Αρθρογραφία

Πριν 85 χρόνια – Επίθεση και εισβολή των χιτλερικών δυνάμεων στην Ελλάδα – Η άφιξη και εγκατάστασή τους στη Γουμένισσα (σύντομη αναφορά)

Γράφει ο Χρήστος Π. Ίντος

Οι στρατιωτικές δυνάμεις του Χίτλερ αφού κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης στράφηκαν στα Βαλκάνια. Η Ρουμανία τον Νοέμβριο του 1940 είχε προσχωρήσει στον Άξονα που τον αποτελούσαν Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία. Η Βουλγαρία την 1 Μαρτίου 1941 συμμάχησε με τον Άξονα. Η Τουρκία έχοντας υπογράψει τον Φεβρουάριο του 1941 σύμφωνο μη επιθέσεως με τη Βουλγαρία, τηρούσε ουδέτερη στάση. Στις γερμανικές δυνάμεις αντιστάθηκαν οι Σέρβοι, ο δρόμος όμως προς νότο, προς την Ελλάδα, μέσω της Βουλγαρίας ήταν ανοικτός.

H γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 05.15 της 6ης Απριλίου. Για τον κανονισμό των βολών πυροβολικού είχε μεταφερθεί στα βόρεια του Στρυμόνα ένα δέσμιο στη γη αερόστατο, η παρουσία του ήταν προκλητική …
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-germaniki-isvoli-stin-ellada-stis-6-apriliou-1941-ntokoumenta-apo-to-metopo/

Η Ελλάδα από τον Οκτώβριο του 1940 βρίσκονταν σε πόλεμο με την Ιταλία και οι Γερμανοί στις 17 Μαρτίου 1941 αποφάσισαν να την καταλάβουν. Θεώρησαν πως παραβίασε την ουδετερότητα και δέχθηκε βοήθεια από τη Μεγάλη Βρετανία. Ο Πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής που ανέλαβε τα καθήκοντα μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Ιωάννη Μεταξά (29.1.1941) απέρριψε το γερμανικό τελεσίγραφο. Η επίθεση πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 6 Απριλίου 1941, ώρα 5.15 το πρωί.  Οι δυνάμεις τους προσέβαλαν τα οχυρά της “Γραμμής Μεταξά” που εκτείνονταν από το όρος Μπέλες ως τον Έβρο με τη 12η στρατιά τους υπό τον στρατηγό Γουλιέλμο φον Λιστ.

     Στον Τομέα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) του Ελληνικού Στρατού ηγούνταν ο Αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Μπακόπουλος.  Αντιστάθηκε σθεναρά επί τριήμερο με απαράμιλλο θάρρος και ανδρεία γεγονός που το αναγνώρισε ο Χίτλερ. Δήλωσε: “Χάριν της ιστορικής δικαιοσύνης είμαι υποχρεωμένος να διατυπώσω ότι από τους αντιπάλους, οι οποίοι μας αντιμετώπισαν, ήταν ιδιαίτερα ο Έλληνας στρατιώτης που πολέμησε με παράτολμο θάρρος και ύψιστη περιφρόνηση προς τον θάνατο. Συνθηκολόγησε τότε μόνον, όταν κάθε η περαιτέρω αντίσταση ήταν αδύνατη και επιπλέον μάταιη…”.

  Οι γερμανικές δυνάμεις στις 6 το πρωί της 8ης Απριλίου πέρασαν στο ελληνικό έδαφος κοντά στη Δοϊράνη. Ανέτρεψαν τα εγκατεστημένα τμήματα στην περιοχή Ακρίτα – Οβελίσκος του Ν. Κιλκίς κινούμενοι προς Χέρσο – Κιλκίς και Μεγάλη Στέρνα – Πολύκαστρο. Συνάντησαν τις πρώτες αντιστάσεις, τις οποίες άλλες μεν κατέβαλαν άλλες δε παρέκαμψαν θέλοντας να κερδίσουν χρόνο. Την ίδια ημέρα, 8 Απριλίου, έφθασαν στο Κιλκίς, το Πολύκαστρο, την Αξιούπολη και τη Γουμένισσα και στάθμευσαν είκοσι χιλιόμετρα προ της Θεσσαλονίκης. Την επομένη, 9 Απριλίου, εισήλθαν και στη μακεδονική πρωτεύουσα.

