. Με τον τρόπο αυτό, ο Λάζαρος κατέληξε να συγκεντρώνει συνολικά το 50% του «Πάνω Μύλου».
Η οικογένεια Γώγου: Το 50% του Δημήτρη Γώγου πέρασε στον γιο του Ηλία και, στη συνέχεια, στα παιδιά του, Θεόδωρο και Ηλία. Έτσι, οι τελευταίοι διαχειριστές του «Πάνω Μύλου» ήταν ο Λάζαρος Κωνσταντίνου του Γεωργίου και οι αδελφοί Θεόδωρος και Ηλίας Γώγος. Κατά διαστήματα, ο μύλος εκμισθωνόταν και σε τρίτους. Σήμερα,
μετά τον αναδασμό του 2005, ο χώρος του μύλου βρίσκεται εντός του αγροκτήματος του τελευταίου απογόνου της οικογένειας Γώγου, Θεοδώρου Γώγου του Γεωργίου.
Οι ιδιοκτήτες του «Κάτω Μύλου»
Ο «Κάτω Μύλος», όπως και ο «Πάνω Μύλος», φέρεται να ανήκε αρχικά στον Σαλή Μπέη. Ωστόσο, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του Θεόδωρου Γώγου, εγγονού του Δημήτρη Γώγου, ο μύλος πέρασε εξ ολοκλήρου (100%) στην ιδιοκτησία του Γεωργίου Γώγου, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο νεοϊδρυθέν Πολύπετρο, αφού προηγουμένως είχε περάσει από κάποιον Τούρκο με το όνομα Γιουσούφ Ιμπραήμ.
Η πληροφορία αυτή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο είτε ο μύλος να μην ανήκε τελικά στον Μπέη είτε, μετά την αποχώρησή του από την περιοχή, να πέρασε προσωρινά στον Γιουσούφ Ιμπραήμ. Ο Γεώργιος Γώγος ήταν αδελφός του Δημήτρη Γώγου, ο οποίος κατείχε το 50% του «Πάνω Μύλου».
Η οικογένεια Γώγου: Πέρα από την αγορά του μύλου, ο Γεώργιος Γώγος διέθετε σημαντική ακίνητη περιουσία και υπήρξε μεγάλος κτηνοτρόφος, με πολυάριθμα κοπάδια προβάτων, αγελάδων και βουβαλιών, τα οποία είχε φέρει από την Αγροσυκιά μαζί με τον αδελφό του Δημήτρη.
Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, ο Γεώργιος Γώγος κατηγορήθηκε για συνεργασία με βουλγαρικές ένοπλες ομάδες στη δολοφονία του δασκάλου Γιάννη Πίτσουλα στη Γουμένισσα, στις 21 Νοεμβρίου 1904. Ως αποτέλεσμα, θανατώθηκε από τις οθωμανικές αρχές, μαζί με τον συγχωριανό του Αλέξη Διαμαντή, στη θέση «Γαλλικά Νεκροταφεία», λίγο έξω από τη Γουμένισσα. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, η κατηγορία ήταν αβάσιμη και αποδιδόταν σε προσωπικές αντιπαλότητες και φθόνο λόγω της οικονομικής του ευμάρειας.
Μετά τον θάνατό του, δικαστική απόφαση τον δικαίωσε· ωστόσο, η οικογένεια είχε ήδη υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή. Οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Λάζαρος, δεν κατάφεραν να ορθοποδήσουν. Ο Γιάννης πέθανε κατά την πανδημία της ισπανικής γρίπης (1917–1918), αφήνοντας τρία ορφανά παιδιά: τον Γεώργιο, τον Θανάση και τον Αργύρη. Ο Λάζαρος, νεόνυμφος με γυναίκα από τα Άθυρα, κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο (1919–1922) αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους. Κατάφερε να δραπετεύσει και κατέφυγε στη Βουλγαρία. Λίγα χρόνια αργότερα επέστρεψε στο Πολύπετρο (Κοσίνοβο), προκειμένου να μεταφέρει στη Βουλγαρία τη μητέρα του και τη σύζυγό του.
