Υφίσταται θάνατος στην Ορθοδοξία;

Γράφει ο Πολύδωρος Καβακιώτης
Στη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας η νεκρώσιμη ακολουθία[1], περιλαμβάνει ολόκληρο το οικοδόμημα της δογματικής διδασκαλίας. Από την πρώτη δημιουργία του εκκλησιαστικού σώματος, μαζί με το βάπτισμα, τη θεία ευχαριστία και τα άλλα μυστήρια συμπεριλαμβανόταν δίχως άλλο και κάποια νεκρώσιμη τελετή. Ήδη προς τα τέλη του 5ου αιώνα, υπήρχε ο θεμελιακός κορμός της σημερινής νεκρώσιμης ακολουθίας, που μεταγενέστερα εμπλουτίστηκε με εξαιρετικά κομμάτια άγνωστων ποιητών, και κυρίως με τα ιδιόμελα του Ιωάννη του Δαμασκηνού. Η νεκρώσιμη ακολουθία καλείται μυστήριο, και συγχρόνως υψώνεται σε ανώτερο επίπεδο ως λειτουργική εκδήλωση μέσα στο μυστηριακό σώμα της σύναξης (:συγκέντρωση των πιστών στο ναό). Εντύπωση προκαλεί ο συνδυασμός του μυστηρίου της Θεογενεσίας, δηλ. του βαπτίσματος, με το «μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων». Ο «τετελειωμένος» (:αυτός που έχει φθάσει στο τέλος των αγώνων του) έχει ξεκινήσει με το βάπτισμα μια πορεία αγώνων και επιτυχιών. Η χρίση του βαπτιζόμενου με λάδι συσχετίζεται αναμφίβολα με τη χρίση που κάνει ο ιερουργών στο τέλος της νεκρώσιμης ακολουθίας, χύνοντας λάδι στον κεκοιμημένο. Η πρώτη χρίση καλεί το νεοφώτιστο μέλος στην πορεία μιας τελειοποίησης, όπου απαιτούνται αγώνες˙ η έσχατη αυτή χρίση επιβεβαιώνει το τέλος των αγώνων για την ολοκλήρωση. Τα δύο μυστήρια, σαν δύο οργανικές φανερώσεις του χαρισματικού σώματος λαξεύουν την προκοπή και την τελείωση των μελών της εκκλησίας.[2]
Στα κείμενα της νεκρώσιμης ακολουθίας, το κατ’ εικόνα αποδίδεται στον όλο άνθρωπο, γι’ αυτό και η αθανασία αφορά και το σώμα και την ψυχή, μια και ο θάνατος καταστρέφει πρόσκαιρα, τούτη την ψυχοσωματική ενότητα: «Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον, και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος… Τι το περί ημάς τούτο γέγονε μυστήριον; Πώς παρεδόθημεν τη φθορά και συνεζεύχθημεν τω θανάτω;».
Στην ορθοδοξία δεν υφίσταται θάνατος , παρυπόσταση[3] είναι ο θάνατος. Ο θάνατος είναι βιολογικό γεγονός, αλλά πράγματι δεν δεχόμαστε τον θάνατο. Έχει καταργηθεί ο θάνατος. «Θανάτῳ θάνατον πατήσας». Υπάρχει Ανάσταση του Χριστού, που έχει καταργήσει τον θάνατο. Εμείς καλούμεθα να μετάσχουμε σε αυτήν την κατάργηση, ακυρώνοντας την προσωπική μας αμαρτία. Θάνατος δεν υφίσταται. Θα υπήρχε θάνατος, εάν δεν είχαμε βιώσει το μυστήριο της Αναστάσεως. Θάνατος είναι η διάρρηξη ψυχής και σώματος, ωσότου έλθει το πλήρωμα του χρόνου, δηλ. μέχρι την ανάσταση των σωμάτων και των ψυχών των ανθρώπων. Από την άλλη, η ορθόδοξη θεολογία δεν αμφισβητεί ότι υπάρχει ο βιολογικός θάνατος, που είναι η καταστροφή της ανθρώπινης φύσης. Είναι «φοβερόν και ξένον μυστήριον» ο θάνατος και εχθρός του «κατ’ εικόνα». Το «σκεύος ερράγη», κατ’ ακολουθίαν του θανάτου, και έτσι το κατ’ εικόνα το παίρνει ο κτίστης, ενώ το σώμα το παίρνει η γη.
