Αρθρογραφία

Η δράση των προτεστάντων ιεραποστόλων στον Ελλαδικό χώρο

Γράφει ο Πολύκαρπος Καβακιώτης

Ο Προτεσταντισμός με πρόσχημα τη διάδοση της Αγίας Γραφής, προσφορά βιβλίων και συγγραμμάτων1, τη δημιουργία σχολείων2 και άλλα διάφορα μέσα επεδίωξε να ελκύσει μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τη Μεταρρύθμιση, γεγονός το οποίο οδήγησε την κάτω από δύσκολες συνθήκες ευρισκόμενη Ορθόδοξη Ἐκκλησία να αμυνθεί με όλες τις δυνάμεις της.

Στην αντιπαράθεση αυτή θίχτηκαν οι περισσότερες διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Προτεσταντισμού και κυρίως οι λιγότερο θεωρητικές και σε μεγαλύτερο βαθμό προσιτές στον λαό για την Ιερά Παράδοση, τη Θεοτόκο, τους Αγίους, τις εικόνες και τα λείψανά τους, τις νηστείες και τα διάφορα άλλα εκκλησιαστικά έθιμα, όπως και για τα -7- μυστήρια.

Διαφορές γύρω από τις οποίες έγιναν έντονες συζητήσεις, με τους μισιονάριους του Προτεσταντισμού να προσβάλλουν με σφοδρότητα την ορθόδοξη διδασκαλία για όλα τα ανωτέρω (Ιερά Παράδοση κ.λ.π.)3

Από τις αρχές του 19ου αιώνα ο Προτεσταντισμός προσπάθησε να εξαπλώσει τη θρησκευτική Μεταρρύθμιση στην Ανατολή, με τον προσηλυτισμό των λαϊκών μαζών αξιοποιώντας προς όφελός του την αμάθεια και την εξαθλίωσή τους, με ελάχιστα ηθικά και αναξιοπρεπή μέσα.4

Η οικτρή κατάσταση της Ορθόδοξης Ανατολής στις αρχές του 19ου αιώνα, κατακολουθίαν της υπό τον Τουρκικό ζυγό ευρισκομένης Ελληνικής Εκκλησίας και της μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας και αμάθειας του υπόδουλου Ελληνικού λαού, που επιδεινώθηκε από τη μεγάλη Ελληνική επανάσταση του 1821, δεν διέφυγε της προσοχής των Προτεσταντών, οι οποίοι θεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία, να εξαπολύσουν εναντίον της φανατικούς ιεραποστόλους,που δοκίμασαν για μια μόνο φορά ακόμη, με την ίδρυση μορφωτικών ιδρυμάτων, με τη μετάφραση των αγίων Γραφών στην απλοελληνική γλώσσα5 και με άφθονα χρηματικά και ποικίλα άλλα μέσα, να εισαγάγουν προτεσταντικές ιδέες, κατά προτίμηση, ανάμεσα στον Ελληνικό λαό, και έτσι να επιτύχουν την άλωση της Ελληνικής Εκκλησίας εκ των κάτω.6

Επειδή έτσι είχαν τα πράγματα, εμφανίστηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα οι πρώτοι διαμαρτυρόμενοι ιεραπόστολοι στην Ανατολή, ως απεσταλμένοι Αγγλικών και Αμερικανικών Εταιριών. Οι μισιονάριοι αυτοί, είχαν ήδη αρχίσει να δραστηριοποιούνται από το 1810. Διέδιδαν δηλαδή την Αγία Γραφή στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση και ίδρυαν σε πολλά μέρη σχολεία. Έτσι το 1810 η Αγγλική Βιβλική Εταιρεία, εξέδωσε για τέταρτη φορά τη νεοελληνική μετάφραση της Κ. Διαθήκης, την οποία είχε εκπονήσει ο Μάξιμος ο Καλλιπολίτης* (1638), μαθητής του Κυρίλλου Λουκάρεως.

Το 1831 η Βιβλική Εταιρεία της Γενεύης απέστειλε 10.000 αντίτυπα μεταφράσεων των Γραφών και άλλων ωφελίμων διδακτικών βιβλίων στον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, τα οποία εκείνος με ευγνωμοσύνη αποδέχθηκε. Το 1839 η αντίστοιχη Αμερικανική, μοίρασε στην Ελλάδα 2.704 τόμους των αγίων Γραφών και 314.381 άλλα μικρότερα βιβλία.7

Στο τέλος του 1823 ή στην αρχή του 1824, εμφανίστηκαν στην Ελλάδα οι πρώτοι Ιεραπόστολοι και αντιπρόσωποι Βιβλικών Εταιρειών που διέδιδαν μεταφράσεις της Αγίας Γραφής στην απλοελληνική γλώσσα. Μετά από μια τριετία πήγε στην Αίγινα ο ελληνομαθής Άγγλος ιεραπόστολος Άρτλεϋ (J. Hartley), που ίδρυσε Σχολή για τη διδασκαλία των Ελληνοπαίδων.

Τις ενέργειες όλων αυτών των μισιοναρίων, που τόσο πολύ δεν τις υποψιάζοντο και σε συνδυασμό με την άγνοια που ίσως επικρατούσε, αναφορικώς με τις διαφορές μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Προτεσταντισμού, οι Έλληνες τις αποδέχθηκαν ευχαρίστως και μάλιστα ζήτησαν τη συνεργασία τους στη σύνταξη των διδακτικών βιβλίων των πρώτων ελληνικών σχολείων, που δημιουργήθηκαν επί Καποδίστρια και φοιτούσαν στα σχολεία και τα κηρύγματά τους.