Ελληνικό Δημόσιο: Το 1922 ο νερόμυλος δεσμεύτηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Έκτοτε και έως το 1938, το κράτος τον εκμίσθωνε σε διάφορους μισθωτές από τη Γουμένισσα και τα Γιαννιτσά, μεταξύ των οποίων και ο Δημήτρης Πεχλιβάνης του Πέτρου από το Πολύπετρο.
Αδελφοί Χειμωνίδη: Το 1938 ο μύλος αγοράστηκε από τους αδελφούς Γεώργιο και Χρήστο Χειμωνίδη, οι οποίοι υπήρξαν και οι τελευταίοι ιδιοκτήτες του. Σήμερα, ο χώρος ανήκει στον Γεώργιο Χειμωνίδη του Κοσμά, εγγονό του Γεωργίου.
Έτσι, οι δύο νερόμυλοι του Πλατανορέματος, ο «Πάνω» και ο «Κάτω Μύλος», δεν αποτελούν απλώς μόνο παλιά κτίσματα, αλλά ζωντανά κομμάτια της ιστορίας του τόπου. Πέρασαν από χέρια σε χέρια, γνώρισαν περιόδους ακμής και δύσκολες εποχές, συνδέθηκαν με ανθρώπινες ιστορίες γεμάτες κόπο, απώλειες και αγώνα για επιβίωση. Σήμερα, παρότι σιωπηλοί, συνεχίζουν να θυμίζουν την εποχή που το νερό κινούσε τη ζωή του χωριού και οι άνθρωποι έχτιζαν το μέλλον τους γύρω από αυτό.
Χωροθέτηση και Λειτουργία των Νερόμυλων
Οι δύο νερόμυλοι βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τη δυτική όχθη του Πλατανορέματος και απέχουν μεταξύ τους περίπου 800 μέτρα. Η λειτουργία τους βασιζόταν στην εκμετάλλευση των νερών του Πλατανορέματος και τοπικών πηγών, οι οποίες δεν εξασφάλιζαν μόνο την απαραίτητη υδροδότηση, αλλά συνέβαλαν και στη διαμόρφωση χαρακτηριστικών μικροτοπωνυμίων, που διατηρούνται έως σήμερα.
Μυλαύλακοι: Ο «Πάνω Μύλος» τροφοδοτούνταν από σημείο της δυτικής όχθης, γνωστό ως «κεφαλάρι», κοντά στα όρια με το χωριό Φιλυριά (παλαιά ονομασία: Λιμπάχοβο). Στη ντοπιολαλιά, η θέση αυτή αποκαλούνταν «Λιμπάσια γκλάβα», δηλαδή «το κεφαλάρι του Λιμπάχοβου». Η απόσταση από το κεφαλάρι έως τον μύλο ανερχόταν περίπου στα 1.100 μέτρα.
Ο «Κάτω Μύλος» τροφοδοτούνταν από χαμηλότερο σημείο της ίδιας όχθης, στη θέση «Στρέσνα τσεσμέ» («μεσαία βρύση»), περίπου 700 μέτρα νοτιότερα από τη «Λιμπάσια γκλάβα». Στο σημείο αυτό υπήρχε πηγή με άφθονη ροή νερού. Οι κάτοικοι αξιοποιούσαν το νερό με απλά μέσα, τοποθετώντας ακόμη και ένα κεραμίδι για να κατευθύνουν τη ροή του, ενώ για τη λειτουργία του μύλου είχε κατασκευαστεί μια πρόχειρη γούρνα, με τοιχώματα από κλαδιά και καλάμια. Το νερό οδηγούνταν στον μύλο μέσω αυλακιού και, κατά τη διαδρομή του, ενισχυόταν και από την εκροή του «Πάνω Μύλου», εξασφαλίζοντας έτσι επαρκή παροχή. Η συνολική απόσταση από το σημείο υδροληψίας έως τον «Κάτω Μύλο» ήταν περίπου 1.000 μέτρα.
