
Είναι πράγματι προοδευμένη μια κοινωνία που, ακόμη και το 2026, εξακολουθεί να αναζητά στην ενδυμασία και στη συμπεριφορά ενός θύματος βιασμού την αιτία της βίας που υπέστη;
Πριν από λίγες ημέρες, μια ανάρτηση στο Instagram στάθηκε η αφορμή για έναν προβληματισμό που, όσο περισσότερο τον επεξεργάζομαι, τόσο πιο δυσάρεστη διαπίστωση γεννά. Η ανάρτηση παρουσίαζε, με έναν εύστοχα σαρκαστικό τρόπο, πώς θα αντιμετωπίζαμε τα θύματα άλλων εγκλημάτων, αν εφαρμόζαμε σε αυτά την ίδια συλλογιστική που τόσο συχνά επιστρατεύεται απέναντι στα θύματα βιασμού.
Αν κάποιος έπεφτε θύμα ληστείας, θα τον ρωτούσαμε γιατί κυκλοφορούσε με χρήματα επάνω του; Αν κάποιος δεχόταν επίθεση στον δρόμο, θα αναζητούσαμε αν η συμπεριφορά ή η εμφάνισή του προκάλεσε τον δράστη; Αν διαρρήκτες εισέβαλλαν σε μια κατοικία, θα αναρωτιόμασταν μήπως ο ιδιοκτήτης, επιδεικνύοντας τα περιουσιακά του στοιχεία, τους έδωσε το δικαίωμα να τον κλέψουν;
Τα ερωτήματα αυτά μοιάζουν παράλογα. Και δικαίως. Κανείς δεν αποκτά δικαίωμα να αφαιρέσει την περιουσία ενός άλλου επειδή εκείνος επέλεξε να την επιδείξει, ούτε να ασκήσει βία επειδή η συμπεριφορά κάποιου δεν ήταν της αρεσκείας του. Κι όμως, όταν το έγκλημα αφορά τη σεξουαλική αυτοδιάθεση, η ίδια ακριβώς συλλογιστική εξακολουθεί να βρίσκει πρόθυμους υποστηρικτές.
«Τι φορούσε;», «Μήπως είχε πιει;», «Γιατί πήγε μαζί του;», «Μήπως τον προκάλεσε;». Ερωτήματα που, όταν τίθενται με σκοπό να αποδώσουν στο θύμα μέρος της ευθύνης, δεν αποτελούν απλώς εκφράσεις κοινωνικής προκατάληψης. Αποκαλύπτουν μια βαθύτερη αδυναμία της κοινωνίας μας να διαχωρίσει την ελευθερία του ενός από την εγκληματική επιλογή του άλλου.
Και είναι τουλάχιστον απογοητευτικό το γεγονός ότι, εν έτει 2026, σε μια εποχή που υπερηφανευόμαστε για την πρόοδο, τον πολιτισμό και την κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εξακολουθούμε να αναζητούμε στη συμπεριφορά του θύματος μια εξήγηση που καταλήγει να λειτουργεί ως δικαιολογία για τον δράστη.
Αυτή η ανάρτηση, ωστόσο, με οδήγησε σε έναν δεύτερο, ίσως πιο παράδοξο προβληματισμό.
Αν η Εύα δεν είχε δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό, αν ο Αδάμ και εκείνη δεν είχαν αποκτήσει επίγνωση της γύμνιας τους, αν η ντροπή δεν είχε εισέλθει στην ανθρώπινη συνείδηση, θα εξακολουθούσαμε σήμερα να αναζητούμε στην ενδυμασία μιας γυναίκας την αιτία του βιασμού της;
Και κυρίως, πώς γίνεται αυτή η αντίληψη να αναπαράγεται ακόμη και από ανθρώπους που επικαλούνται τη θρησκευτική τους πίστη, την ηθική και τις αξίες της χριστιανικής διδασκαλίας;
Σύμφωνα με τη βιβλική αφήγηση, ο Αδάμ και η Εύα ζούσαν στον Παράδεισο γυμνοί, χωρίς να αισθάνονται ντροπή. Η γύμνια τους δεν αποτελούσε αμάρτημα, ούτε στοιχείο ηθικής απαξίας. Μόνο μετά τη βρώση του απαγορευμένου καρπού συνειδητοποίησαν ότι ήταν γυμνοί και αισθάνθηκαν την ανάγκη να καλυφθούν.
