Κύριε, είδα στην τηλεόραση…

Αρθρογραφία /

Εν πρώτοις μιά παραπομπή σ’ ένα πολύ αξιόλογο, «προφητικό» θα λέγαμε, βιβλίο.
«Τα σημερινά παιδιά, που αποτελούν τη «Γενιά της τηλεοράσεως» παρουσιάζουν μιά σοβαρή αδυναμία στην ομιλία, τόσο ως προς την άρθρωση και τη σωστή ελληνική προφορά, όσο και ως προς τη σύνταξη, το λεξιλόγιο και τη γραμματική. Κι ούτε μπορούν να συνειδητοποιήσουν τις ελλείψεις τους αυτές. Εφ’ όσον οι λιλλιπούτειοι τηλεθεατές δεν συνηθίζουν να κουβεντιάζουν αλλ’ αφιερώνουν αναρίθμητες ώρες σ’ αυτήν, πώς θα νοιώσουν ότι δεν μαθαίνουν από αυτή σωστά ελληνικά; Θα μένουν, έτσι, κλεισμένοι στον εαυτό τους, αποκομμένοι από το περιβάλλον τους και θ’ αποφεύγουν κάθε κοινωνική συναναστροφή, αφού δεν έχουν εξασκηθεί στη συνομιλία. Επακόλουθο της προσηλώσεώς τους αυτής είναι η απομάκρυνση από το βιβλίο, αφού δεν τους περισσεύει χρόνος για διάβασμα. Κι όμως το βιβλίο είναι το κύριο μέσο ουσιαστικής παιδείας και σωστής καλλιέργειας του γλωσσικού και νοητικού οργάνου».
(«Αλεξία», Σαράντος Καργάκος, εκδ. «Gutenberg», σελ. 287).
Ο συντάκτης αυτών των γραμμών έχει επανειλημμένως θίξει την ασύδοτη και ανεξέλεγκτη τηλεοπτική εικόνα. Είναι πασιφανές πλέον ότι στα σπίτια μας έχει εισορμήσει και κυριαρχεί αυτό που, πολύ επιτυχημένα, ο Σαράντος Καργάκος ονόμασε «τρίτο γονέα». Όλοι οι γονείς ανησυχούν για την επίδραση της τηλεόρασης στα παιδιά και οι ανησυχίες τους αυτές έχουν, σχεδόν πάντοτε, επίκεντρο το περιεχόμενο των εκπομπών που παρακολουθούν τα παιδιά. Όλοι φαίνεται να ενδιαφέρονται βασικά για το περιεχόμενο των τηλεοπτικών εκπομπών και όχι για τις γενικότερες συνέπειες της τηλεοπτικής εμπειρίας.
Στο παρόν άρθρο θα αποτολμηθεί μία διερεύνηση τω καταστρεπτικών αποτελεσμάτων της τηλεόρασης στο παιδί. Δεν είναι ψέμα πως σήμερα η τηλεόραση κατάντησε ο πρώτος και ο πιό προσιτός δάσκαλος για τα παιδιά, ο πιό έμπιστος φίλος και σύντροφος. Ως εκπαιδευτικός ποτέ δεν άκουσα – και το λέω με παράπονο – μαθητή να προσθέτει ή να μεταφέρει εξωσχολικές εντυπώσεις του, χωρίς να αρχίζει τον λόγο του με την στερεότυπη πλέον εισαγωγική φράση «Κύριε, είδα στην τηλεόραση». Ουδέποτε, και εδώ είναι το πλέον ανησυχητικό, διηγούνται γνώσεις και «εμπειρίες» αποκομιζόμενες από ανάγνωση βιβλίων ή από διήγηση γονέων. Νομίζω ότι στο σημείο αυτό εστιάζεται και η όλη προβληματική. Κατά πόσο δηλαδή τα λεγόμενα επιμορφωτικά προγράμματα λειτουργούν εποικοδομητικά στα παιδιά, αν, δηλαδή, προσφέρουν γνώσεις. Πρώτα-πρώτα πρέπει ειλικρινώς να παραδεχθούμε κάποια πράγματα. Πολλές φορές οι γονείς λυτρώνονται κυριολεκτικώς από την υπερκινητικότητα