Η Εκκλησία και η Κυβέρνηση υποστήριζαν το έργο τους και μνημονεύεται η περίπτωση του ιεραποστόλου Άρτλεϋ, ο οποίος κήρυττε και από τον άμβωνα ορθοδόξου ναού, έχοντας πολλούς ακροατές μεταξύ των οποίων ήσαν Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί. Μεταξύ των ακροατών του Άρτλεϋ συγκαταλέγεται ο τότε επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος Μεταξάς, ο οποίος ως επίσκοπος Αττικής μέχρι το 1837 είχε στενές σχέσεις με τους προτεστάντες μισιονάριους, σε ανυποψίαστη βάση. Προσκαλείτο σε κηδείες λουθηροκαλβινιστών στην Αθήνα και τελούσε τη νεκρώσιμη ακολουθία μαζί τους, μέσα στους ορθόδοξους ναούς.

Κατά την υποδοχή του Όθωνα στην Αθήνα, ο Νεόφυτος Μεταξάς φορώντας τα αρχιερατικά άμφια, είχε και προτεστάντες πάστορες στη συνοδεία του. Ο δε Άρτλεϋ αφού περιόδευσε την Ελλάδα, φιλοξενήθηκε και στη Μονή του Μ. Σπηλαίου.8

Το 1819 ο Εθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, αποδέχτηκε τη μετάφραση των αγίων Γραφών από την Αγγλική Βιβλική Εταιρεία, στην οποία συνεργάστηκαν και οι Έλληνες λόγιοι Βαλέττας, Βάμβας, Τυπάλδος και άλλοι, ενώ το 1843 με δαπάνες της ίδιας Εταιρείας και με επιστασία της Ιεράς Συνόδου, έγινε στην Αθήνα και νέα έκδοση των Ο΄ σε -4- τόμους που δωρήθηκε στον Ελληνικό λαό.9

Αργότερα όμως, η ευνοϊκή αυτή διάθεση του ελληνικού κοινού προς τους ξένους ιεραποστόλους μεταβλήθηκε σε δυσμένεια, όταν έγινε γνωστό, ότι μερικοί από αυτούς, όπως ο Ιωνάς Κίνγκ απεσταλμένος της American Board of Commissioners for foreing Missions, επιπρόσθετα και στοχευμένα διενεργούσαν κρυφά προσηλυτισμό υπέρ του Προτεσταντισμού και προσέβαλαν την επικρατούσα στην Ελλάδα θρησκεία.10

Ο Ιωνάς Κινγκ στην Αθήνα ανεπιφύλακτα απευθυνόταν επικριτικά με συστηματικό κήρυγμα και με συγγραφές εναντίον της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Ιερά Σύνοδος καταδίκασε τα βιβλία του ως βλάσφημα με επαναλαμβανόμενες αποφάσεις τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 1845.

Καταγγέλθηκε μάλιστα ο Κινγκ και στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία τον καταδίκασαν σε εξορία. Όταν επανήλθε στην Ελλάδα συνέχισε να προπαγανδίζει για τον Προτεσταντισμό. Η Ιερά Σύνοδος καταδίκασε νέα συγγράμματά του σε βάρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας (1863), αλλά ο Κινγκ δεν έπαυσε μέχρι του θανάτου του (1865) να αγωνίζεται για την εμπέδωση του Προτεσταντισμού στην Αθήνα.11

Ο μισιονάριος Κορκ διορίστηκε διευθυντής στο πρώτο διδασκαλείο Αθηνών, ο Κινγκ και ο Χιλλ ίδρυσαν γυμνάσια στην Αθήνα, ο Χίλδνερ σχολείο στη Σύρο και άλλοι ξένοι ιεραπόστολοι σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Οι Προτεστάντες καθιστούσαν ευρύτερα γνωστή στον Ελληνικό λαό, μαζί με άλλα θρησκευτικά συγγράμματα, τη μετάφραση των Γραφών, προκειμένου να του υποβάλουν την προτεσταντική ιδέα, ότι η ορθή πίστη του Χριστιανισμού πρέπει να στηρίζεται μόνον στην Αγία Γραφή.12

Πάνω απ’ τους άλλους στην αντίδραση κατά των ξένων ιεραποστόλων τέθηκε το οικουμενικό Πατριαρχείο, η ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο κλήρος. Επιπρόσθετα ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων (κληρικός και λόγιος), ο ιεροκήρυκας Γερμανός, που εξέδωσε την αντιπροτεσταντική εφημερίδα «Ευαγγελική Σάλπιγξ» και πολλοί άλλοι θεολόγοι και λόγιοι, όπως και ο ημερήσιος και περιοδικός και κατ’ εξοχήν ο θρησκευτικός τύπος.

Αποτέλεσμα αυτής της γενικής αντίδρασης υπήρξε η εκδηλη αντενέργεια εναντίον των μισιοναρίων, οι οποίοι πράγματι ασκούσαν προσηλυτισμό, όπως του Χίλδνερ και Ληβς στη Σύρο, του Κινγκ στην Αθήνα, επιπροσθέτως δε και η διαφώτιση του λαού και η προφύλαξή του από τους ξένους ιεραποστόλους, που αποδείχθηκαν επικίνδυνοι.

