Γενικά

Πανηγυρικός Λόγος για την 113η επέτειο της Μάχης του Κιλκίς από τον Χρήστο Τσαλικίδη

Ιστορία δεν είναι η καταγραφή γεγονότων του παρελθόντος, αλλά η συλλογική μνήμη ενός τόπου και μιας κοινωνίας. Είναι η «κιβωτός»: των αγώνων, των θυσιών και των αξιών που διαμόρφωσαν την ταυτότητά του. Το αόρατο νήμα που ενώνει το χθες με το σήμερα και μεταλαμπαδεύει από γενιά σε γενιά το χρέος της αυτογνωσίας.

Με το βάρος της ευθύνης και την τιμή της επιλογής, ευχαριστώ θερμά τον δήμαρχο Κιλκίς, για την εξαιρετικά τιμητική πρόταση και την εμπιστοσύνη με την οποία με περιέβαλλε αναθέτοντάς μου να εκφωνήσω τον πανηγυρικό λόγο της ημέρας.

Κάθε χρόνο, ανήμερα της επετείου της 21ης Ιουνίου, αυτές οι συγκινητικές στιγμές είναι αφιερωμένες σε εκείνους που δεν λογάριασαν το μέγεθος της θυσίας, αλλά πρόταξαν το χρέος τους απέναντι στην πατρίδα.

Σε εκείνους που αγωνίστηκαν, μόχθησαν, θυσιάστηκαν, για την ελευθερία.

Το μοναδικό, ίσως, αγαθό που ο άνθρωπος δεν το κληρονομεί πραγματικά από τους προγόνους του.

Το δανείζεται από τις θυσίες τους και έχει χρέος, ευθύνη και αποστολή να το παραδώσει ακέραιο στα παιδιά του και στις επόμενες γενιές.

Αν υπάρχει ένας τόπος στην πατρίδα μας που μπορεί να μαρτυρήσει αυτή τη μεγάλη αλήθεια, είναι το Κιλκίς. Η ευλογημένη μακεδονική γη μας.

Ο ιερός τόπος που αγιάστηκε από το αίμα των ηρώων.

Εδώ, όπου πριν από 113 χρόνια, ο πόθος του ελληνικού πληθυσμού: να ξημερώσει ελεύθερος και να αναπνεύσει ελεύθερος,συνάντησε την απαράμιλλη ανδρεία των αξιωματικών και οπλιτών του Ελληνικού Στρατού.

Όπου η αυταπάρνηση μετατράπηκε σε δύναμη ψυχής!

Η δύναμη ψυχής μετουσιώθηκε σε νίκη εθνική!

Και η εθνική νίκη σήμανε τη δικαίωση μιας προσμονής αιώνων και ταυτόχρονα την αναγέννηση ενός τόπου που περίμενε καρτερικά να ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό.

Ήταν 21 Ιουνίου του 1913 όταν οι καρδιές των Ελλήνων του Κιλκίς ξαναχτύπησαν στον ίδιο εθνικό παλμό και ενώθηκαν κάτω από τη γαλανόλευκη σημαία,. Ήταν η ημέρα που η θυσία γινόταν δικαίωση και ο αγώνας αποκτούσε το δικό του ιστορικό αντίκρισμα.

Η Μάχη του Κιλκίς-Λαχανά δεν υπήρξε απλώς μια μεγάλη στρατιωτική επιτυχία, αλλά μια από τις κρισιμότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Ήταν η φονικότερη μάχη του Ελληνικού Στρατού και αποτέλεσε ορόσημο για την έκβαση του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, αφού άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας και εδραίωσε οριστικά την ελληνική παρουσία στη μακεδονική γη.

Μαζί άνοιξε τον δρόμο για μια Ελλάδα μεγαλύτερη, ισχυρότερη και πιο υπερήφανη.

Ο ιστορικός απολογισμός κατέγραψε ότι οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού ανήλθαν σε 8.828 νεκρούς και τραυματίες για να ακολουθήσει στις 23 Ιουνίου η απελευθέρωση της Δοϊράνης.

Στον αντίποδα οι απώλειες από τη βουλγαρική πλευρά ήταν 6.971 νεκροί και τραυματίες, καθώς και 2.500 αιχμάλωτοι.

Οι αριθμοί αποτυπώνουν: όχι μόνο τη σφοδρότητα, αλλά και το μέγεθος της σύγκρουσης.