Η εκκλησία αντιμετωπίζει με τραγικότητα τον θάνατο. Ο θάνατος επιτρέπει στον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει την οριακότητά του και την κτιστότητά του και να ορίσει επακριβώς τον εαυτό του σε αναφορά με αυτήν την κτιστότητα. Κατά μείζονα λόγο, να δομήσει τον εαυτό του σε σχέση με αυτήν την κτιστότητα. Ως εκ τούτου, η κτιστότητα δεν είναι η αποτυχία του ανθρώπου, δεν είναι η πτώση του, δεν είναι η τραγωδία του, είναι η δυνατότητά του. Οι άγιοι πιστεύουν ότι μετά τη δραματική πορεία προς τον θάνατο, φθάνουν στην απόλυτη σχέση με το άκτιστο, με το πρόσωπο της αγάπης, τον Χριστό˙ όμως παρ’ όλα αυτά είναι κάτι το οποίο δεν είναι γνωστό. Θα περάσεις μια διαδικασία που σε τρομάζει. Το άγνωστο πάντα σε τρομάζει. Τι σε κάνει να το αντέχεις και να μην αυτοκτονείς καθημερινά με μικρούς και μεγάλους θανάτους; Η αναμονή, η προσδοκία. Εάν δεν υπάρχει προσδοκία ο άνθρωπος θα τρελαθεί. Αυτή είναι η προσδοκία, που μας σώζει. Υπάρχει κάτι που μας περιμένει κι εμείς είμαστε έτοιμοι να του δοθούμε.
Η εκκλησία είναι βεβαία για την Ανάσταση του Χριστού. Η δική μας ανάσταση είναι μια προσδοκία, επειδή δεν είμαστε μια τελική ύπαρξη, αλλά είμαστε συνεχώς εν κινήσει. Προσδοκώ ανάσταση νεκρών. Η προσδοκία δεν είναι βεβαιότητα, είναι μια ελπίδα, είναι μια θέληση, αλλά όχι βεβαιότητα. Διότι δεν ορίζουμε εμείς την τελική ύπαρξη ή μη ύπαρξη της σχέσης. Κάποιος άλλος την ορίζει που μας υπερβαίνει. Γι’ αυτό στην εξόδιο ακολουθία τι ακούμε; «Εγώ ειμί η Ανάσταση και η ζωή». Αυτό το πρόσωπο ορίζει τα πράγματα. «Εγώ ειμί». Δεν είσαι εσύ η ανάσταση και η ζωή. Εγώ το άκτιστο. Και όποιος κοινωνεί μαζί μου, υφίσταται, δεν κατανοεί θάνατο, δεν βιώνει θάνατο. Ο μόνος που τώρα μπορεί να ξαναφτιάξει το «αρχαίον κάλλος», να φωτίσει και ν’ αναστήσει σώμα και ψυχή είναι ο τριαδικός Θεός, ο ζωαρχικότατος (: που χρησιμεύει ως πηγή της ζωής) Λόγος. Ούτε άγγελοι, ούτε άνθρωποι δεν μπορούν να βοηθήσουν τον άνθρωπο που νικήθηκε «φθόνω διαβόλου» και απώλεσε τη λατρεία του Θεού και προφανώς τη μετοχή του στη θεία δόξα. Ο καθημερινός μας θάνατος είναι η απώλεια των σχέσεων, η τραγικότητα της οντολογικής μοναξιάς με Θεό ή χωρίς Θεό.[4]
Επίμετρο
Η άποψη του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού ότι ο κόσμος και ο άνθρωπος δημιουργήθηκαν εξαρχής από τον Θεό κατά πρόγνωση της παράβασης του ανθρώπου, έτσι όπως σήμερα τους βλέπουμε, υποδηλώνει ότι η «φθορά» και ο «θάνατος» του ανθρώπου, αλλά και το «άστατον» και το «ανώμαλον» της υλικής κτίσεως, δεν συνιστούν συνέπειες κάποιου προπατορικού αμαρτήματος, αλλά φυσική κατάληξη της κτιστότητάς τους. [PG 91, 1104 ΑΒ]. Την ερμηνεία αυτή στηρίζει ο άγιος Μάξιμος στην αντίληψή του πως πτώση και γένεση πραγματοποιούνται ταυτόχρονα ή καλύτερα σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου, πως η πτώση πραγματοποιείται «άμα τω γενέσθαι» [PG 91, 1321 ΑΒ], ή «άμα τω είναι» [PG 90, 613 C].[5]
Στην ορθοδοξία δεν υφίσταται θάνατος, παρυπόσταση είναι ο θάνατος. Ο θάνατος είναι βιολογικό γεγονός, αλλά αληθινά δεν δεχόμαστε τον θάνατο. Έχει καταργηθεί ο θάνατος, κατά το: «Θανάτῳ θάνατον πατήσας». Υπάρχει ανάσταση του Χριστού, που έχει καταργήσει τον θάνατο. Εμείς καλούμαστε να πάρουμε μέρος σε αυτήν την ακύρωση, αθετώντας την προσωπική μας αμαρτία. Θάνατος δεν υπάρχει. Θα υπήρχε θάνατος, αν δεν είχαμε βιώσει (:ζήσει) το μυστήριο της Αναστάσεως. Συμπερασματικά, θάνατος είναι η διάρρηξη ψυχής και σώματος, ωσότου έλθει το πλήρωμα του χρόνου, δηλαδή μέχρι την ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων των ανθρώπων.Η Ανάσταση του Χριστού βιώνεται με την πίστη μέσα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.Χωρίς την προσδοκία της Ανάστασης ,η πίστη της Εκκλησίας είναι ανωφελής.