Οι Προτεστάντες ιεραπόστολοι προσέβαλαν την ορθόδοξη διδασκαλία για την ιερά Παράδοση, την τιμή τη Θεομήτορος και των Αγίων και των εικόνων τους, τα μνημόσυνα, τα μυστήρια της Εκκλησίας, τα άλλα δόγματα και έθιμα. Διαπόμπευαν τις εκκλησιαστικές τελετές, την ορθόδοξη ιεραρχία και τη μοναχική πολιτεία και ανέσυραν όλες τις διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Προτεσταντισμού, και μάλιστα τις δογματικές, προκειμένου να εκπροτεσταντίσουν την Ανατολή, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στο ότι ο τότε Ορθόδοξος Κλήρος εξαιτίας της αμάθειάς του, δεν μπορούσε να αντιτάξει σοβαρή αντίδραση.13

Πρώτη η ιερά Σύνοδος της Ελληνικής Εκκλησίας απέστειλε στο Υπουργείο από 4-9-1834 μέχρι 21-2-1839 συνολικά 14 έγγραφα, με τα οποία αξίωσε από την τότε Ελληνική κυβέρνηση τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την απόκρουση των μισιοναρίων του Προτεσταντισμού.14

Έτσι στις 4-9-1834, η Σύνοδος με το έγγραφό της που έστειλε προς την Κυβέρνηση εζήτησε:

1) Να μην κυκλοφορούν στην Ελλάδα βιβλία από τους ξένους ιεραποστόλους, που έχουν εκδοθεί στο Λονδίνο ή τη Μελίτη, παρά μόνο μετά από έγκριση της Συνόδου.
2) Τα σχολεία που ίδρυσαν οι μισιονάριοι να τεθούν κάτω από την άμεση εποπτεία του Κράτους.
3) Στα παραπάνω σχολεία, τα διδακτικά βιβλία που χρησιμοποιούνται να έχουν εγκριθεί προηγουμένως από τη Σύνοδο.
4) Τα θρησκευτικά μαθήματα σ’ αυτά, να διδάσκονται από ορθοδόξους και σε καθένα από αυτά ν’ αναρτηθεί η εικόνα του Ιησού Χριστού.

Σε απάντηση του ανωτέρου εγγράφου της Συνόδου η κυβέρνηση στις 18 Μαρτίου 1835, ζήτησε κατάλογο των παραπάνω βιβλίων, τον οποίο η Σύνοδος έστειλε στις 10 Μαΐου 1835.
Στην πιο πάνω αίτησή της επανήλθε η Σύνοδος και με μεταγενέστερα προς το Υπουργείο έγγραφά της, όπως εκείνα της: α) 21-9-1835, β) 24-12-1835, γ) 13 και 24-3-1836, δ) 5-8-1836, ε) 27-12-1837 και με άλλα πολλά.

Σε εφαρμογή δε του καταστατικού Βασιλικού διατάγματος του 1833, η Σύνοδος στις 2-4-1835 δημοσίευσε «διακήρυξιν περί της μεταφράσεως της Παλαιάς Γραφής», με την οποία διακήρυττε, ότι «κανονική μετάφρασις της Π. Διαθήκης είναι και λέγεται η ανέκαθεν παρά τη Ανατολική Εκκλησία μόνη μετάφρασις των Ο΄, και αυτή αναγινώσκεται εις τας Εκκλησίας, και αυτή είναι και εις χρήσιν του κλήρου, της νεολαίας και εν γένει του λαού, καθ’ όσον αφορά τη θρησκευτικήν αυτού διδασκαλίαν. Πάσα άλλη μετάφρασις της Π. Διαθήκης είτε εκ του εβραϊκού, είτε εξ άλλης γλώσσης, αποδοκιμάζεται εις την ανωτέρω χρήσιν και κηρύττεται ακανόνιστος και απαράδεκτος εις την Ανατολικήν Εκκλησίαν».15

Η Κυβέρνηση αναγνώρισε το δίκαιο των αιτήσεων της Ιεράς Συνόδου και ενέκρινε δύο εγκυκλίους της, που εστάλησαν στις εκκλησιαστικές αρχές του Κράτους από 11-12-1835 και 13-3-1836, με τις οποίες απ’ τη μια παραγγέλθηκαν οι επίσκοποι να συλλέξουν από τα Σχολεία και να της αποστείλουν τα βιβλία των μισιοναρίων, απ’ την άλλη υποδεικνυόταν στους κληρικούς, μοναχούς, εκπαιδευτικούς, γονείς και γενικά σε όλους τους ορθοδόξους ν’ αποφεύγουν τους ξένους ιεραποστόλους και τα κακόδοξα βιβλία τους, και τέλος στους επισκόπους να «προσέχωσιν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω».16

Συμπερασματικά, με τις παραπάνω και πολλές άλλες όμοιες ενέργειες, κατόρθωσε η ιερά Σύνοδος να επιτύχει στην πρώτη αυτή φάση της αναμέτρησής της με τον προτεσταντικό μισιοναρισμό, την απαγόρευση των προτεσταντικών βιβλίων και γενικώς τον περιορισμό των προσηλυτιστικών ενεργειών των ξένων ιεραποστόλων.

Η Σύνοδος ενήργησε συγχρόνως και στο πλαίσιο του Ελληνικού Συντάγματος που απαγορεύει τον προσηλυτισμό και του ΣΑ΄ Καταστατικού Νόμου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που ορίζει μεταξύ άλλων, την απόκρουση από τη Σύνοδο με εγκυκλίους προς τον λαό και σε συνεργασία με την πολιτική αρχή, κάθε «ετεροδιδασκαλίας ή διδαχής προφορικής ή γραπτής ή προσηλυτισμού» και την απαγόρευση των βιβλίων, φυλλαδίων, πινάκων ή άλλων αντιτύπων, που είτε δημοσιεύονται στην Ελλάδα, είτε εισάγονται από το εξωτερικό και τα οποία αναφέρονται σε θρησκευτικά αντικείμενα και με οποιονδήποτε τρόπο είναι βλαπτικά από τη χρήση τους, όσον αφορά τα θεία δόγματα, τα ιερά μυστήρια, τους εκκλησιαστικούς κανόνες, την ιερά Παράδοση, τις ιερές τελετές και τα έθιμα της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας.17