Η ιστορική καμπή ήταν η 16η Ιουνίου του 1913…

Η κοινή νίκη των βαλκανικών συμμάχων Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας

και Μαυροβουνίου απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο δεν κατάφερε να κατευνάσει τις ανταγωνιστικές διεκδικήσεις που γεννούσε η επόμενη ημέρα.

Η Βουλγαρία, αδυνατώντας να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα, άρχισε να προετοιμάζεται για μια νέα αναμέτρηση.

Ενώ δημόσια εμφανιζόταν πρόθυμη για συνεννόηση, αποδεχόμενη ακόμη και τη χάραξη προσωρινής γραμμής διαχωρισμού με τις ελληνικές δυνάμεις, την ίδια στιγμή εργαζόταν μεθοδικά για την ενίσχυση και τη συγκέντρωση των στρατευμάτων της.

Καθώς οι ημέρες περνούσαν, ισχυρές βουλγαρικές δυνάμεις συγκεντρώνονταν απέναντι από τις ελληνικές και τις σερβικές θέσεις άμυνας, προετοιμάζοντας το χτύπημά της.

Έτσι, στις 16 Ιουνίου 1913, η Βουλγαρία, εξαπέλυσε αιφνιδιαστική και αναίτια επίθεση.

Πίστεψε πως θα επικρατήσει. Πως θα επιβάλει διά των όπλων όσα δεν κατόρθωσε να πετύχει με τη διπλωματία…

Δεν υπολόγισε, όμως, το φρόνημα των Ελλήνων.

Η άμεση και αποφασιστική αντίδραση του Ελληνικού Στρατού ανάγκασε τις βουλγαρικές δυνάμεις να συμπτυχθούν στην αμυντική γραμμή που είχαν χαράξει στο Κιλκίς και στον Λαχανά.

Το ελληνικό σχέδιο προέβλεπε ότι η 2η, 3η, 4η, 5η και 10η μεραρχία, καθώς και η ταξιαρχία του ιππικού, θα επετίθεντο προς το Κιλκίς. Η 1η, η 6η και 7η μεραρχία θα επετίθεντο προς τον Λαχανά. Με το ξημέρωμα της 19ης Ιουνίου, οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να προελαύνουν, καταλαμβάνοντας καίριες θέσεις.

Κάθε λόφος κατακτιόταν με αγώνα. Κάθε μέτρο γης πληρωνόταν με αίμα.

Κάθε νίκη συνοδευόταν από νέες θυσίες.

Και όταν ξημέρωσε η 21η Ιουνίου, οι Έλληνες στρατιώτες εξαπέλυσαν τη μεγάλη, την τελική επίθεση.

Η μάχη υπήρξε σφοδρή. Ο αγώνας αδυσώπητος. Οι αντίξοες συνθήκες είχαν ως αποτέλεσμα η στρατιωτική επιχείρηση να εκδηλωθεί κυρίως από τη 2η Μεραρχία. Παρά τις μεγάλες απώλειες, οι άνδρες της προχώρησαν με απαράμιλλο θάρρος. Κατέλαβαν καίριες θέσεις ανατολικά του Κιλκίς και απέκρουσαν τις συνεχείς βουλγαρικές αντεπιθέσεις, κρατώντας με αποφασιστικότητα τα κεκτημένα.

Η μάχη συνεχιζόταν αδιάκοπα.

Η 4η Μεραρχία κατέλαβε τη νότια περιοχή της πόλης.

Η 5η Μεραρχία προωθήθηκε και κατέλαβε τις θέσεις νοτιοδυτικά του Κιλκίς.

Η 3η Μεραρχία κατέλαβε το Μεταλλικό, ασκώντας ακόμα μεγαλύτερη πίεση προς τις βουλγαρικές δυνάμεις.

Αντιλαμβανόμενοι τον ορατό κίνδυνο να περικυκλωθούν, οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και υποχώρησαν.

Και τότε ήρθε η μεγάλη στιγμή.

Το πρωινό της 21ης Ιουνίου 1913, ύστερα από έναν τριήμερο αιματηρό

και αδιάκοπο αγώνα, η ελληνική σημαία κυμάτιζε στο Κιλκίς.

Ήταν η στιγμή που η ιστορία της πόλης μας ενώθηκε αμετάκλητα με το πεπρωμένο του Ελληνισμού.

Βλέπετε, οι ήρωες του Κιλκίς είχαν κατανοήσει μια μεγάλη αλήθεια.

Ότι υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός Έθνους που η προσωπική μοίρα σιωπά, για να μιλήσει το κοινό πεπρωμένο.

