Γεώργιος Δ.Τσαντάκης: Ο διωγμός του 1914 στην Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία
Τον Δεκέμβριο του 1913, ο Γερμανός στρατηγός Όθων Λίμαν φον Σάντερς (Otto Liman von Sanders, 1855-1929) ανέλαβε τον έλεγχο της στρατιωτικής αναδιοργάνωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σηματοδοτώντας μια περίοδο άμεσης γερμανικής επιρροής στον οθωμανικό στρατό. Μετά τις πολεμικές αποτυχίες των Οθωμανών αξιωματικών στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918) στο Καρς και τα Δαρδανέλια 1914 και 1915, αρχιστράτηγος του οθωμανικού στρατού ανέλαβε ο αντιστράτηγος Λίμαν φον Σάντερς. Στη συνέχεια έλαβε τους τίτλους του πασά και του επιτελάρχη του οθωμανικού στρατού. Με την ιδιότητα αυτή συμβούλευσε τους Οθωμανούς να εκκαθαρίσουν την αυτοκρατορία από τους χριστιανικούς πληθυσμούς.
Στη δίωξη των Ελλήνων, εκτός από την άνοδο του οθωμανικού εθνικισμού, συνετέλεσαν και οικονομικοί λόγοι, διότι η συγκέντρωση του εμπορίου και της βιομηχανίας στα χέρια των Ελλήνων αποτελούσε εμπόδιο στην επιδίωξη της Γερμανίας να πραγματοποιήσει την οικονομική διείσδυση στην υπανάπτυκτη οθωμανική αυτοκρατορία.
Οι διωγμοί άρχισαν με τη βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης. Την 6η Απριλίου του 1914, Κυριακή του Πάσχα, οι Νεότουρκοι (1908-1923) επέλεξαν να εκδιώξουν τους Έλληνες πολλών χωριών της επαρχίας Aρκαδιουπόλεως και Bιζύης, αλλά και άλλων περιοχών. Το ίδιο έτος έγιναν διωγμοί, δολοφονίες, απελάσεις, διαρπαγές, εμπρησμοί και λεηλασίες κατά των Ελλήνων των περιοχών Ηράκλειας, Μαλγάρων και Κεσσάνης. Το Μαύρο Πάσχα του 1914, όπως ονομάστηκε, ήταν ο πρώτος διωγμός κι η αρχή μιας οκτάχρονης ματωμένης πορείας του Θρακικού Ελληνισμού, η οποία ουσιαστικά διήρκεσε μέχρι τον διωγμό του Οκτωβρίου του 1922. Την περίοδο 1914-1918, λοιπόν, περίπου 220.000 Ανατολικοθρακιώτες εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πανάρχαιες πατρογονικές εστίες και να καταφύγουν στην ελεύθερη Ελλάδα και σε χώρες του εξωτερικού. Παράλληλα, στις 12 Μαΐου του 1914 υπό την καθοδήγηση των Γερμανών ξεκίνησαν και επεκτάθηκαν οι διωγμοί στη δυτική Μικρά Ασία. Στις κατοικίες των Ελλήνων που ξεριζώθηκαν εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι πρόσφυγες από εδάφη που απώλεσε η οθωμανική αυτοκρατορία στους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.ΙΕ, 1978, σσ.99-100).
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κήρυξε την Ορθόδοξη Εκκλησία σε διωγμό και ανέστειλε τη λειτουργία των εκκλησιών και των σχολείων. Η Ελλάδα αντέδρασε και ανέλαβε διπλωματικές ενέργειες, προκειμένου να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για εθελούσια ανταλλαγή Ελλήνων ορθοδόξων της Τουρκίας και Μουσουλμάνων της Ελλάδας. Ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1914 Μικτή Επιτροπή που θα ρύθμιζε τα κριτήρια της ανταλλαγής, όμως αυτή δεν λειτούργησε, λόγω της εισόδου της οθωμανικής αυτοκρατορίας τον Οκτώβριο του 1914 στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.
Περισσότερες πληροφορίες για τη Γενοκτονία του Θρακικού Ελληνισμού αντλούνται από τις εκθέσεις των κατά τόπους Μητροπολιτών προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς και το βιβλίο που εξέδωσε το Πατριαρχείο το 1919 με τον τίτλο «Μαύρη βίβλος».
Ωστόσο, με πρωτοβουλία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θρακικών Σωματείων και το αίτημα των απανταχού Θρακιωτών η Βουλή των Ελλήνων καθιέρωσε την 6η Απριλίου ως Ημέρα του Θρακικού Ελληνισμού (Άρθρο 48 Καθιέρωση Ημέρας Θρακικού Ελληνισμού, Ν. 4954/2022) και με το Προεδρικό Διάταγμα υπ’ Αριθ. 1-14 Ιανουαρίου 2025 Οργάνωση εκδηλώσεων μνήμης της 6ης Απριλίου, Ημέρας Θρακικού Ελληνισμού. Με το διάταγμα αυτό ορίζεται η 6η Απριλίου κάθε έτους ως Ημέρα Θρακικού Ελληνισμού κι οι εκδηλώσεις μνήμης λαμβάνουν πανελλήνιο χαρακτήρα και διεξάγονται σε ολόκληρη την επικράτεια.
Παράλληλα, ένας άλλος τρόπος μείωσης του μη μουσουλμανικού πληθυσμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας από το 1914 υπήρξαν τα τάγματα εργασίας που ονομάζονταν και τάγματα θανάτου με επίκεντρο τη Μικρά Ασία. Οι άνδρες άνω των 45 ετών, που δεν στρατεύονταν, επάνδρωσαν τα τάγματα εργασίας στα οποία πολλοί Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από κακουχίες, πείνα και μεταδοτικές ασθένειες.
Τέλος, ο Λίμαν φον Σάντερς τον Φεβρουάριο του 1919 μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου συνελήφθη από τους Άγγλους με σκοπό να δικαστεί για εγκλήματα πολέμου. Λόγω μη έγερσης αξιώσεων εκ μέρους και της Ελληνικής κυβέρνησης, αφέθηκε ελεύθερος, παραιτούμενος τον ίδιο χρόνο από τον γερμανικό στρατό.
*Ο Γιώργος Τσαντάκης υπηρέτησε για 34 έτη ως εκπαιδευτικός τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διετέλεσε για 22 χρόνια διευθυντής σχολικών μονάδων της Θεσσαλονίκης, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη διοίκηση της εκπαίδευσης, είναι συγγραφέας βιβλίων της εκπαίδευσης (αξιολόγηση, διοίκηση), πολλές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες, περιοδικά και ιστοσελίδες, καθώς και εισηγήσεις-ομιλίες σε συνέδρια και ημερίδες.