Οι Γερμανοί στη Γουμένισσα

Όπως όλοι οι Έλληνες, έτσι και της Γουμένισσας, ανέμεναν με δέος την άφιξη των Γερμανών. Στο άκουσμα της είδησης πως πέρασαν τα σύνορα “… ο κόσμος σάστισε και δεν ήξερε τι να κάνει. Πάνω στη σαστιμάρα τους παράτησαν όλοι τα σπίτια τους κι άρχισαν να μαζεύονται έξω στους δρόμους. Παντού ακούγονταν ξαναμμένες φωνές και μπερδεμένες κουβέντες, μερικές γυναίκες έβαλαν τα κλάματα και τα παιδιά άρχισαν να κρατιούνται απ΄ τα φουστάνια των μανάδων τους”, έγραψε αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων, η Τούκα Γλύστρα- Μπρίκα. Και συνέχισε: “….. Όλοι έλεγαν πως το βράδυ της ίδιας μέρας (6.4.41) οι Γερμανοί θα βρίσκονταν στη Γουμ..(ένισσα). Όμως το βράδυ εκείνο πέρασε κι ακόμα ένα βράδυ κι οι Γερμανοί δεν έλεγαν ακόμα να φανούν. Ο πανικός της πρώτης στιγμής είχε πια χαθεί από τα πρόσωπα των ανθρώπων κι όλοι περίμεναν τον εχθρό με καρτερικότητα και  σχεδόν με τόλμη…”.

Έφθασαν στη Γουμένισσα τις μεταμεσημβρινές ώρες της βροχερής ημέρας της 8ης Απριλίου. Τα πρώτα τμήματά τους με βρεγμένους ως το κόκκαλο στρατιώτες αναζήτησαν στέγη. Τη βρήκαν σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Εγκατέστησαν το αρχηγείο της τοπικής τους φρουράς στο κτίριο όπου στεγάζονταν το Επαρχείο Παιονίας, στην κεντρική πλατεία. Πραγματοποίησαν με ένοπλες ομάδες ελέγχους σε κεντρικά καταστήματα και οικοδομές. Ήταν εύκολη η πρόσβαση σε όλα με απλή ώθηση των θυρών τους. Τη μόνη δυσκολία αντιμετώπισαν στα καταστήματα δύο οικοδομών της κεντρικής πλατείας, οι προσόψεις των οποίων, όταν έκλειναν, καλύπτονταν από μεγάλα μεταλλικά πορτόφυλλα. Κάποια σώζονται ως σήμερα. Επιχείρησαν με μηχανικά μέσα να τα ανοίξουν. Ήταν σχεδόν αδύνατο. Κλήθηκαν οι ιδιοκτήτες, άνοιξαν και έγινε ο έλεγχος. Επιτάχθηκαν δημόσια κτήρια και ιδιωτικά οικήματα για τη στέγαση των τμημάτων που εγκαταστάθηκαν και στον τόπο αυτόν.

Όταν οι Γερμανοί στρατιώτες συνήλθαν από την κούραση και τις κακές καιρικές συνθήκες με τα όπλα στα χέρια περιήλθαν την κωμόπολη. Αναζήτησαν ψωμί και αυγά, τα οποία λάτρευαν ως ωμή τροφή. Ποιος θα αρνούνταν να δώσει! Θα τα στερούσαν και από τα παιδιά τους φοβούμενοι μην εξαγριωθούν οι κατακτητές. Οι Γερμανοί βλέποντας τα γαϊδουράκια στις αυλές και τους δρόμους διασκέδαζαν. Μεταξύ αστείου, σοβαρού ή ειρωνείας τα αποκαλούσαν «μακεδονικά τανκς!».