Το οικουμενικό Πατριαρχείο στο πρόσωπο του Πατριάρχη Γρηγορίου του ΣΤ΄ (1835-1840 και 1867-1871) βρήκε την εποχή εκείνη τον αυστηρό ελεγκτή κάθε ετερόδοξης προπαγάνδας. Ο Γρηγόριος ο ΣΤ΄ τον Φεβρουάριο του 1836 προχώρησε στη σύσταση ειδικής εκκλησιαστικής και πνευματικής επιτροπής, ένας από τους σκοπούς της οποίας ήταν να συστηματοποιήσει και να ενισχύσει την αντίδραση του Πατριαρχείου εναντίον της εκτεταμένης ξένης χειραγώγησης που μάστιζε την Ανατολή και μάλιστα εκείνης των Προτεσταντών.

Η Επιτροπή είχε πρόεδρο τον Πατριάρχη και μέλη τον Μητροπολίτη Μεσημβρίας Σαμουήλ, τον Επίσκοπο Ρεθύμνης Ιωαννίκιο και τον αρχιμανδρίτη Ευσέβιο Πανά, ιεροδιδάσκαλο.

Ο πρώτος είχε την εποπτεία στους προσερχομένους στις τάξεις του κλήρου και στους πνευματικούς που εξομολογούσαν τους πιστούς, ο δεύτερος τη λογοκρισία των βιβλίων που κυκλοφορούσαν, την εκκλησιαστική ευταξία και τη διαγωγή των κληρικών, και ο τρίτος την εποπτεία της εκπαίδευσης και του κηρύγματος του θείου λόγου. Παρόμοιες επιτροπές συγκροτήθηκαν και σε άλλες επισκοπές, οι οποίες επικοινωνούσαν και λάμβαναν οδηγίες από την κεντρική στην Κωνσταντινούπολη.

Οι επιτροπές αυτές κατόρθωσαν με συστηματική εργασία να συντελέσουν τα απεριόριστα στην αποτελεσματική καταπολέμηση των Διαμαρτυρόμενων μισιοναρίων από το Πατριαρχείο.18

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο ΣΤ΄, αποκρούοντας τον κίνδυνο που προερχόταν από την προπαγάνδα των μισιοναρίων εξέδωσε το 1836, ταυτόχρονα με την αναγγελία για την ίδρυση της ανωτέρω Επιτροπής, σε συνεννόηση με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Αθανάσιο και άλλους 17 μητροπολίτες, εκτενή Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο19. Σ’ αυτήν επεσήμαινε τους κινδύνους του ορθόδοξου ελληνικού λαού από τους ξένους ιεραποστόλους, των οποίων ανέλυε λεπτομερώς τη διδασκαλία και τα αποτελέσματά της και επιπλέον τις ύπουλες ενέργειές τους για την προσέλκυση προσηλύτων.

Λαμβάνουν, λέγει, διάφορα σχήματα, προσποιούνται φιλανθρωπία, κηρύσσουν φωτισμό και υπόσχονται τις μεγαλύτερες ευεργεσίες. Περιφέρονται άλλοτε ως έμποροι, άλλοτε ως ιατροί ανάργυροι και άλλοτε ως απόστολοι και διδάσκαλοι. Ξοδεύουν πολλά για ασήμαντες αρχαιότητες, ιατρεύουν δωρεάν, διδάσκουν δωρεάν, με μοναδικό σκοπό να λάβουν την εύνοια των ορθοδόξων και να μολύνουν τα πάτρια δόγματα.

Δαπανούν αρκετά για να τυπώσουν βιβλία, τα οποία πολεμούν τη μια στιγμή έμμεσα, την άλλη χωρίς παρεκκλίσεις, τα δόγματα και διδάγματα, την Παράδοση και τα έθιμα της Ορθόδοξής μας Εκκλησίας. Τα βιβλία αυτά τα χαρίζουν ή τα πουλούν με ελάχιστο αντίτιμο, με το πρόσχημα της ευεργεσίας, στην πράξη όμως αποσκοπούν στο να εμφυτεύσουν στις καρδιές των ορθοδόξων και κυρίως των διακριτικών παίδων τις θρησκευτικές δοξασίες τους.

Για την ανατροφή και την εκπαίδευση των νέων συνιστούν σε πολλά σημεία σχολεία, που διευθύνονται ή απ’ αυτούς τους ίδιους ή από ομογενείς μας διδασκάλους. Ειδικότερα οι εχθροί αυτοί της ορθόδοξης Εκκλησίας απευθύνονται επικριτικά και σέ ορθόδοξους μοναχούς και κληρικούς επειδή αντιδρούν εναντίον τους.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έπαυσε ποτέ να αποκρούει αυτές τις επικίνδυνες ενέργειες με τους ιεροκήρυκες και με άλλους τρόπους, βλέποντας όμως την επιμονή των ξένων ιεραποστόλων αναγκάζεται με περισσή έμφαση να διασαλπίσει με την Πατριαρχική Εγκύκλιο προς τους σε κάθε σημείο ευρισκομένους ορθοδόξους και να καταστήσει σαφή σε όλους τον επικείμενο κίνδυνο.