Μέχρι και πριν τον αναδασμό του 2005, κατά διαστήματα, κατά μήκος της διαδρομής τους διασώζονταν ίχνη των νεραύλακων.
Τοιχίο στήριξης των αγωγών εισαγωγής νερού: Σε απόσταση περίπου 2,5 μ. από το πίσω μέρος του κτιρίου των δυο νερόμυλων, εδράζεται λίθινη κατασκευή από ποταμίσιες πέτρες, η οποία λειτουργεί ως σύστημα υποδοχής του νερού από τους νεραύλακες. Από το σημείο αυτό το νερό διοχετεύεται, μέσω κεκλιμένων μεταλλικών αγωγών, προς τους υδροτροχούς για την κίνηση των μυλόπετρων. Η κατασκευή είναι υπερυψωμένη κατά 4 έως 5 μ. σε σχέση με το επίπεδο του υδροτροχού. Οι αγωγοί του «Πάνω Μύλου» έχουν διάμετρο 0,45 μ., ενώ του «Κάτω Μύλου» ο ένας έχει διάμετρο 0,45 μ. και ο δεύτερος 0,60 μ. Κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε το 1998, το τοιχίο και οι αγωγοί βρίσκονταν στη θέση τους, σε σχετικά καλή κατάσταση. Διατηρούνταν επίσης τα τελευταία περίπου 20 μέτρα του νεραύλακα, τα οποία μετατρέπονταν σε τεχνητό κανάλι με επένδυση από σκυρόδεμα, καταλήγοντας στη λίθινη βάση – τοιχίο.
Λειτουργική οργάνωση του χώρου: Κατά τις επιτόπιες επισκέψεις του 1998, οι δύο μύλοι ήταν ήδη ερειπωμένοι. Παρά ταύτα, διατηρούνταν σε σχετικά καλή κατάσταση σημαντικά δομικά και λειτουργικά τους στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν την αποκατάσταση της μορφής και της λειτουργίας τους:
Διατηρούνταν οι μηχανισμοί άλεσης, αποτελούμενοι από δύο ζεύγη μυλόπετρων, εκ των οποίων καθεμία περιλάμβανε τον άνω και τον κάτω λίθο. Οι μυλόπετρες συνδέονταν με αντίστοιχους μεταλλικούς κατακόρυφους άξονες, μέσω των οποίων μεταδιδόταν η κίνηση.
Στο εσωτερικό του «Πάνω Μύλου», στη βορειοανατολική γωνία, διαμορφωνόταν μικρός βοηθητικός χώρος, ο οποίος χρησιμοποιούνταν τόσο για αποθήκευση όσο και για την προσωρινή ανάπαυση του μυλωνά. Ο χώρος αυτός διέθετε μικρό άνοιγμα (παράθυρο) στην ανατολική πλευρά, με θέα προς τον δρόμο. Η κύρια είσοδος βρισκόταν στη νοτιοανατολική όψη, η οποία έβλεπε προς τον δρόμο, και σύμφωνα με μαρτυρίες ήταν δίφυλλη. Στην ίδια όψη υπήρχε και παράθυρο, στα δεξιά της εισόδου, καθώς και ένα μικρότερο άνοιγμα στη νότια πλευρά του κτιρίου.
Στον «Κάτω Μύλο» εντοπίζονταν αντίστοιχα η θέση της εισόδου και των παραθύρων, καθώς και μια εσοχή που υποδηλώνει την ύπαρξη τζακιού.
