Αρθρογραφία

ΞΕΝΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης

Τον Ιούνιο του 1913 το αδιάφορο για τη δημοσιογραφική πένα Κιλκίς επρόκειτο να εμφανισθεί σε περίοπτη θέση στα πρωτοσέλιδα ή στις εσωτερικές σελίδες των εφημερίδων εξαιτίας της ομώνυμης πολύνεκρης μάχης. Τα όσα συνέβησαν εδώ επιχείρησαν να μεταφέρουν στο αναγνωστικό τους κοινό όλες σχεδόν οι ελληνικές εφημερίδες, ενώ οι μεγαλύτερης κυκλοφορίας, όπως η ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, το ΕΜΠΡΟΣ και το ΣΚΡΙΠ, φρόντισαν να στείλουν επιτόπου πολεμικούς ανταποκριτές, πολεμικούς συντάκτας όπως τους ονόμαζαν τότε. Ακόμη και ο ΝΕΟΛΟΓΟΣ ΠΑΤΡΩΝ, η μεγαλύτερη από τις επαρχιακές εφημερίδες της Παλαιάς Ελλάδος έστειλε ίδιον απεσταλμένον, αφού η αχαϊκή πρωτεύουσα ήταν έδρα του 12ου συντάγματος της ΙΙΙ μεραρχίας που πολεμούσε εδώ.
Φυσικά δεν έλειπαν και οι απεσταλμένοι των μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων καθώς το ενδιαφέρον του ξένου Τύπου για τον πόλεμο μεταξύ των πρώην βαλκανικών συμμάχων, τον οποίο προεξοφλούσαν μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας της Βουλγαρίας από τον φιλοπόλεμο, Κιλκισιώτη στην καταγωγή, Στογιάν Ντάνεφ, ήταν έντονο.

Τα ονόματα των ξένων δημοσιογράφων που περιέγραψαν τη μάχη του Κιλκίς μας είναι γνωστά είτε από τα άρθρα τους, τα οποία οι ελληνικές εφημερίδες αλίευαν από τον ευρωπαϊκό Τύπο και αναδημοσίευαν στα δικά τους φύλλα είτε από τις θετικές δηλώσεις τους για την ελληνική πλευρά, τις οποίες οι Έλληνες συνάδελφοι τους φρόντιζαν να δημοσιοποιήσουν αμέσως. Κάποιοι από αυτούς, όπως ο Κρώφορδ Πράις των λονδρέζικων TIMES, ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι στη Θεσσαλονίκη, άλλοι όπως ο Rene Puaux του παρισινού LE TEMPS επισκέπτονταν συχνά την Ελλάδα ενώ για τους υπόλοιπους γνωρίζουμε μόνο τα στοιχεία τους. Αυτοί ήταν ο Albert Trapman και ο Στήβενς της DAILY TELEGRAPH, o Luciano Magrini του IL SECOLO του Μιλάνου, ο Fausto Martini της LA TRIBUNA της Ρώμης ενώ υπήρχαν και ανταποκριτές των γαλλικών εφημερίδων FIGARO και JOURNAL. Ανάμεσά τους κι ένα ανδρόγυνο, ο φωτογράφος του L’ ILLUSTRATION Jean Leune και η ελληνικής καταγωγής σύζυγος του, μια γυναίκα ριψοκίνδυνη που δε δίσταζε να κινείται άφοβα στην πρώτη γραμμή του πυρός.

Κάποιοι από αυτούς παρακολούθησαν τη μάχη από το ξεκίνημα της, από την προπαρασκευή των γυλιών και το φόρτωμα των πολυβόλων στα μουλάρια των μεταγωγικών, μέχρι το τέλος της που γράφτηκε στα καπνίζοντα ερείπια του πυρπολημένου Κιλκίς. Είδαν από κοντά τα «άλματα» στο φλεγόμενο κάμπο και την επίθεση δια της λόγχης στα χαρακώματα και τις περιβολές. Αντίκρισαν τα πτώματα με την αποκρυσταλλωμένη αγωνία στα ακίνητα βλέμματά τους και άκουσαν τα βογγητά των τραυματιών που σέρνονταν στο πεδίο της μάχης με καταξεσκισμένες τις σάρκες και θρυμματισμένα τα οστά από τις βολίδες των σράπνελς και τις σφαίρες των μυδραλιοβόλων. Ξαφνιάστηκαν βλέποντας τους Μουσουλμάνους να υποδέχονται σαν ελευθερωτές τους μέχρι χθες αντιπάλους τους και να αναλαμβάνουν την ταφή των πτωμάτων που βρίσκονταν σε ταχεία αποσύνθεση λόγω της υπερβολικής ζέστης. Παρακολούθησαν τη μεταφορά των αιχμαλώτων με αμαξοστοιχίες στα ίδια βαγόνια με τους αιμόφυρτους τραυματίες αντιπάλους τους και συνομίλησαν μαζί τους. Κάποιοι βρέθηκαν μια ανάσα από το θάνατο και σώθηκαν από τύχη όπως ο Μαγκρίνι που βρισκόταν δίπλα στον συνταγματάρχη Καμπάνη όταν σκοτώθηκε από θραύσμα βολιδοφόρας οβίδας.