Η εξορία του θανάτου
Είναι κοινά αποδεκτό σήμερα, ότι ο θάνατος συνιστά το αφρόντιστο και περιφρονημένο παιδί του τεχνικού πολιτισμού τόσο σε Ανατολή όσο και σε Δύση. Αντικείμενο απαγόρευσης και άρνησης κοινωνικής που επιτάσσει ο καθωσπρεπισμός. «Στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες», επισημαίνει ο π. Φιλόθεος Φάρος, «το θέμα του θανάτου είναι το σημαντικότερο ταμπού, και επικρατεί μια τεράστια συνωμοσία που προσπαθεί να μην επιτρέψει την προφορά αυτής της πορνογραφικής λέξης: θάνατος. Ο θάνατος έχει γίνει ένα θέμα απαγορευμένο, μία βωμολοχία{=χυδαία αστειότητα}, που προκαλεί περισσότερη αμηχανία από το σεξ. Πραγματικά, στις αγγλοσαξωνικές δυτικές κοινωνίες έχει γίνει μια μετατόπιση όσον αφορά την κοινωνική σεμνοτυφία και ενώ η σεξουαλική συνουσία αναφέρεται πιο ελεύθερα, ο θάνατος γίνεται όλο και περισσότερο ένα απρεπές θέμα. Η βωμολοχία του θανάτου αποφεύγεται επιμελημένα από τις συζητήσεις των καθωσπρέπει ανθρώπων και επικρατεί ευρύτερα η δεισιδαίμων πεποίθηση ,ότι όταν δεν αναφέρεται ο θάνατος θα εξαφανισθεί και τελικά θα… πεθάνει. Πρόκειται γι’ αυτό που μερικοί κοινωνιολόγοι αποκαλούν θάνατο του θανάτου».[6]
Χειροπιαστό παράδειγμα αυτής της εξορίας του θανάτου από την περιοχή δράσης της ζωής των ανθρώπων συνιστά η απομάκρυνση των κεκοιμημένων από τον οικείο χώρο (:το σπίτι), αμέσως μετά τη θανή τους, η φύλαξή τους σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους δίπλα, κοντά στα κοιμητήρια, μέχρι και τη στιγμή της κήδευσής τους, αλλά και η τοπική εξορία του κοιμητηρίου από το κέντρο των πόλεων και των χωριών. Πράξεις που φανερώνουν την εύκολη μεταφορά από την εξορία του θανάτου στην απόθεση των ίδιων των κεκοιμημένων. Δεν είναι λίγες οι φορές στον τόπο μας, που οι τεθλιμμένοι συγγενείς (θρηνούν;) εν απουσία του κεκοιμημένου, γεγονός που φανερώνει ότι το σώμα σήμερα απειλείται. Εν απουσία του δικού τους ανθρώπου, για τον οποίο η αμείλικτη πραγματικότητα έχει φυλάξει στο τέλος το συρτάρι ενός ψυγείου σε κάποιο νεκροτομείο. Εικόνες που αποκαλύπτουν την τραγωδία ενός σώματος που σταδιακά παύει να συσχετίζεται με το νόημα της ζωής. Συνήθως η πρόφαση, για τούτη την απομάκρυνση των νεκρών από τον χώρο των ζώντων, συνδέεται με λόγους υγείας και υγιεινής και ενίοτε μιας στρεβλής αισθητικής. Όλοι όμως σήμερα γνωρίζουμε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η φλεβοτομία του μυστηριακού χαρακτήρα του θανάτου και η συνοδεύουσα σχάση των ζώντων με τους κεκοιμημένους. Πράγματι, πρόκειται για διάλυση της μυστηριακής ενότητας, που συνιστά πλέον λαογραφική ανάμνηση, παρά δυνατότητα σχέσης και ζωής.