Τοιχοποιία: Η περιμετρική τοιχοποιία και των δύο μύλων σωζόταν σε ικανοποιητικό βαθμό και ήταν κατασκευασμένη με την τεχνική της αργολιθοδομής, δηλαδή με χρήση ακατέργαστων τοπικών λίθων, κυρίως ποταμίσιων από το ίδιο το ρέμα, συνδεδεμένων με ασβεστοκονίαμα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι γωνίες των κτιρίων, όπου χρησιμοποιούνταν κατεργασμένοι πορόλιθοι ως γωνιόλιθοι, στοιχείο που ενίσχυε τη στατικότητα και τη συνοχή της κατασκευής.
Στέγες: Η στέγη και στους δύο μύλους δεν διατηρούνταν κατά τον χρόνο της καταγραφής. Ωστόσο, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, επρόκειτο για δίρριχτη κατασκευή με ξύλινο σκελετό και επικάλυψη από κεραμίδια βυζαντινού τύπου (γνωστά και ως «τουρκικά κεραμίδια»), χαρακτηριστικά της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της περιοχής.
Απορροή του νερού: Η απορροή του νερού, δηλαδή η επαναφορά του στη φυσική κοίτη του ρέματος μετά τη χρήση του, δεν ήταν εμφανής κατά την αυτοψία και πιθανότατα είχε καταστραφεί ή επιχωματωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Σημερινή κατάσταση των νερόμυλων
Κατά τις επιτόπιες επισκέψεις των ετών 1995, 1998 και 2003, οι νερόμυλοι βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση ερείπωσης. Ωστόσο, διατηρούνταν σε σχετικά καλή κατάσταση, ενώ ο «Κάτω Μύλος» εμφάνιζε μικρότερο βαθμό καταστροφής σε σύγκριση με τον «Πάνω Μύλο». Σήμερα, το 2026, κατά τη δημοσίευση της παρούσας εργασίας, οι μύλοι βρίσκονται σε εμφανώς επιβαρυμένη κατάσταση σε σχέση με το παρελθόν. Παρ’ όλα αυτά, διασώζονται ακόμη επαρκή αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά στοιχεία, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν βάση για ενδεχόμενη αποκατάσταση.
Παύση λειτουργίας και μετατροπή σε τοπωνύμια
Με την εισαγωγή της ηλεκτροδότησης στην περιοχή, οι παραδοσιακοί νερόμυλοι οδηγήθηκαν σταδιακά σε εγκατάλειψη, καθώς η νέα τεχνολογία υποκατέστησε τη δύναμη του νερού. Στο Πολύπετρο, η λειτουργία τους έπαψε οριστικά γύρω στα έτη 1967–1968. Σήμερα διασώζονται μόνο ερείπια τοιχοποιίας και διάσπαρτα κεραμικά κατάλοιπα, τα οποία μαρτυρούν την παλαιότερη παρουσία τους στον χώρο. Ωστόσο, οι νερόμυλοι δεν χάθηκαν από τη μνήμη των κατοίκων.
Αντιθέτως, οι θέσεις τους διατήρησαν τη σημασία τους ως σημεία αναφοράς στο τοπίο. Οι ονομασίες «Πάνω Μύλος» και «Κάτω Μύλος» ριζώθηκαν στη συλλογική μνήμη και επιβιώνουν έως σήμερα ως τοπωνύμια, χρησιμοποιούμενα τόσο για τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων περιοχών όσο και για τον προσανατολισμό στον χώρο.
Γλωσσολογική και Τοπωνυμιολογική Ανάλυση: Η τοπωνυμία που σχετίζεται με τους νερόμυλους του Πλατανορέματος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αντανακλά τις διαδοχικές γλωσσικές επιδράσεις που δέχθηκε η περιοχή της Μακεδονίας κατά την ιστορική της εξέλιξη.
Η ονομασία «Λιμπάσια γκλάβα» προέρχεται από τη σλαβική λέξη glava, που σημαίνει «κεφάλι» ή «κορυφή» και, στην τοπωνυμιολογία, χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πηγή ή την αρχή ενός υδάτινου ρεύματος, δηλαδή το «κεφαλάρι». Το πρώτο συνθετικό «Λιμπάσια» συνδέεται με την παλαιά ονομασία του γειτονικού οικισμού Λιμπάχοβο (σημερινή Φιλυριά), υποδηλώνοντας τη γεωγραφική συσχέτιση της θέσης.