Σε μια δε αποστροφή του ο Πατριάρχης προς τους μισιοναρίους τους παρακαλεί να παύσουν τις προσηλυτιστικές τους ενέργειες, «να εμποδίσωσι την διανομήν των απαραδέκτων μεταφρασθεισών και τυπωθεισών κακοζήλων ακανονίστων Γραφών και των λοιπών αυτών βλασφήμων βιβλιαρίων», να διαλύσουν τις Σχολές, «και εν ενί λόγω να μας αφίσωσιν ησύχους να φρονώμεν και να πιστεύωμεν τα των αγίων προγόνων μας και να λατρεύωμεν τον Θεόν εις την ορθόδοξον Εκκλησίαν».

Ημείς, λέγει ο Πατριάρχης πιστεύομεν ακραδάντως, ότι έχομεν την μόνην ορθήν πίστιν και εν ταύτη εμμένομεν, αλλ’ είναι χριστιανικόν και φιλάνθρωπον και ευεργετικόν, σύμφωνον με την παιδείαν, την οποίαν επαγγέλλονται, με τον αιώνα εις τον οποίον ζώμεν, «το να καταπλημμυρώσι δίκην ρεύματος οι ετεροδιδάσκαλοι, οι ξένοι και αλλοδαποί άνθρωποι και αλλόγλωσσοι και αλλόθρησκοι, και να κατηχώσι τον αμαθή λαόν και τους ανηλίκους παίδας, να κάμνωσιν αργυρωνήτους ημιμαθείς τινας και διεφθαρμένους, δια να τους μεταχειρίζονται έπειτα όργανα της διαφθοράς και διδασκάλους της κακοδοξίας των, το να διαβάλλωσιν εν γωνία και παραβύστω την θρησκείαν των πατέρων μας, το να διασπείρωσι βιβλιάρια το να συνιστώσιν επίτηδες σχολεία και καταστήματα των παίδων προς μόρφωσιν πάντη εναντίον της ορθοδοξίας το να συκοφαντώσι την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, και τους αυτής ποιμένας επιβουλευτικώς και τα κινήματα αυτών, τα προς υπεράσπισιν της προγονικής θρησκείας το να εγείρωσι το μίσος του ορθοδόξου λαού προς τον κλήρον του, και να σπείρωσι πανταχού ζιζάνια, και να θέλωσι να συστήσωσι με τοιούτους δολερούς και ανηκούστους τρόπους την διδασκαλίαν ενός Λουθήρου και ενός Καλβίνου εις το κέντρον της Ορθοδοξίας και μεταξύ ορθοδόξων λαών˙ το να θέλωσι να πράξωσι ταύτα πάντα, με τοιαύτα αυτοκατάκριτα μέσα εις ένα δυστυχή λαόν, άξιον συμπαθείας δια τας περιστάσεις του, ερωτώμεν αυτούς τους ιδίους, εάν τοιαύτα έργα είναι έργα χριστιανικά εάν είναι φιλάνθρωπα και ευεργετικά˙ εάν είναι σύμφωνα με την παιδείαν την οποίαν επαγγέλλονται, με τον αιώνα εις τον οποίον ζώμεν, με το ευαγγελικόν ρητόν, το οποίον επαγγέλλονται ότι κηρύττουσιν, «ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης», και με τα δικαιώματα των Εθνών»;20

Μετά τις οδηγίες προς τους Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου, ο Πατριάρχης απευθύνεται με Εγκύκλιο που εκδόθηκε εξ ονόματος και των λοιπών Πατριαρχών, των: πρώην Κωνσταντινουπόλεως, του Αλεξανδρείας Ιεροθέου, του Αντιοχείας Μεθοδίου και του Ιεροσολύμων Αθανασίου, και προς τους κληρικούς των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, προτείνοντας άγρυπνη προσοχή στις ενέργειες των ξένων Ιεραποστόλων. Αποφαίνεται ότι η Ορθοδοξία βάλλεται σήμερα από παντού, «αισχύνη δ’ ανεξάλειπτος έσται πάσιν ημίν, εάν επί των ημετέρων ημερών ο λουθηροκαλβινισμός εισαχθή και προοδεύση μεταξύ των υπό την ημετέραν ποιμαντορίαν ορθοδόξων λαών».

Αλλά και προς τους απανταχού ορθοδόξους, ο Πατριάρχης απευθυνόμενος, συστήνει να προφυλαχθούν από τα διδάγματα και τα δελεάσματα των μισιοναρίων. Και αυτούς που έχουν ήδη προσηλυτιστεί και «τους προδότας της θρησκείας και του έθνους, οίτινες πλαγίως ή κατ’ ευθείαν ενδέχεται να βοηθώσιν ή προστατεύωσι τους αιρετικούς», συμβουλεύει να επανακάμψουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, για να μην αποκοπούν από αυτήν «ως μέλη σεσηπότα», καταλήγοντας αυτήν την πολύ σπουδαίαν Εγκύκλιο με μια πατρική προτροπή σε όλους τους ορθοδόξους, να φανούν άξια τέκνα της ορθόδοξης Εκκλησίας, «εκπληρούντες τους νόμους της, σεβόμενοι τα έθιμά της, ακολουθούντες τας παραδόσεις της και όσα άλλα διδάσκει η παμφιλτάτη αύτη μήτηρ».21

Δεν περιορίστηκε ο Πατριάρχης Γρηγόριος στη δριμύτατη αυτή κατά των μισιοναρίων Εγκύκλιο, αλλά τον Μάιο του 1836 απευθύνθηκε προς τον Μητροπολίτη Προύσης Άνθιμο και τον Ιούνιο του ιδίου έτους προς τον Σμύρνης Χρύσανθο και προς πολλούς άλλους, επικρίνοντας έντονα τις ετεροδιδασκαλίες.22