Συμπλήρωση αυτής της αδυναμίας του σύγχρονου ανθρώπου να παραδεχθεί τον θάνατο, συνιστά δίχως άλλο και η αδυναμία του να παραδεχθεί τη ζωή. Το σπρώξιμο (:η αποστροφή) του θανάτου, αλλά και της ασθένειας, της αρρώστιας, συνιστά αληθινά, απέλαση της ίδιας της ζωής. Πράξη που φανερώνει τον απόλυτο αποπροσανατολισμό του ανθρώπου, που ολοκληρώνεται με το μακιγιάρισμα του νεκρού, που συνεχίζει το μακιγιάρισμα που ο άνθρωπος ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της ζωής. Πράγμα που υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος γίνεται δραπέτης από όλα εκείνα που συνιστούν την κτιστότητά του, δηλονότι εκείνο το είναι, που τελειοποιείται στη συνάντηση με την όντως ζωή, που πάτησε με τον θάνατό της τον θάνατο (θανάτῳ θάνατον πατήσας) και μετέβαλε εν ακαρεί την ήττα σε νίκη.[7]
Η αμοιβαιότητα μεταξύ θεωρίας και πράξης
Η δογματική διδασκαλία της νεκρώσιμης ακολουθίας προσφέρει δίχως άλλο και αυτή, όπως όλη η λατρεία και η τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ένα ακόμη διακριτικό γνώρισμα του φυσικού δεσμού μεταξύ θεωρίας και πράξης, αλήθειας και ζωής. Τέτοια πολλά διακριτικά γνωρίσματα μας πείθουν ότι στον χώρο της Ορθοδοξίας δεν υπήρξαν αυτοτέλειες και πτήσεις θεωρητικών διδασκαλιών και στοχασμών. Η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική, η ποίηση, η φιλοσοφία και η μουσική συνήψαν δεσμούς άμεσα με τη ζωή και την πράξη. Υπήρχε μια στερεά αμοιβαία εξάρτηση και εναλλαγή μεταξύ θεωρίας και πράξης. Όποια από τις δύο και εάν έχει κάποια προτεραιότητα, τελικά αντικρύζει κανείς μια υγιή και ανεξιχνίαστη συνάντηση αλήθειας και ζωής.[8]
Μέση κατάσταση και κρίση των ψυχών
Σύμφωνα με τον αείμνηστο καθηγητή της θεολογικής σχολής του ΑΠΘ, Νικόλαο Ματσούκα, η πραγμάτευση της μέσης κατάστασης και κρίσης των ψυχών γίνεται με καθαρή ιστορικοφιλολογική μέθοδο πάνω στα μνημεία της παράδοσης (=δηλ. αποφάσεις οικουμενικών συνόδων, πατερικά κείμενα, βιβλικά κείμενα κλπ) και την εμπειρία της εκκλησιαστικής ζωής.
Τα μνημεία της παράδοσης είναι και μνημεία του πολιτισμού, διότι από τη στιγμή που κυκλοφορούν και υφίστανται, δεν ανήκουν μόνο σε μας, ανήκουν στον παγκόσμιο πολιτισμό.
Ο αλησμόνητος καθηγητής Ματσούκας μεταξύ άλλων, λέγει:
«Έτσι όσο ξέρω καμιά σχολαστική διερεύνηση της περιώνυμης αυτής μέσης κατάστασης δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει σε βιβλικά, πατερικά και λειτουργικά κείμενα, εκτός εάν προσκολληθεί σε μερικά φρασίδια και δεν κατανοήσει με σωστή ερμηνεία τις όποιες συμβολικές και εικονικές παραστάσεις, που κάνουν λόγο για «κόλπους Αβραάμ», για φωτεινούς τόπους μακαριότητας, ή για κοιλάδες ζόφου και κόλασης. Στην προκειμένη περίπτωση η σωστή ερμηνεία διαβλέπει άμεσα και αμέσως τη σχέση όλης της κτίσης προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της κυρίαρχης θείας δόξας του Ζωντανού Θεού. Επομένως, τόσο στα βιβλικά όσο και στα κείμενα της περαιτέρω παράδοσης η αθανασία του ανθρώπου και «η επί γης και εν ουρανοίς» πορεία του νοείται στην παραπάνω σχέση. Ο Θεός είναι η μοναδική ζωή και η πηγή κάθε κίνησης και ζωής. Αυτό το πράγμα σημαίνει δημιουργία εκ του μη όντος. Η θέα της θείας δόξας εξασφαλίζει και τη σωστή πορεία του ανθρώπου. Ο Θεός είναι ο ζων και ο χορηγός της ζωής, ο μόνος αθάνατος. Ο άνθρωπος είναι ο θνήσκων και ο κατά χάρη και μετοχή αθάνατος….