Οι λιγότερο τολμηροί προτίμησαν την άνεση και την ασφάλεια της Μπάλτσας αναμένοντας τα φωτεινά σήματα των οπτικών τηλέγραφων για να πληροφορηθούν την εξέλιξη των επιχειρήσεων ή την περιορισμένη άνεση του σταθμού Σαρηγκιόλ όπου μεταφέρθηκε το στρατηγείο την επομένη της μεγάλης μάχης.

Η βασική πηγή ειδήσεων για τις εφημερίδες ήταν το Γραφείο Στρατιωτικών Πληροφοριών του Γενικού Στρατηγείου. Το Γραφείο αυτό στεγάστηκε σε ένα από τα δύο συνεχόμενα οικήματα με το χαμηλό καφενείο της κεντρικής πλατείας της Μπάλτσας, όπου εγκαταστάθηκε το πρωί της 19ης Ιουνίου ο βασιλιάς-αρχιστράτηγος με το επιτελείο και τη συνοδεία του. Μαζί τους φιλοξενήθηκαν σε καταλύματα της κωμόπολης αυτής αξιωματικοί που δεν ανήκαν στο τμήμα επιχειρήσεων, σύνδεσμοι, στρατιώτες και φυσικά οι πολεμικοί ανταποκριτές. Την εξέλιξη των επιχειρήσεων στη γραμμή του μετώπου το Γενικό Στρατηγείο την πληροφορούνταν από τα επιτελεία των μεραρχιών τηλεφωνικά, τηλεγραφικά ακόμη και με σήματα οπτικών τηλεγράφων τα οποία μετέφεραν έφιπποι αγγελιοφόροι. Στη συνέχεια συντάσσονταν τα ανακοινωθέντα, τα οποία διαβιβάζονταν στο υπουργείο Στρατιωτικών ή στο Γραφείο Τύπου στη Θεσσαλονίκη, υπογραφόμενα συνήθως από τον επιτελάρχη Βίκτωρα Δούσμανη.
Υπερβολικοί ήταν οι ισχυρισμοί του Γραφείου Πληροφοριών που υιοθετήθηκαν τόσο από τους Έλληνες όσο και από τους ξένους δημοσιογράφους ότι οι αμυνόμενοι στο Κιλκίς διέθεταν ισοδύναμες ή υπέρτερες δυνάμεις, αφού εκ των υστέρων έγινε γνωστό ότι στη μάχη Κιλκίς – Λαχανά οι Έλληνες παρέταξαν 72 τάγματα και οι Βούλγαροι 59 ενώ στο Κιλκίς η δυσαναλογία ήταν ακόμη μεγαλύτερη, 36 ελληνικά τάγματα απέναντι σε 16 μόνο βουλγαρικά στην αρχή και 24 αργότερα μετά την άφιξη της ταξιαρχίας Σερρών. Αντιθέτως ακριβείς ήταν οι δημοσιογραφικές πληροφορίες για την ισχυρή οχύρωση του Κιλκίς, το οποίο παρουσίαζαν ως Νέα Πλεύνα με τη διαφορά ότι το Κιλκίς έπεσε σε τρεις μέρες ενώ η Πλεύνα άντεξε σε 6μηνη πολιορκία κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877.

*Τοπογράφος – συγγραφέας

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες στην ιστοσελίδα και στο facebook του τεχνικού γραφείου K4station

Περισσότερα

ΚΑΒΑΛΑ 1934 – ΝΕΕΣ ΚΑΒΑΛΕΣ 2024… 90 ΧΡΟΝΙΑ

Συμπληρώνονται φέτος ενενήντα (90) χρόνια, από τη γεωργική αποκατάσταση διακοσίων οικογενειών ανέργων καπνεργατών Καβαλιωτών στο δήμο Παιονίας στη περιοχή Πολυκάστρου (Νέες Καβάλες), […]

Δείτε ακόμα

Την ανάκληση της ΚΥΑ που υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να επιστρέψουν στους παρόχους ενέργειας τις επιδοτήσεις ζητά το Επιμελητήριο Κιλκίς

Ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Κιλκίς Χρήστος Χατζημλάδης απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κωστή Χατζηδάκη, τον […]