Σήμερα, 113 χρόνια μετά, όλες και όλοι εμείς στεκόμαστε με σεβασμό και θαυμασμό μπροστά στη θυσία τους.

Τιμούμε τις προσευχές των μανάδων τους, όταν τους έβλεπαν να αναχωρούν για την πρώτη γραμμή του μετώπου. Σκουπίζουμε τα δάκρυα εκείνων που περίμεναν μάταια την επιστροφή των αγαπημένων τους.Και εκφράζουμε άπειρα ευχαριστώ, γιατί με το παράδειγμά τους δίδαξαν ότι η μοίρα ενός λαού καθορίζεται από την πίστη στα ιδανικά του.

Οι σχεδόν 9.000 νεκροί και τραυματίες δεν μας κληροδότησαν μια ένδοξη ιστορία για να την αφηγούμαστε. Μας εμπιστεύθηκαν μια πατρίδα για να την υπηρετούμε.

Με το παράδειγμα τους, μας προτρέπουν να φανούμε αντάξιοι της ιστορικής κληρονομιάς και φυσικά να διαφυλάξουμε ακέραιη την ιστορική μνήμη.

Να πορευόμαστε με το «εμείς», γιατί αυτό ενέπνευσε τους αξιωματικούς

και τους οπλίτες του Ελληνικού Στρατού στη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά.

Αυτό είναι, εξάλλου, το αληθινό μήνυμα της 21ης Ιουνίου 1913.

Ότι οι μεγάλες νίκες δεν ανήκουν στους ισχυρότερους, μα σε εκείνους:

που πιστεύουν και αγωνίζονται για έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.

Σεβασμιώτατε,

Κυρίες και κύριοι,

ο τόπος μας δεν διαμορφώθηκε μόνο μέσα από μάχες.

Απέκτησε τη σημερινή του μορφή από πρόσφυγες που ξεριζώθηκαν και ξαναρίζωσαν στο Κιλκίς. Από ανθρώπους του μόχθου που στέριωσαν και καλλιέργησαν τη γη. Αν μπορούσαν, λοιπόν, σήμερα οι ήρωες του 1913 να μας μιλήσουν, ένα πράγμα θα μας ζητούσαν. Να αγαπάμε τον τόπο μας.

Αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε η σημαία που πότισαν με το αίμα τους, σαν σήμερα πριν από 113 χρόνια, να συνεχίσει να κυματίζει υπερήφανη και το Κιλκίς μας να εξακολουθεί να αποτελεί σύμβολο ανδρείας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγάλη θυσία των μαχητών του Κιλκίς και του Λαχανά ενέπνευσε έναν από τους σημαντικότερους πνευματικούς ανθρώπους του Ελληνισμού.

Ο Κωστής Παλαμάς, στα αποκαλυπτήρια του Ηρώου της Μάχης του Κιλκίς, στις 23 Ιουλίου 1928, παρουσία του τότε Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και πλήθους κόσμου, αφιέρωσε το μνημειώδες ποίημα «Η πατρίδα στους νεκρούς της», στους ήρωες που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία του Κιλκίς.

Μέσα από τους στίχους του έδωσε φωνή στην ίδια την πατρίδα, που στέκεται με ευγνωμοσύνη μπροστά στους αθάνατους νεκρούς της:

Όπως έγραψε: «Παιδιά μου, όσοι, προφήτες μου, στρατιώτες, αρχηγοί,

σαν τα λιοντάρια στήσατε κορμιά και σαν τα κάστρα,

και μέσ’ στη μακεδονική ματοθρεμμένη γη

βάλατε την εικόνα μου φερτή σαν από τ’ άστρα

στου Λαχανά και στου Κιλκίς την εκκλησιά την πλάστρα,

πνοές κι αν πλανάστε σ’ άλλη ζωή, λείψανα κι αν κοιμάστε,

σας λειτουργώ στη δόξα μου. Μακαρισμένοι νά ’στε».

Το μήνυμά του διαπερνά τον χρόνο και μας υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες θυσίες ενός Έθνους δεν ανήκουν μόνο στην ιστορία, αλλά αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.

Ας κρατήσουμε, λοιπόν, βαθιά μέσα μας το μήνυμα αυτής της μεγάλης ημέρας. Και ας έχουμε πάντοτε ως πυξίδα τους αθάνατους στίχους του εθνικού μας ποιητή:

«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!»

Χρόνια πολλά,

Χρόνια ειρηνικά,

Χρόνια ελεύθερα, Κιλκίς!

Περισσότερα
Δείτε ακόμα