Οτιδήποτε λέγεται για θάνατο, τόπους παραδείσου και κόλασης, ανάσταση νεκρών, κρίση και δοξασμένη ζωή των φίλων και αγίων του Θεού, εντάσσεται στην παραπάνω περιρρέουσα ατμόσφαιρα της θείας και “ζωαρχικής (:που χρησιμεύει ως πηγή της ζωής) δόξας” και επισημαίνει απλώς τις φάσεις της τελειωτικής πορείας του ανθρώπου ως τα έσχατα και ως την ατελεύτητη περαιτέρω δοξαστική εκλάμπρυνση του ανθρώπου. Πρόκειται για ανεπίτρεπτο και κωμικό σχολαστικισμό, αντίθετο προς τις πηγές μας, αν επιχειρούμε να καθορίσουμε τι ακριβώς ζει μετά θάνατον και τι δεν ζει! Τα πάντα και όλα τα όντα κινούνται και ζουν στους κόλπους της ζωαρχικής Τριάδας. Η δεκτικότητά τους τα ικανώνει να βλέπουν τη θεία δόξα και να τελειώνονται, και η εμμονή άλλων να μη θέλουν τον Θεό τα απομακρύνει από την τελειωτική πρόοδο.
Επομένως δεν υπάρχουν δύο τόποι ανεξάρτητοι, ο παράδεισος ως κήπος απολαύσεων και η κόλαση ως φυλακή των αδίκων, αλλά ο ένας ζωαρχικός τριαδικός Θεός και τα πλάσματα που κοινωνούν ή δεν κοινωνούν μαζί του…
Κανένας σχολαστικισμός δεν χρειάζεται, μήτε τον επιτρέπουν τα κείμενά μας, να καθορίσουμε ακριβώς πώς είναι η αθανασία των ψυχών, των πνευμάτων, της εικόνας του Θεού, των πολιτών του παραδείσου, των σωμάτων, των δούλων του Θεού! Ζωή είναι ο Θεός, που απαθανατίζει και αφθαρτίζει τα πάντα σε πορεία έντασης, εσχατολογικής δόξας και ακατάληκτης ολοκλήρωσης…»[9]
Οτιδήποτε λέγεται για θάνατο, τόπους παραδείσου και κόλασης, ανάσταση νεκρών, κρίση και δοξασμένη ζωή των φίλων και αγίων του Θεού, κατατάσσεται στο περιβάλλον της θείας και ζωαρχικής (:που χρησιμεύει ως πηγή της ζωής) δόξας και τονίζει τις φάσεις της τελειωτικής πορείας του ανθρώπου ως τα έσχατα και ως την ατελείωτη περαιτέρω δοξαστική ακτινοβολία του ανθρώπου. Το να επιχειρούμε να προσδιορίσουμε τι ακριβώς ζει μετά θάνατον και τι δεν ζει είναι αντίθετο προς τις πηγές μας και ανεπίτρεπτος σχολαστικισμός. Τα πάντα και όλα τα όντα πορεύονται και ζουν στους κόλπους της ζωαρχικής Τριάδας. Η επιδεκτικότητά τους τα καθιστά ικανά να αντικρύζουν τη θεία δόξα και να τελειοποιούνται, και η εμμονή άλλων να μη θέλουν τον Θεό τα απομακρύνει από την οριστική πρόοδο. Καταληκτικά, δεν υπάρχουν -2- τόποι ανεξάρτητοι, ο παράδεισος ως κήπος απολαύσεων και η κόλαση ως φυλακή των αδίκων, αλλά ο ένας ζωαρχικός Τριαδικός Θεός και τα πλάσματα που κοινωνούν ή δεν κοινωνούν μαζί του.[10]
Η αμφίσημη[11] παραδοχή του θανάτου
Η άρνηση της ζωής γίνεται στο όνομα μιας νοσηρής επίγειας «αθανασίας», της αθανασίας των ψευτοπραγμάτων, που εξομοιώνεται με την απολυτοποίηση της στιγμής και δεν εννοεί τη δυνατότητα των εσχάτων. Μιας αναζήτησης της αθανασίας στα όρια του απόλυτου παρόντος, που αποποιείται να δεχθεί τους όρους και τα όρια της ανοικτής ύπαρξης. Πράξη που ανασύρει το είναι της σε ένα διαρκές και αγχογόνο φτιασίδωμα (:ωραιοποίηση) της φθοράς, σε μια ανέραστη στατικότητα, που ευθύνεται για τη συνεχή άρνηση του πραγματικού εαυτού και επομένως όλων εκείνων των ωραίων στιγμών, οι οποίες συνοδεύουν τη συνεχή αλλαγή του στον δρόμο που νοηματοδοτεί η ελπίδα της τελικής μεταμόρφωσης.[12]