των παιδιών τους στήνοντάς τα μπροστά στην τηλεόραση, χρησιμοποιώντας την ως ηρεμιστικό, οπότε ανεξέλεγκτα οικειώνεται το παιδί τα τηλεοπτικά αποφάγια που βλέπει. Στο διάστημα αυτό της «γονικής ανακούφισης», το παιδί «απολαμβάνει» ανυπεράσπιστο την οπτική ακολασία, τα ξένα εκτρώματα, τους βαρβαρισμούς, σολοικισμούς και τις βαττολογίες, που ατιμάζουν την ελληνική γλώσσα, όλη αυτή την αφιλοκαλία και την έλλειψη αισθητικής.
Δεν καταλαβαίνουμε, όμως, ότι η δεδομένη συναισθηματική ανασφάλεια των παιδιών αυτής της ηλικίας, τα οδηγεί να αναζητούν συναισθηματική υποστήριξη στην τηλεόραση;
Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι η τηλεόραση εισάγει το παιδί στον κόσμο της σιωπής; Παύει να ομιλεί. (Το ρήμα ομιλώ, παράγεται από το ουσιαστικό όμιλος. Άρα η ομιλία συνεπάγεται συναναστροφή, επικοινωνία με άλλους ανθρώπους). Και μετά αναζητούμε τους λόγους της σημερινής λεξιπενίας ή της αδυναμίας άρθρωσης μιάς σωστής, από άποψη συντακτικού, λεξιλογίου και γραμματικής (μορφολογίας), πρότασης. Όταν ακούει τις μισές λέξεις στην αγγλική, όταν ακούει την βαρβαροσύνη και την παιδαριώδη και προσβλητική για την νοημοσύνη μας γλώσσα των διαφημιστών, τότε, γιατί απορούμε για την γνωσσική ένδεια (Αφρός-αφρότερος, έλεγε παλαιότερα μία διαφήμιση. Ό,τι φρουτοχυμότερο έλεγε η άλλη. Το παιδί ακούγοντας, μαθαίνει ότι και τα ουσιαστικά έχουν παραθετικά. Έτσι, εύλογα θα πει σπίτι – σπιτότερο ή πολύ αυτοκίνητο). Ο τόνος ακόμη έχει καταργηθεί στους υπότιτλους των ειδήσεων. Το σήμαντρο για την επιβολή του λατινικού αλφάβητου πλέον ηχεί.
Ερχόμαστε τώρα στα λεγόμενα επιμορφωτικά προγράμματα (ντοκιμαντέρ), την εκπαιδευτική τηλεόραση όπως συνηθίζεται να λέγεται. Το επιχείρημα το οποίο επικαλούνται οι υποστηρικτές είναι εκείνο το περίεργο κινέζικο γνωμικό: «μία εικόνα αξίζει χίλιες λέξεις».
Βέβαια θα μπορούσαμε να αντιπροτείνουμε αυτό που λένε οι γλωσσολόγοι: «μία εύστοχα επιλεγμένη λέξη αξίζει όσο χίλιες εικόνες». Οι εικόνες, γράφει ο Ν.Πόστμαν χρειάζεται να αναγνωριστούν, οι λέξεις όμως πρέπει να κατανοηθούν. Θέλει να πει, με άλλα λόγια ότι η εικόνα παρουσιάζει τον κόσμο, ως αντικείμενο. Η γλώσσα, το βιβλίο, τον παρουσιάζει ιδέα. Ωθώντας και παροτρύνοντας τα παιδιά στην παρακολούθηση τέτοιων προγραμμάτων στην ουσία υποβαθμίζουμε το βιβλίο. Το παιδί αισθάνεται πως μπορεί να μαθαίνει βλέποντας τηλεόραση, ψυχαγωγούμενο, οπότε του προσφέρουμε ένα ισχυρό άλλοθι για την αποστροφή του προς το διάβασμα. Τα παιδιά ιδίως που έχουν δυσκολία στην ανάγνωση καταφεύγουν πολύ περισσότερο στην τηλεόραση, για να πνίξουν την πλήξη τους. Η τηλεόραση