Από τις πρώτες διαταγές τους ήταν ο περιορισμός των μετακινήσεων των κατοίκων της κωμόπολης. Όλοι παρέμειναν στα σπίτια. Σταδιακά επέτρεψαν μετακινήσεις την ημέρα και μετάβαση στους αγρούς. Οι περιορισμοί ίσχυαν μετά τη δύση του ηλίου. Τρόμος και φόβος κατείχε όλους, ήταν Κατοχή! Τα καμπαναριά των δύο εκκλησιών, του Αγίου Γεωργίου και της Παναγίας τα μετέτρεψαν σε παρατηρητήρια από όπου έλεγχαν την γύρω περιοχή.

Αργότερα, όταν άρχισαν οι επιθέσεις ανταρτικών και αντιστασιακών ομάδων και σωμάτων κτίστηκαν πολυβολεία. Τα πιο γνωστά γύρω από την κωμόπολη ήταν εκείνα με τα ονόματα “ΛΥΚΟΣ”, “ΡΟΥΜΕΛΙΑ” και “ΔΑΣΑΚΙ”. Το πρώτο βρίσκονταν στον δρόμο Γουμένισσας – Πενταλόφου, κοντά στο μικρό ποτάμι,  το δεύτερο σε αγρό στον δρόμο Γουμένισσας – Στάθη, πάνω και ανατολικότερα από το μεταξουργείο “Χρυσαλίς” και το τρίτο παραπέρα στον ίδιο δρόμο. Πολυβολείο στήθηκε και στο μέσον της κεντρικής πλατείας, όπου συναντώνται οι κεντρικοί δρόμοι, για να ελέγχεται κάθε κίνηση.

Στις εισόδους και εξόδους της Γουμένισσας προς τα χωριά της περιοχής, στους πέντε κεντρικούς οδικούς άξονες στήθηκαν συρματόπλεκτες πόρτες που ανοιγόκλειναν ανάλογα με την περίσταση. Ήταν πάντα κλειστές τα βράδια. Με τη δύση του ηλίου έπρεπε όλοι να είναι εντός του οικισμού. Απαγορεύονταν κάθε κίνηση. Αναφέρονταν περιστατικά, όπου όσοι δεν προλάβαιναν να επιστρέψουν έγκαιρα, προτιμούσαν να μείνουν στον αγρό το βράδυ από το να υποστούν την όποια τιμωρία.

Την περίοδο της Κατοχής (1941-1944) ενέσκηψε η πείνα που ταλαιπώρησε και την ύπαιθρο σε μεγάλο βαθμό. Μέσα στον οικισμό και γύρω από αυτόν συνέβησαν πολλά γεγονότα. Έγιναν συγκρούσεις, δόθηκαν μάχες ανάμεσα στις κατοχικές και τις αντιστασιακές δυνάμεις. Τα θύματα ήταν πολλά ακόμα και άμαχοι, παιδιά και γυναίκες. Τα γεγονότα εκείνα αποτελούν άλλο ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο της τοπικής και γενικότερης ιστορίας μας.

Βιβλιογραφία

ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941, Αθήνα 1985.

Γλύστρα – Μπρίκα Τούλα, Η Πατούλκα, Θεσσαλονίκη 1967.

Στεφανίδης Γ., “Η Μακεδονία στη δεκαετία 1940-1950”, στο Η νεότερη και  σύγχρονη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, τ. Β΄, επιμέλεια Ι. Κολιόπουλος – Ι. Χασιώτης.

Χαρωνίτης Γιώργος, Ρούπελ Απρίλιος 1941, Αθήνα 2002.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα

ALUMIL: Βιοκλιματικές πέργκολες υψηλής αντοχής & μοντέρνας αισθητικής

Οι βιοκλιματικές πέργκολες της ALUMIL αποτελούν μια ολοκληρωμένη λύση σκίασης και αισθητικής αναβάθμισης για σύγχρονους εξωτερικούς χώρους, συνδυάζοντας προηγμένη τεχνολογία, κορυφαία ποιότητα κατασκευής και […]