Σε επίρρωση των ανωτέρω, παραθέτω αυτούσιο ένα σχόλιο του Χρήστου Γιανναρά σε 2 προσωπογραφίες του, μια του 1972 και η άλλη του 1992: «Ποιός ο αληθινός εαυτός μας, το πραγματικό μας πρόσωπο; Πότε και πού σαρκώνεται η μοναδική μας ταυτότητα, ποιός ο «πυρήνας» της ύπαρξής μας, το «υποκείμενο» τόσο του κάλλους όσο και της φθοράς; Στροβιλιζόμαστε στο κενό, στο αξεδιάλυτο μυστήριο του θανάτου. Μάθαμε τη συγκρότηση του πυρήνα των ατόμων, τη δομή του DNA, τη σύνθεση του φωτός, τα στοιχεία της ύλης των απώτατων γαλαξιών. Και δεν ξέρουμε να ορίσουμε ούτε την έναρξη ούτε το πέρας του ανθρώπινου υποκειμένου, του ίδιου του εαυτού μας. Ένα ζευγάρι ανθρώπινα μάτια και η συνείδηση πίσω από το εύγλωττο βλέμμα είναι ένα «άλλο» απροσμέτρητο σύμπαν. Όπου ψάχνουμε ατελέσφορα το αίνιγμα του θανάτου».[13]
Και εάν ένας τρόπος με τον οποίο υποβοηθείται το έγκλημα απέναντι στον θάνατο είναι η άρνησή του, ο έτερος τρόπος είναι οπωσδήποτε η «αποδοχή»του, που επικουρείται μέσα από έναν κατηγορηματικό «ασκητισμό» (:Μτφ. Ζωή λιτή και χωρίς χαρές) και την άρνηση της σάρκας.[14] Ο θάνατος στην περίπτωση αυτή, δεσπόζει καταθλιπτικά πάνω στη ζωή, την οποία στο τέλος παραγκωνίζει. Τα πάντα είναι αλλού και η ιστορία μια φρεναπατηλή (:εσφαλμένης αντίληψης) αμαρτία, που πρέπει να ξεπεραστεί προκειμένου να υπερισχύσει το ειδωλοποιημένο επέκεινα (:η μετά θάνατον ζωή). Το μόνο νόημα της ζωής σύγκειται στην προετοιμασία για τον θάνατο. Σε μια διαρκή απουσία που δεν ξέρει ότι η μνήμη του θανάτου, αλλά και αυτός ο ίδιος ο θάνατος, συνιστά τη μόνη δυνατότητα για μετοχή στο μυστήριο της ζωής.[15]
O Πατέρας Αλέξανδρος Σμέμαν σημείωνε στις 16 Σεπτεμβρίου του 1974: «Στὴ διάρκεια αὐτῶν τῶν ἡμερῶν διάβασα καὶ ἐργάστηκα, προετοιμαζόμενος γιὰ μιὰ νέα σειρὰ μαθημάτων – Ἡ Λειτουργία τοῦ Θανάτου. Στὴν ἀρχή, τὸ θέμα φαινόταν μᾶλλον εὔκολο καὶ βατό, ἀλλὰ κατόπιν περιεπλάκη καὶ βάθυνε. Ὁ θάνατος βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς θρησκείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ἡ στάση μας ἀπέναντι στὸν θάνατο προσδιορίζει τὴ στάση μας ἀπέναντι στὴ ζωή. Κάθε ἄρνηση τοῦ θανάτου ἁπλῶς αὐξάνει τὴ νεύρωση (ἀθανασία), ὅπως κάνει καὶ ἡ ἀποδοχή του (ἀσκητισμός, ἄρνηση τῆς σάρκας). Μόνο ἡ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἀπάντηση, καὶ προϋποθέτει τὴν ὑπέρβαση καὶ τῶν δύο, τῆς ἄρνησης καὶ τῆς ἀποδοχῆς – «ὁ θάνατος κατεπόθη εἰς νεῖκος». Τὸ ἐρώτημα εἶναι «ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ νίκη;». Ἀρκετὰ συχνὰ λησμονοῦμε τὴν ἀπάντηση. Γι’ αὐτὸ παραμένουμε ἀβοήθητοι ὅταν ἀσχολούμαστε μὲ τὸν θάνατο. Ὁ θάνατος ἀποκαλύπτει – πρέπει ν’ ἀποκαλύπτει – τὸ νόημα ὄχι τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τῆς ζωῆς. Ἡ ζωὴ δὲν πρέπει νὰ εἶναι μιὰ προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο, ἄλλα μιὰ νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου, ἔτσι ὥστε ὁ θάνατος νὰ γίνεται θρίαμβος τῆς ζωῆς, ἐν Χριστῷ. Διδὰσκουμε γιὰ τὴ ζωὴ χωρὶς νὰ τὴν ἀναφέρουμε στὸν θάνατο, καὶ γιὰ τὸν θάνατο, σὰν νὰ εἶναι κάτι ἄσχετο πρὸς τὴ ζωή. Ὁ Χριστιανισμός, ὅταν βλέπει τὴ ζωὴ μόνο ὡς μιὰ προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο, κάνει τὴ ζωὴ δίχως σημασία καί ὑποβαθμίζει τὸν θάνατο σ’ ἕνα «ἄλλο κόσμο», πού δὲν ὑπάρχει, ἐπειδή ὁ Θεὸς δημιούργησε μόνον ἕναν κόσμο, μιὰ ζωή. Κάνει τὸν Χριστιανισμὸ καί τὸν θάνατο νὰ χάνουν τὴ σημασία τους ὡς νίκη. Δὲν λύνει τὸ πρόβλημα τῆς νεύρωσης τοῦ θανάτου. Τὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὴ μοίρα τῶν νεκρῶν πέρα ἀπὸ τὸν τάφο, καθιστᾶ τὴ χριστιανικὴ ἐσχατολογία δίχως νόημα. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εὔχεται γιὰ τοὺς νεκρούς. Εἶναι (πρέπει νὰ εἶναι) ἡ συνεχὴς Ἀνάστασή τους, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ζωὴ μέσα στὸν θάνατο, ἡ νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου, ἡ καθολικὴ Ἀνάσταση.[16]
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Στην υφιστάμενη συμπαντική πραγματικότητα, ο άνθρωπος με την ιστορία του έχει υπόσταση και καταλαβαίνεται σε αναφορά: 1) με τον Θεό (φανερόν ότι με τη συμμετοχή στις θείες ενέργειες, 2) με την κτίση και 3) με τον συνάνθρωπό του. Διατάραξη αυτής της σχέσης, δημιουργεί τα φαινόμενα της πτώσης, του θανάτου και του δαιμονισμού.[17]
[1] Νεκρώσιμη ακολουθία (η) = ειδική εκκλησιαστική ακολουθία, που ψάλλεται μετά τον θάνατο ενός χριστιανού και πριν από την ταφή του. Κατά την νεκρώσιμη ακολουθία, που τελείται μέσα στο ναό, ψάλλεται ο «Άμωμος», δηλαδή τρεις στάσεις από τον 118ο Ψαλμό (λέγεται Άμωμος, γιατί η πρώτη στάση αρχίζει με τις λέξεις: “Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ..”). Άλλα σημαντικά στοιχεία της ακολουθίας αυτής είναι: α) τα τροπάρια που έχει συνθέσει στους οκτώ ήχους ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και τα οποία, στην ουσία, αποτελούν μια συνοπτική φιλοσοφία της ζωής και του θανάτου. Π.χ. «Ποία τοῦ βίου τρυφή (= απόλαυση, ηδονή) διαμένει λύπης αμέτοχος; Ποία δόξα ἔστηκεν ἐπί γῆς ἀμετάθετος; Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρου ἀπατηλότερα˙ μία ῥοπή καί ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται˙ ἀλλ’ ἐν τῷ φωτί, Χριστέ, τοῦ προσώπου σου καί τῷ γλυκασμῷ τῆς σῆς “ωραιότητος, ὅν ἐξελέξω ἀνάπαυσον ὡς φιλάνθρωπος» … «Πάντα ματαιότης τά ἀνθρώπινα ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετά θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ διαμένει ἡ δόξα˙ ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται» κ.ά. β) οι Μακαρισμοί, γ) Το αποστολικό ανάγνωσμα είναι: Α’ Θεσ. 4: 13-17, που αναφέρεται στην ανάσταση των νεκρών και τη μέλλουσα κρίση, δ) με ανάλογο περιεχόμενο το ευαγγελικό ανάγνωσμα (Ιωάν. 5, 24-30). ε) συγχωρητικές ευχές και μερικά ακόμη τροπάρια και ευλογητάρια, για να ολοκληρωθεί η νεκρώσιμη ακολουθία, με την προτροπή του αποχαιρετισμού—προσωρινά— του νεκρού από τους επιζώντες παρευρισκόμενους σ’ αυτήν: «Δεῦτε, τελευταῖον ἀσπασμόν δῶμεν, ἀδελφοί, τῷ θανόντι …». Με την νεκρώσιμη ακολουθία η Εκκλησία αφενός υπενθυμίζει στον άνθρωπο τη θνητότητά του, την ματαιότητα των εγκοσμίων και τη μετάνοια, αφετέρου δε τονίζει τους δεσμούς αγάπης που συνδέουν τα μέλη της στρατευόμενης εκκλησίας προς εκείνα της θριαμβεύουσας.1α
1α Δρίτσας Δ., Μπαλιάτσας Δ., Καραμάτσκος Δ., Λεξικό Πρωτοχριστιανικών, Βυζαντινών και Νεωτέρων Ορθοδόξων Όρων, εκδόσεις ΕΝΝΟΙΑ, Αθήνα 2005, σσ.222-3.
