Γράφει ο Γεώργιος Δ. Τσαντάκης
Η ακατανόητη αποδοχή της ανακωχής των Μουδανιών 1922 είχε σαν αποτέλεσμα η Ανατολική Θράκη να ενσωματωθεί στην Τουρκία και να οριστούν τα σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία δυτικά του ποταμού Έβρου. Ακολούθως, η επαναστατική Κυβέρνηση με επικεφαλής τον Σωτήριο Κροκιδά (1852-1924) στις 18 Οκτωβρίου του 1922 άρχισε την προσπάθεια αναδιοργάνωσης της Στρατιάς του Έβρου, η οποία ενισχύθηκε με δυνάμεις που έφθασαν στη Δυτική Θράκη και από τη Μικρά Ασία, προκειμένου η Ελλάδα να αποφύγει και άλλες εδαφικές απώλειες. Αρχικά διοικητής της Στρατιάς διορίστηκε ο Αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Νίδερ (1865-1942) και από τις 12 Δεκεμβρίου του 1922 τον αντικατέστησε ο Υποστράτηγος και Υπουργός Στρατιωτικών Θεόδωρος Πάγκαλος (1878-1952).
Η ανάληψη της ηγεσίας της Στρατιάς του Έβρου από τον Θεόδωρο Πάγκαλο, είχε σαν αποτέλεσμα τη λήψη αυστηρότατων μέτρων, προκειμένου να συγκροτηθεί ένας πραγματικά κραταιός στρατός. Έτσι, η Στρατιά τον Ιανουάριο του 1923 είχε στη δύναμή της 4.446 αξιωματικούς και 110.775 οπλίτες. Ωστόσο, υπήρχε έλλειψη βαρέων πυροβόλων, καθώς αυτά είχαν χαθεί στη Μικρασιατική εκστρατεία. Έγινε προσπάθεια προμήθειας πυροβόλων από τη Σερβία, αλλά δεν κατέστη εφικτή. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος πίστευε ότι δύναται να προσεγγίσει με την Ελληνική Στρατιά έως στην Κωνσταντινούπολη, ενώ σύμμαχός του σε αυτή την τολμηρή πολιτική ήταν ο αρχηγός του Στόλου Υποναύαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος (1874-1956), ο οποίος θα κατεύθυνε το πολεμικό ναυτικό στα Στενά των Δαρδανελίων, διότι οι Τούρκοι δεν διέθεταν κανένα ναυτικό μέσο.
Στη Λοζάνη οι διαπραγματεύσεις περιήλθαν σε αδιέξοδο. Οι Τούρκοι πρόβαλαν μαξιμαλιστικές απαιτήσεις, έχοντας την έπαρση του νικητή στη Μικρά Ασία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936), ως ειδικός Αντιπρόσωπος του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, με τηλεγράφημά του από τη Λοζάνη προς την Ελληνική Κυβέρνηση, Πρωθυπουργός ο Στυλιανός Γονατάς (1876-1966), ζητούσε να πληροφορηθεί αν ο ελληνικός στρατός μπορούσε σε μια εβδομάδα να πλησιάσει αν όχι στον Βόσπορο, τουλάχιστον στην Τσατάλτζα, λίγο έξω από την Κωνσταντινούπολη. Ο Βενιζέλος τόνισε ότι είναι τέτοια η θρασύτητα των Τούρκων, ώστε οι Σύμμαχοι θα παραμείνουν ουδέτεροι και μάλιστα θα αντικρίσουν με ικανοποίηση πιθανή ελληνική επικράτηση. Σε νέο τηλεγράφημά του ανέφερε ότι θα αποστείλει, τον Δεκέμβριο του 1922, τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν (1874-1943) για να αξιολογήσει από κοντά την ικανότητα της Στρατιάς του Έβρου.
Αμέσως, ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης τηλεγράφησε στον Ελευθέριο Βενιζέλο αναφέροντας ότι η κατάσταση του Στρατού ήταν εξαιρετική και ότι μέσα σε λίγες ημέρες δύναται να φθάσει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Βενιζέλος φρονούσε ότι για να κηρυχθεί πόλεμος εναντίον της Τουρκίας απαιτούνταν συμμαχία με τη Σερβία, διότι ανησυχούσε για ενδεχόμενη βουλγαρική επίθεση. Πρότεινε, λοιπόν, αρχικά τη συμμετοχή της Σερβίας με 4 μεραρχίες και την παραχώρηση σε αυτήν εδάφους. Ο Υπουργός Εξωτερικών Απόστολος Αλεξανδρής (1879-1961) συναντήθηκε στην Αθήνα με τον Σέρβο πρέσβη Ζιβόιν Μπαλούγκτζιτς, ο οποίος έδειξε απροθυμία για σερβική εμπλοκή.