Η γύμνια, επομένως, προϋπήρχε της αμαρτίας. Η ντροπή εμφανίστηκε αργότερα.
Κι όμως, αιώνες μετά, εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε το ανθρώπινο σώμα, ιδίως το γυναικείο, σαν να αποτελεί από μόνο του πηγή πειρασμού, πρόκλησης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και ευθύνης για την εγκληματική συμπεριφορά κάποιου άλλου.
Η κοινωνία συχνά επιλέγει να στρέψει την προσοχή της μακριά από την ίδια την πράξη της βίας και να την επικεντρώσει στις επιλογές του θύματος. Στο μήκος της φούστας του, στο βάθος του ντεκολτέ του, στην ποσότητα αλκοόλ που κατανάλωσε, στην ώρα που επέστρεψε στο σπίτι του ή στην εμπιστοσύνη που έδειξε σε κάποιον.
Σαν να υπάρχει ένας άγραφος κοινωνικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εξαρτάται από το κατά πόσο το θύμα συμμορφώθηκε προηγουμένως με συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς.
Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της κοινωνίας μας.
Απαιτούμε από το θύμα να έχει προβλέψει και αποτρέψει την εγκληματική συμπεριφορά ενός άλλου ανθρώπου, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζουμε τον δράστη σαν να μην ήταν σε θέση να ελέγξει τη δική του.
Μια γυναίκα καλείται να απολογηθεί επειδή επέλεξε να φορέσει μια κοντή φούστα, να καταναλώσει αλκοόλ, να διασκεδάσει μέχρι αργά ή να εμπιστευτεί κάποιον. Ο δράστης, αντίθετα, αντιμετωπίζεται ενίοτε μέσα από το πρίσμα ενός υποτιθέμενου ακατανίκητου πειρασμού, σαν η σεξουαλική επιθυμία να αποτελεί φυσικό φαινόμενο που αίρει ή περιορίζει την προσωπική ευθύνη.
Από πότε, όμως, η αδυναμία αυτοσυγκράτησης ενός ανθρώπου μετατράπηκε σε υποχρέωση αυτοπεριορισμού ενός άλλου;
Από πότε η ελευθερία μιας γυναίκας να επιλέγει την εμφάνισή της, τις συναναστροφές της και τον τρόπο διασκέδασής της συνεπάγεται παραίτηση από το δικαίωμά της στη σωματική και σεξουαλική αυτοδιάθεση;
Η ενδυμασία δεν συνιστά συναίνεση. Η κατανάλωση αλκοόλ δεν συνιστά συναίνεση. Το φλερτ, η οικειότητα, ακόμη και η προηγούμενη ερωτική σχέση με τον δράστη δεν συνιστούν από μόνα τους συναίνεση σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη σεξουαλική πράξη.
Η συναίνεση είναι έκφραση ελεύθερης βούλησης, όχι συμπέρασμα που εξάγεται από το μήκος μιας φούστας ή το βάθος ενός ντεκολτέ.
Το πλέον οξύμωρο, ωστόσο, είναι ότι τέτοιες αντιλήψεις εκφράζονται ορισμένες φορές από ανθρώπους που επικαλούνται τον χριστιανισμό ως θεμέλιο της ηθικής τους συγκρότησης.
Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (5:28), ο Χριστός αναφέρεται σε εκείνον που κοιτάζει μια γυναίκα με επιθυμία, μεταφέροντας το βάρος της ηθικής ευθύνης στο ίδιο το πρόσωπο και στην εσωτερική του στάση. Μολονότι η συγκεκριμένη περικοπή αφορά τη μοιχεία και όχι τη σεξουαλική βία, αναδεικνύει μία ουσιώδη αρχή: ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις δικές του επιλογές και πράξεις.
Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να επικαλούμαστε μια θρησκεία που διδάσκει την αγάπη, τον σεβασμό και τη συμπόνια, αλλά να αντιμετωπίζουμε με καχυποψία εκείνον που καταγγέλλει ότι υπέστη μία από τις σοβαρότερες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας;
Η θρησκευτική πίστη, βεβαίως, δεν ταυτίζεται με τέτοιες αντιλήψεις. Ούτε μπορεί να αποδοθεί συλλήβδην στους πιστούς η ευθύνη για την αναπαραγωγή τους. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η θρησκεία χρησιμοποιείται επιλεκτικά, όχι για να προστατεύσει τον άνθρωπο, αλλά για να επιβάλει κοινωνικά πρότυπα συμπεριφοράς, κυρίως στις γυναίκες.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η τάση της κοινωνίας να αντιμετωπίζει την αξιοπιστία ενός θύματος ως συνάρτηση της προσωπικής του ζωής. Σαν να πρέπει προηγουμένως να αποδειχθεί ότι υπήρξε αρκετά συνετό, αρκετά σεμνό, αρκετά προσεκτικό, προκειμένου να αναγνωριστεί ως άξιο προστασίας.
Με αυτόν τον τρόπο, η ηθική αξιολόγηση του θύματος κινδυνεύει να υποκαταστήσει την αξιολόγηση της καταγγελλόμενης πράξης.
Ασφαλώς, στο πλαίσιο μιας ποινικής διαδικασίας, η αναζήτηση της αλήθειας προϋποθέτει την εξέταση των πραγματικών περιστατικών, τη διασφάλιση του τεκμηρίου αθωότητας και τον σεβασμό στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων. Η ανάγκη αυτή, όμως, δεν μπορεί να συγχέεται με την αναπαραγωγή στερεοτύπων που αποδίδουν στη συμπεριφορά ή στην εμφάνιση του θύματος δικαιολογητική σημασία για τη σεξουαλική βία.
Άλλο πράγμα είναι η διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών και άλλο η αναζήτηση ηθικής ευθύνης στο πρόσωπο που καταγγέλλει ότι υπέστη το έγκλημα.
Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης, όχι μόνο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αλλά και για τον ίδιο τον πολιτισμό μας.
Διότι ο πολιτισμός μιας κοινωνίας δεν αποδεικνύεται από τις τεχνολογικές της κατακτήσεις, την οικονομική της ανάπτυξη ή τις διακηρύξεις της περί ισότητας. Αποδεικνύεται πρωτίστως από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ιδίως όταν αυτή έχει πληγεί.
Δεν είναι δυνατόν να διανύουμε τον 21ο αιώνα και να εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τη γυναικεία ελευθερία ως πρόκληση που χρειάζεται περιορισμό. Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε περισσότερο αυτονόητο ότι μια γυναίκα οφείλει να προσαρμόσει τη ζωή της στον φόβο της βίας, παρά ότι κάθε άνθρωπος οφείλει να σέβεται τα όρια και την αυτοδιάθεση του άλλου.
Και, κυρίως, δεν είναι δυνατόν να αναζητούμε με τόση επιμονή τι θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά το θύμα, παραβλέποντας το μοναδικό ερώτημα που αφορά την ευθύνη του δράστη: γιατί επέλεξε να παραβιάσει την ελευθερία και το σώμα ενός άλλου ανθρώπου;
Ίσως, τελικά, η βιβλική ιστορία του Αδάμ και της Εύας να προσφέρεται για έναν διαφορετικό προβληματισμό από εκείνον που έχουμε συνηθίσει.
Αν ο άνθρωπος υπήρξε κάποτε γυμνός χωρίς να ντρέπεται, μήπως η πραγματική ηθική μας αποτυχία δεν βρίσκεται στη γύμνια, αλλά στο νόημα που επιλέξαμε να της αποδώσουμε;
Μήπως το πρόβλημα δεν είναι το σώμα που αποκαλύπτεται, αλλά η αντίληψη εκείνου που θεωρεί ότι η αποκάλυψή του δημιουργεί δικαίωμα πάνω σε αυτό;
Γιατί, όσο εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε την αυτοσυγκράτηση του δράστη ως προαιρετική και την αυτοπροστασία του θύματος ως υποχρεωτική, η κοινωνική μας πρόοδος θα παραμένει εν πολλοίς επιφανειακή.
Και αν υπάρχει κάτι για το οποίο οφείλουμε πραγματικά να αισθανόμαστε ντροπή το 2026, δεν είναι η γύμνια της Εύας. Είναι ότι, τόσους αιώνες αργότερα, εξακολουθούμε να αναζητούμε την ενοχή στο σώμα εκείνου που υπέστη τη βία και όχι στην πράξη εκείνου που την άσκησε.