[2] Ματσούκας Νικ., «Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα», εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992, σσ.11-14.
[3] Η παρυπόσταση (παρυφίσταμαι): η κατά συμβεβηκός (όχι καθαυτό) υπόσταση. «Διό οὔτε ὑπόστασιν ἔχει τό κακόν, ἀλλά παρυπόστασιν, τοῦ ἀγαθοῦ ἕνεκα καί οὐχ ἑαυτοῦ γινόμενον»,{δηλ.η παρυπόσταση=ύπαρξη που οφείλει την υπόστασή της στην απουσία του αγαθού}, Διον. Αρεοπαγίτου.
[4] Σταμούλης Χρυσ., Έρως και θάνατος, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σσ.213-248. Πρβλ. Ματσούκα Νικ., Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων, όπ.π., σσ.29-31.
[5] Σταμούλης Χρυσ.,Έρως και θάνατος, όπ.π., σσ.256-257.
[6] π. Φάρος Φιλ., Το πένθος. Ορθόδοξη, λαογραφική και ψυχολογική θεώρηση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1988, σ.59, στο: Σταμούλη Χρυσ. Έρως και θάνατος, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σσ.204-205.
[7] Σταμούλης Χρυσ. Έρως και θάνατος, όπ.π., σσ.203-210.
[8] Ματσούκας Νικ., Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992, σ.34.
[9] Ματσούκας Νικ., όπ.π., σσ.35-36.
[10] Ματσούκα Νικ., Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992, σ.36.
[11] Η αμφισημία: η διφορούμενη σημασία λέξης, φράσης ή πρότασης˙ το να γίνεται αντιληπτή με 2 διαφορετικούς τρόπους.2α
2α Μπαμπινιώτη Γ., ΛΕΞΙΚΟ ΤΩΝ ΠΙΟ ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, Εκδόσεις Κέντρο Λεξικολογίας ΕΠΕ, γι’ αυτή την έκδοση, ΤΟ ΒΗΜΑ/ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ Α.Ε., Αθήνα 2024, σ. 78.
[12] Αλεξιάς Γ.Τ., Ο θάνατος ως show, ως Καταναλωτικό Αγαθό: Η περίπτωση της έκθεσης «Body Worlds», επιμέλεια Μαγριπλής Α.Γ.,….,σσ.79-80, στο: Σταμούλης Χρυσ. Έρως και θάνατος, εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ.210.
[13] Γιανναράς Χρ., Τα καθ’ εαυτόν, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1995, σσ.20-21, στο: Σταμούλης Χρυσ. Όπ.π., σ.212.
[14] Σταμούλης Χρ., Κάλλος το άγιον.Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, σ.85.
[15] Όπ.π., σσ.266-294.
[16] π. Α. Σμέμαν, Ημερολόγιο, σσ.83-84, στο: Σταμούλης Χρ. Έρως και θάνατος, όπ.π., σσ.217-218.
[17] Μ. Αθανασίου,Κατά Αρειανών, 1,20 PG 26, 53Α˙ Κατά Ελλήνων 41 PG 25, 81C, Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια περί αγάπης, PG 90, 1025 BC˙ βλ. Ρωμ. 11:29 στο: Ματσούκα Νικ. Δογματική και Συμβολική Θεολογία Δ΄, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2016, σ.63.