Σημειωτέον, οι διαπραγματεύσεις στη Λοζάνη επαναλήφθηκαν στις 23 Απριλίου του 1923. Όμως, οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να παραμένουν αδιάλλακτοι και η συνάντηση του Ελευθερίου Βενιζέλου με τον επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας Μουσταφά Ισμέτ Ινονού (1884-1973) πραγματοποιήθηκε χωρίς να προκύψει συμφωνία. Ο Ινονού ανέφερε ότι αν επέστρεφε στην Άγκυρα χωρίς κανένα αντάλλαγμα θα τον λιθοβολούσαν, τότε ο Βενιζέλος πρότεινε την παραχώρηση στην Τουρκία του τριγώνου του Κάραγατς και έδωσε στον Ινονού προσθεσμία μίας εβδομάδας να απαντήσει. Παρ΄ όλα αυτά, η διορία ολοκληρώθηκε, χωρίς να δοθεί απάντηση από τους Τούρκους.
Στις 22 Μαΐου 1923 ο Απόστολος Αλεξανδρής έστειλε τηλεγράφημα στην ελληνική κυβέρνηση με το οποίο πρότεινε να δοθεί στην Τουρκία μια μικρή διορία έως τις 26 Μαΐου κι αν αυτή αρνηθεί την ελληνική πρόταση, τότε να καταγγελθεί η ανακωχή των Μουδανιών του 1922 και στις 27 Μαΐου του 1923 ο Ελληνικός Στρατός να ξεκινήσει επιχειρήσεις με στόχο την Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, έστειλε και τηλεγράφημα του Βενιζέλου, ο οποίος εφιστούσε την προσοχή στην ελληνική Κυβέρνηση αν θα αποφάσιζε νέα πολεμική σύγκρουση με την Τουρκία. Η Επαναστατική Κυβέρνηση του Στυλιανού Γονατά έλαβε την απόφαση για έναρξη των επιχειρήσεων δίδοντας σχετική εντολή στον Θεόδωρο Πάγκαλο. Το σχέδιο προέβλεπε αιφνιδιαστική διέλευση του ποταμού Έβρου, αναζήτηση των εχθρικών δυνάμεων, ανατροπή της αμυντικής γραμμής της Τσατάλτζας και εγκατάσταση στην ακτή του Βοσπόρου της Ανατολικής Θράκης. Καθοριστικός θα ήταν κι ο ρόλος του ελληνικού στόλου, ο οποίος θα εισέρχονταν στα Στενά των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου, θα αποβίβαζε στον Κόλπο του Ξηρού (Ανατολική Θράκη) το Β΄ Σώμα Στρατού και θα απέτρεπε την αποβίβαση τουρκικών στρατευμάτων στην Ανατολική Θράκη.
Η εξέλιξη των γεγονότων συνδέονταν με την απάντηση του Ισμέτ Ινονού στην ελληνική πρόταση για παράδοση του τριγώνου του Κάραγατς. Ο Ινονού, κατόπιν αγγλικών και γαλλικών πιέσεων αλλά και ενός διαλόγου που διεξήχθη ανάμεσα στους επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας, αναθεώρησε την άποψή του και στις 26 Μαΐου του 1923 δέχτηκε την ελληνική πρόταση. Τον διάλογο αυτό ανέδειξε αργότερα ο αείμνηστος καθηγητής Νεοκλής Σαρρής (γεννήθηκε στην Πόλη) ανάμεσα στον Ισμέτ Ινονού και τον αναπληρωτή επικεφαλής εκπρόσωπο της τουρκικής αντιπροσωπείας, βουλευτή Σινώπης, Ριζά Νουρ (1879-1942):
Ριζά: «Και η επίθεση του Πάγκαλου είναι σίγουρη. Δεν συμφωνείς;».