Επίσης στις 24-2-1839 απέστειλε εκ νέου προς τον μητροπολίτη Προύσης Άνθιμο, δεύτερη επιτιμητική επιστολή, «επιταττόμενον συνοδικώς, ίνα αποβάλη τους διδασκάλους των σχολών …ως διεφθαρμένους, αντεισαγομένων άλλων ορθοφρονούντων, και να κατακαύση τους εν αυταίς πίνακας και τα βλάσφημα βιβλιάρια επί θεωρία πανδήμω».23

Περισσότερο ανησυχητική ήταν η εκκλησιαστική κατάσταση στα Ιόνια νησιά, που τελούσαν υπό Αγγλική διοίκηση και στα οποία είχαν ιδρυθεί από τους ξένους ιεραποστόλους ελευθέρως σχολές και η διδασκαλία εγένετο σ’ αυτές κάτω από ένα πνεύμα αντιεκκλησιαστικό και αντιορθόδοξο. Είχαν δε διασκορπιστεί σε όλη την Επτάνησο μισιονάριοι για την παραπλάνηση του ορθόδοξου λαού και την επικράτηση ξένων προς τις ελληνικές παραδόσεις θεσμών.

Εξ αιτίας αυτών ο Γρηγόριος συνέταξε δύο επιστολές, τη μία τον Νοέμβριο του 1838 «προς τους αρχιερείς των Ιονίων νήσων», και την άλλη τον Δεκέμβριο του 1838 «Προς τους βουλευτάς της Επτανήσου κατά ανυπογράφου τινών των αυτόθι αναφοράς και παρανόμου νομοσχεδίου περί μεταρρυθμίσεως των ιερών της Εκκλησίας καθεστώτων».

Αιτία της πρώτης επιστολής ήταν «η απαραδειγμάτιστος ραθυμία, η αλλόκοτος δειλία και η εξ ιδιοτελείας βέβαια παρόρασις των της Αρχιεπισκοπής καθηκόντων των Αρχιερέων τούτων», προς τους οποίους υπενθυμίζονται τα καθήκοντα και τα δικαιώματά τους και μάλιστα η προφύλαξη του ποιμνίου τους από τις ετεροδιδασκαλίες και κυρίως της νεολαίας από την αντιορθόδοξη παιδεία και δίδονται οι πρέπουσες οδηγίες. Και με τη δεύτερη επιστολή ο Πατριάρχης απέρριπτε το προς έγκριση νομοσχέδιο που του υποβλήθηκε για τη μείωση των κωλυμάτων του γάμου και των λόγων του διαζυγίου στα Ιόνια νησιά, διότι σ’ αυτό συμπεριλαμβάνοντο «ξένα τινά και καινοφανή πραγματευόμενα περί συνοικεσίων και συγκλώσαι τα ασύγκλωστα επιχειρούντα, και θρησκευτικοπολιτικήν τινα νομοθεσίαν συρράπτοντα, ήτις ουχί ως βάσις νόμων θεμελιωδών και ακραδάντων φαίνεται, αλλά κατάργησις νόμων ιερών και κανονικών παραδόσεων, και πάντολμος μεταρρύθμισις των ιερών καθεστώτων της αγίας ημών Εκκλησίας, των δια τοσούτων οικουμενικών Συνόδων κατοχυρωμένων και προ τοσούτων αιώνων απαρεγκλίτως διενεργουμένων».24

Την 1η Μαρτίου 1839 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο ΣΤ΄ εδημοσίευσε την τελευταία πριν από την πτώση του Εγκύκλιο «κατά της εις το απλούν μεταφράσεως των Γραφών», λέγοντας πάλι για τους μισιοναρίους, ότι «προξενούσι σωματικόν και ψυχικόν όλεθρον, φθείρουσι τα ήθη, ταράττουσι τας οικογενείας, διασπείρουσι διαιρέσεις και λογομαχίας, αφαιρούσιν ολοτελώς την κοινήν ησυχίαν του ημετέρου Γένους». Γι’ αυτόν τον λόγο ο Πατριάρχης αποδοκιμάζει όλες συνολικά τις προσηλυτιστικές τους ενέργειες.25

Τελικώς ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο ΣΤ΄, έπεσε θύμα των ισχυρών Άγγλων ιεραποστόλων δια μέσου του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στράτφορδ Ρέδηλιφ, ο οποίος επέτυχε με ενέργειές του προς την Υψηλή Πύλη (οθωμανική κυβέρνηση) να παυθεί ο Πατριάρχης με Σουλτανικό διάταγμα το 1840, επειδή δυσαρέστησε «φιλικήν Δύναμιν».26

Διάδοχος του Ιωνά Κινγκ στην Αθήνα υπήρξε ο Μιχαήλ Καλαποθάκης(1825 – 1911), ο πλέον πιστός μαθητής του, που σπούδασε με την οικονομική στήριξη των προτεσταντώνν στις Η.Π.Α στο Union Theological Seminary, και συνέχισε συστηματικά το έργο για τη διάδοση των προτεσταντικών δοξασιών, έχοντας ταυτοχρόνως αναλάβει στην Ελλάδα την πρακτόρευση και προώθηση Αγίων Γραφών της Αγγλικής Βιβλικής Εταιρείας. Ο ιδιος υπήρξε και ο ιδρυτής της πρώτης οργανωμένης μορφής προτεσταντικής κοινότητας στην Ελλάδα της «Ελληνικής Ευαγγελικής Ἐκκλησίας» που ανήκει στο προτεσταντικό κλαδο των Μεταρρυθμισμένων.27 Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι Διαμαρτυρόμενοι στον ελλαδικό χώρο χαρακτηρίζονταν ὡς «Καλαποθακιστές».