δεν απαγορεύει τα βιβλία, μάλιστα τα διαφημίζει, απλώς τα περιθωριοποιεί. Σήμερα με τους υπολογιστές εισήχθησαν από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως το λύκειο, αυξάνουμε το οπτικό υλικό των μαθημάτων. Τα τελευταία χρόνια μαθαίνουμε ότι οι υπολογιστές είναι η τεχνολογία του μέλλοντος. Μας λένε ότι τα παιδιά μας θα αποτύχουν και θα μείνουν πίσω στη ζωή τους, εάν δεν «μορφωθούν από τους υπολογιστές». Καταλήγουμε πάλι σ’ αυτό που χαρακτηρίστηκε «αρχή της ήσσονος προσπάθειας», δηλαδή μπορείς να μάθεις, να προκόψεις, να καλλιεργηθείς, χωρίς προσπάθεια, χωρίς κόπο, εύκολα και γρήγορα, μόνο βλέποντας και ακούγοντας. Κανείς δεν αναφέρει ότι ο υπολογιστής, η οθόνη, πληροφορεί, ενώ το βιβλίο σε μαθαίνει. Οι υπολογιστές λένε γνωρίζουν ορθογραφία, οπότε είναι άχρηστη η εκμάθησή της. Όταν όμως οι επερχόμενες γενεές των Ελλήνων θα συνεννοούνται πιθανότατα με βρυχηθμούς, όταν, δεν θα υπάχει καμμία συνείδηση ιστορικής συνέχειας, γιατί η ελληνική ιστορία και γλώσσα θα υπάρχουν μόνο σε δισκέτες, τότε θα αναζητούμε εναγωνίως αυτούς που θα υπερασπισθούν την εθνική μας ύπαρξη.
Η κυριότερη όμως επίπτωση, και τελειώνω, της τηλεόρασης είναι αυτό που ονομάστηκε αποσύνθεση της οικογένειας. Η αγάπη μας προς τα παιδιά εκφράζεται συνήθως με την παροχή υλικών αγαθών, διασκεδάσεων και με τις μορφωτικές ευκαιρίες. Τα καλά σχολεία, η πολλή και καλή τροφή, τα ρούχα, τα παιχνίδια, η μουσική, η δική τους τηλεόραση, είναι τα μέσα που δείχνουμε την αγάπη για τα παιδιά μας. Όλα αυτά όμως είναι έμμεσες εκδηλώσεις αγάπης, που δεν μπορούν να καταλάβουν τα παιδιά. Οι άμεσες μορφές αγάπης απαιτούν χρόνο και υπομονή. Χρόνο που οι γονείς να αφιερώσουν στο παιδί τους, να μιλάνε μαζί του, να παίζουν, να αστειεύονται, να διαβάζουν μαζί, να το ενθαρρύνουν με την παρουσία τους. Αλλά σήμερα, και αν ακόμη οι γονείς θα ήθελαν να δείξουν έτσι την αγάπη τους στα παιδιά, δεν έχουν ευκαιρίες να το κάνουν. Τα παιδιά «πνίγονται». Το σχολείο, τα αθλήματα, οι ξένες γλώσσες, τα ωδεία και η εντελώς άχρηστη τηλεόραση δεν αφήνουν πρά μόνο λίγο χρόνο για να φιληθούν και να πουν «καληνύχτα».
*Έχει υπολογιστεί στην Αμερική ότι ένας μαθητής του Δημοτικού, με τρίωρη καθημερινή παρουσία μπροστά στην συσκευή βλέπει 8.000 φόνους και 100.000 πράξεις βίας. Έτσι εξηγείται η εφηβική απευαισθητοποίηση στην πραγματική βία, η σκλήρυνση και αποκοίμιση των ηθικών ανακλαστικών.

Περισσότερα
Συνδετήρες

Γιατί είσαι κομπλεξικός;

Θυμάσαι πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος, ο οποίος δεν είχε κανένα συμφέρον να το κάνει, σου είπε πόσο […]

Δείτε ακόμα