Αντίστοιχα, η ονομασία «Στρέσνα τσεσμέ» συνδυάζει δύο διαφορετικές γλωσσικές επιρροές. Το «στρέσνα» προέρχεται πιθανότατα από σλαβική ρίζα και σημαίνει «μεσαίο» ή «ενδιάμεσο» σημείο, ενώ η λέξη «τσεσμέ» προέρχεται από την τουρκική çeşme και σημαίνει «βρύση», αποτελώντας χαρακτηριστικό γλωσσικό δάνειο της οθωμανικής περιόδου.
Ύπαρξη Παλαιότερων Νερόμυλων
Σύμφωνα με μαρτυρία του Θεόδωρου Γώγου, ενός εκ των ιδιοκτητών του «Πάνω Μύλου», ο οποίος μετέφερε πληροφορίες από παλαιότερους κατοίκους, στην περιοχή φαίνεται ότι υπήρχαν ακόμη δύο νερόμυλοι, οι οποίοι είχαν ήδη εγκαταλειφθεί από την εποχή που η περιοχή αποτελούσε τσιφλίκι του Μπέη.
Οι μύλοι αυτοί εντοπίζονταν στην ανατολική πλευρά του Πλατανορέματος. Ο ένας βρισκόταν στη θέση όπου σήμερα βρίσκεται το αμπέλι του Χρήστου Μισίρκου, δίπλα στην περιφερειακή οδό Πολυπέτρου, ενώ ο δεύτερος λίγο χαμηλότερα, στη θέση που έχει δεσμευτεί για την κατασκευή βιολογικού καθαρισμού.
Από την αυτοψία που πραγματοποιήθηκε στα σημεία αυτά εντοπίστηκαν κεραμικά κατάλοιπα, τα οποία πιθανόν συνδέονται με τη λειτουργία των συγκεκριμένων νερόμυλων.
Συμπέρασμα – Πρόταση για αναστήλωση
Οι νερόμυλοι του Πλατανορέματος δεν αποτελούν απλώς ερείπια ενός παλαιού τρόπου παραγωγής, αλλά ζωντανά τεκμήρια της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας του Πολυπέτρου. Μέσα από τις ονομασίες τους, τις μνήμες που τους συνοδεύουν και τα υλικά τους κατάλοιπα, εξακολουθούν να λειτουργούν ως φορείς τοπικής ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν και διατηρώντας τη συλλογική μνήμη του τόπου.
Η διάσωση και ανάδειξή τους μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά όχι μόνο στη διατήρηση της ιστορικής συνέχειας, αλλά και στη δημιουργία προοπτικών για το μέλλον της τοπικής κοινωνίας.
Δεδομένου ότι τα ερείπια των νερόμυλων βρίσκονται σήμερα εντός ιδιωτικών αγρών, προτείνεται στους ιδιοκτήτες, καθώς και στην Τοπική Κοινότητα Πολυπέτρου και τον Δήμο Παιονίας, να αναλάβουν από κοινού πρωτοβουλία για την αναστήλωσή τους, μέσα από πνεύμα συνεργασίας. Σήμερα, ναι μεν η κατάσταση των μύλων εμφανίζεται επιβαρυμένη σε σχέση με το παρελθόν, ωστόσο διασώζονται ακόμη επαρκή αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά στοιχεία, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για μια ενδεχόμενη αποκατάσταση.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι μαρτυρίες των παλαιότερων κατοίκων του χωριού, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στην πιστότερη αναστήλωση των μύλων.
Η αναστήλωση των νερόμυλων του Πλατανορέματος δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό εγχείρημα, αλλά συνιστά πράξη ευθύνης απέναντι στην ιστορία, τη συλλογική μνήμη και την πολιτισμική ταυτότητα του τόπου.-