Για τις προσηλυτιστικές ενέργειες των μισιοναρίων του Προτεσταντισμού στην ορθόδοξη Ανατολή, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μας κατατοπίζει η από 22-3-1891 εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί ετεροδιδασκάλων», στην οποία μεταξύ άλλων, μνημονεύεται ότι:

Οι αυτοκαλούμενοι Ιεραπόστολοι σε μια χρονική στιγμή μοιράζουν μυστικώς κακόδοξα φυλλάδια, εκ των οποίων άλλα βλασφημούν εναντίον των αποστολικών παραδόσεων και των εθίμων και διδαγμάτων της ορθόδοξης Εκκλησίας, άλλα διακωμωδούν τη θεία λατρεία και άλλα χλευάζουν τις καθορισμένες νηστείες, την τιμή και την προσκύνηση της υπεραγίας Θεοτόκου και των αγίων και την των ιερών εικόνων και των αγίων λειψάνων, σε άλλη προσκαλούν τους ορθοδόξους Χριστιανούς με έντυπα δελτάρια στις οικίες τους, για να προσέλθουν να παρακολουθήσουν την προγραμματισμένη διδασκαλία τους, που αντιβαίνει στις αποστολικές και συνοδικές παραδόσεις, στους ιερούς κανόνες και στα αρχαία έθιμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Ύστερα απ’ αυτά η Σύνοδος αποδοκιμάζει κάθε θρησκευτικό φυλλάδιο που διανέμεται από τους μισιοναρίους, απαγορεύει τη φοίτηση των ορθοδόξων στις θρησκευτικές τους συναθροίσεις και συγχρόνως επιβάλλει στους γονείς να παρέχουν στα τέκνα τους ορθόδοξη χριστιανική αγωγή.28

Στα τέλη του 19ου αιώνα καταγράφονται στον ελλαδικό χώρο αυτοκτονίες λογίων, η συχνότητα των οποίων από το 1889 έως το 1896, δεν περνάει απαρατήρητη. Ο άγιος Νεκτάριος στην περίοδο αυτή συνέγραψε τη «Γραφή περί αυτοχειρίας» (20-11-1893) και την εδημοσίευσε παραλλαγμένη το 1895 στον «Ιερό Σύνδεσμο» με τίτλο: «Περί των αιτίων της αυτοκτονίας και των μέσων της θεραπείας».29

Μέσα σ’ αυτό το εκκλησιαστικό κλίμα, που επικράτησε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, ο θείος Νεκτάριος συνέχισε τη θυσιαστική πορεία της ποιμαντικής διακονίας του και διαδραμάτισε τον ιστορικό του ρόλο30.
Πηγές γνώσης των προτεσταντικών θέσεων στον ελληνικό χώρο.

Στα διάφορα έργα του θεοφόρου Πατέρα που ασχολούνται με την ενημέρωση και τη διαφώτιση του ορθοδόξου πληρώματος έναντι των προτεσταντικών κακοδοξιών και αμφισβητήσεων, επισημαίνονται επιγραμματικά οι θέσεις των Ελλήνων Διαμαρτυρομένων.Υπάρχουν όμως από την περίοδο εκείνοι ασφαλείς πηγές που μαρτυρούν με σαφήνεια και ακρίβεια τις δοξασίες των Προτεσταντών και την παράλληλη αμφισβήτηση και πολεμική των ορθοδόξων δογμάτων που στο πλαίσιο του ασκούμενου προσηλυτισμού.

Από τον ελληνικό διαμαρτυρόμενο χώρο το 1910, από τον Δημήτριο Καλαποθάκη, γιό του Μιχαήλ και αργότερα Υφηγητού της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εκδόθηκε το εργο «Πλανῶν ἔλεγχος, ἤτοι τί πιστεύουν οἱ Ἑλληνες Εὐαγγελικοί».31

Αποτελεί αντιπροσωπευτική κατά- γραφή των δοξασιών του χώρου και ανταπάντηση στην ορθόδοξη κριτική.

Από τον ορθόδοξο χώρο πηγή ασφαλή αποτελούν οι κατά καιρούς συνοδικές εγκύκλιοι καθώς προσδιόριζαν σαφώς τά ορθόδοξα κεφάλαια τίς πίστεως, που αμφισβητούσαν οι Προτεστάντες.

Ιδιαιτέρως όμως ξεχωρίζει ένα πολύ σπουδαίο σύγγραμμα – βιβλίο του λογίου Ἀρχιμ. Πανάρετου Δουληγέρη, και μέλους του ορθόδοξου συλλόγου της «Ανάπλασης»32, που επιγράφεται: «Ὁ αἱρετικός Καλαποθάκης ἤ ἔλεγχος τῶν ψευδοευαγγελικῶν, Ἐν Ἀθήναις 1892».Το έργο αυτό εκδόθηκε με έγκριση της Ι.Συνόδου και αναφέρεται σε όλα τα πεδία του δόγματος που αμφισβητούσαν οι Προτεστάντες, καταγράφει τις θέσεις τους και τις αναιρεί με αξιοπιστία.