Ινονού: «Οπωσδήποτε».
Ριζά: «Και δεν υπάρχει δυνατότητα άμυνας, δεν είναι έτσι;».
Ινονού: «Ναι».
Ριζά: «Τότε δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Οι δυο μας να πάρουμε αμέσως μιαν απόφαση παραιτούμενοι άλλων αξιώσεων να ξεπεράσουμε αυτόν τον τρομερό κίνδυνο. Διαφορετικά υπάρχει καταστροφή».
Ινονού: «Η κυβέρνηση θα μας καταστήσει υπεύθυνους».
Ριζά: «Θα γίνει πόλεμος και αν χαθεί η Κωνσταντινούπολις, υπεύθυνη θα είναι η ίδια η κυβέρνηση».
Ινονού: «Ναι! Αν δεν παραιτηθούμε, ο Πάγκαλος θα επιτεθεί και αναμφίβολα θα καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Και όλα θα πάνε στράφι» (Riza Nur, 1992).
Ο διάλογος αυτός αναφέρεται στο βιβλίο «Hayat ve Hatıratım 1-2-3» (Η ζωή και τα απομνημονεύματά μου) του Ριζά Νουρ όπου αποκαλύπτει τον τρόμο της τουρκικής πλευράς απέναντι στην πανίσχυρη τότε ελληνική Στρατιά του Έβρου, η οποία ήταν έτοιμη να επαναλάβει τις επιχειρήσεις και να βαδίσει προς την Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, από τον διάλογο αυτό συμπεραίνεται πως οι Ινονού και Ριζά γνώριζαν ότι η μαχητική ικανότητα του τουρκικού στρατού είχε μειωθεί σημαντικά. Γεγονός που επιβεβαίωσε ο Άγγλος Αρχιστράτηγος Τσάρλς Χάρριγκτον (Charles Harrington, Γενικός Διοικητής του Συμμαχικού στρατού κατοχής), αναφέροντας ότι έως τον Μάιο του 1923, ο τουρκικός στρατός είχε απολέσει το 50% της μαχητικής του δύναμης (Στούκας, 10-05-2020).
Τελικά, με τη Συνθήκη Ειρήνης της Λοζάνης του 1923 δόθηκε στην Τουρκία το τρίγωνο του Κάραγατς (Karaağaç, Παλαιά Ορεστιάδα) και το Βόσνα Κιόι (Bosnaköy, Βοσνοχώρι) στη Θράκη (Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης, άρθρο 59, 1923–Αθανασιάδης, Τρίτη 12 Μαρτίου 2019), μία έκταση 24.000 τ.χλμ με τεράστια στρατιωτική και οικονομική σπουδαιότητα (Στούκας, 10-05-2020).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνόγλωσση
Αθανασιάδης, Σ. Π., Οι τελευταίες ημέρες του ελληνικού Κάραγατς, Νεώτερη Ελληνική Ιστορία, Τρίτη 12 Μαρτίου 2019.
Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.), Αθήνα, 2026.
Στούκας, Μ., Μπορούσε η Στρατιά του Έβρου να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη το 1923;, Πρώτο Θέμα, 10 Μαΐου 2020.
Στούκας, Μ., Το Τρίγωνο του Κάραγατς: Το «αγκάθι του Έβρου» και πώς δόθηκε στην Τουρκία, Πρώτο Θέμα, 3 Νοεμβρίου 2024.
Συνθήκη της Λωζάνης, Συνθήκη Εἰρήνης, Λωζάνη, 24 Ιουλίου 1923.
Ξενόγλωσση
Riza Nur, Hayat ve Hatıratım 1-2-3, εκδ. İşaret, 1992.
Ο Γιώργος Τσαντάκης διακόνησε για 34 έτη ως εκπαιδευτικός τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διετέλεσε για 22 χρόνια διευθυντής σχολικών μονάδων της Θεσσαλονίκης, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη διοίκηση της εκπαίδευσης, είναι συγγραφέας βιβλίων της εκπαίδευσης (Αξιολόγηση, Διοίκηση, Ιστορία Λυκείου της Θεσσαλονίκης), πολλές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες, περιοδικά και ιστοσελίδες, καθώς και εισηγήσεις – ομιλίες σε συνέδρια, ημερίδες και εκδηλώσεις.