1) Ἀρχιεπ.Χρυσ.Παπαδόπουλου,Η Εκκλησία των Αθηνών, Ἐν Ἀθήναις 1928, σσ. 98 -99. Α. Αγγελόπουλου, Εκκλησιαστική Ιστορία. Ιστορία των δομών,διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1998, σ.26. Α.Παπαδόπουλου, Σύγχρονες Αιρέσεις, «Θρη- σκευτικά Κινήματα», Νέα Εποχή, Θεσσαλονίκη 32005, σ.43. Διεξοδικά γι’αυτό βλ.Κ. Πανταζή – Θαναηλάκη, Οι Αμερικανοί μισιονάριοι στόν ελληνικό χώρο τον 19ο αιώνα.Εκδοτική δραστηριότητα και εκπαιδευτικό έργο, Τόμος Α ΄ (Διδ.διατριβή), Κομοτηνή 2003, σσ.406 – 578.
2) Κ.Πανταζή – Θαναηλάκη, Οι Αμερικανοί μισιονάριοι, σσ.96 – 135.
3) Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Προτεσταντισμός, Τόμος 1, Αθήναι 1937, σ. 307.
4) Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία ,σσ.276 – 310. Β. Σταυρίδου, Συνοπτική Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Θεσσαλονίκη 1991,σσ.57 – 58.
5) Διεξοδικά βλ.π.Γ.Μεταλληνοῦ, Τό ζήτημα τῆς Μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τήν νεοελληνικήν κατά τόν 19 αἰῶνα, Ἀθῆναι 1977.
6) Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία, σσ. 278-279.
7) Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία., σσ. 279 – 282. Α.Δ Κυριακού,. Δοκίμιον Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Αθήνα 1872, σ. 342-343, Ἀρχιεπ.Χρυσ. Παπαδόπουλου, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, τόμ. 1, Αθήναι 1920, σ. 166.
8) Αρχιεπ.Χρυσ.Παπαδόπουλου, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, τόμος 1, Αθήνα 1920, σ. 207. Γ. Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Τόμος Β΄,’Εν Αθήναις 21970, σ. 285.
9) Ι.Καρμίρη, Ορθοδοξία., σ. 282.
10) Α.Δ Κυριακού,. Δοκίμιον., σ. 343.Διεξοδικά για το πρόσωπο και τη δράση του Ι.Κίνγκ βλ. Κ.Πανταζή – Θαναηλάκη, Οι Αμερικανοί μισιονάριοι, σσ.164 – 265.
11) Γ.Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 286.
12) Αρχιεπ.Χρυσ.Παπαδόπουλου, Ιστορία της Εκκλησίας, σσ. 207 – 209 . Ἀρ. Πανώτη, Τό Συνοδικόν τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας, Ἀθήνησι 2008, σσ.601 – 602.
13) Ι. Καρμίρη , Ορθοδοξία, σσ. 284-286.
14) Κων/νος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, Τριακονταετηρίς εκκλησιαστική. Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα, τ. Β΄, Αθήναι 1864, σσ. 300-394.
15) Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία, σσ. 287- 289. Πρβλ. Αρχιεπ.Χρυσ.Παπαδόπουλου, Ιστορία της Εκκλησία, σ. 209.
16) Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία, σσ. 289 – 290.
17) Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία, σσ. 290-291.
18) Ἀρχιεπ Χρυσ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας., σ. 166, Πρβλ. Ι.Καρμίρη, Ορθοδοξία., σσ. 292-293.
19) Το κείμενο βλ.Ι.Καρμίρη, ΔΣΜ,σσ.873 – 892.
20) Ἀρχιεπ Χρυσ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας., σσ.167 – 168. Ι.Καρμίρη., Ορθοδοξία., σσ. 295 – 296.
21) Αρχιεπ Χρυσ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας, σ. 169.
22) Ό.π., σ. 170.
23) Καρμίρης Ι., Ορθοδοξία., σ. 297. Γ. Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, σ.255.
24) Όπ.π., σσ. 298-299.
25) Ἀρχιεπ Χρυσ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας., σ. 170. Γ. Κονιδάρη,Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, σ.254,
26) Καρμίρης Ι., Ορθοδοξία., σ. 298.
27) Αρχιεπ.Χρυσ.Παπαδόπουλου, Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἀθηνῶν, σσ.98-99. Γ. Κονιδάρη,Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, σ.286. Ν. Μπουγάτσου, « Καλαποθάκης Μιχαήλ», ΘΗΕ 7 (1966), 212.Πρωτ. Ἀ. Ἀλεβιζόπουλου, Ρωμαιοκαθολικισμός, Προτεσταντισμός καί Ὀρθοδο- ξία, Ἀθήνα 1992,σσ.97 -99.
28) Όπ.π., σσ. 302 – 303. Πρβλ. Μητρ.Κορίνθου, Παντελεήμονος Καρανικόλα, Οἱ Αἱρετικοί Προτεστάντες, Ἀθῆναι 21976, σσ. 84 – 85.
29) Γιαννακοπούλου Β., Η Ποιμαντική Θεολογία., σ. 31.
30) Όπ.π., σ. 35.
31) Ν.Μπουγάτσου, «Καλαποθάκης Δημήτριος»,ΘΗΕ 7(1966), 211 – 212. Το ίδιο έργο επα- νεκδόθηκε πολύ αργότερα από τις προτεσταντικές εκδόσεις «Ο Λόγος» με τίτλο: « Ἡ Πίστις τῶν Ἑλλήνων Εὐαγγελικῶν, Ἀθῆναι χ.χ ».Την νεότερη έκδοση χρησιμοποιούμε στην παρούσα εργασία μας.
32) Σχετικά με τον εν λόγω ιστορικό σύλλογο, ο Αρχιεπ.Χρυσόστομος Παπαδόπουλος επισημαίνει οτι η συμβολή του εκείνους τους χρόνους στην αντιμετώπιση των Διαμαρτυρο- μένων υπήρξε σημαντική. Βλ. Ἀρχιπ.Χρυσ.Παπαδόπουλου, Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἀθηνῶν, σσ. 99 – 100.

Περισσότερα

ΟΙ ΕΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ – ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΑΥΤΕΣ

Η Εορτή της Πεντηκοστής – Γενικά Πενήντα ημέρες μετά την Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και δέκα ημέρες μετά […]

Δείτε ακόμα