Οι αυξήσεις στο μισθολόγιο της ανώτερης εκκλησιαστικής ιεραρχίας
Πριν από λίγες ημέρες κατατέθηκε στη Βουλή, προς ψήφιση το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, για μέτρα κατά της ενεργειακής κρίσης και της εισοδηματικής ενίσχυσης.
Το άρθρο 56 του παραπάνω νομοσχεδίου προβλέπει αναπροσαρμογή των μηνιαίων μικτών αποδοχών του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών, με αυξήσεις από 60 έως 95%, για να φθάσουν στο ποσό των 4671,90 ευρώ (μικτά), ώστε στο εξής, να είναι συνδεδεμένοι με το 90% των αποδοχών του Γεν. Γραμματέα του υπουργείου.
Μέχρι τώρα οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου κυμαίνονται από 2840 ως 2915 ευρώ, ανάλογα αν υπάρχει επίδομα μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου και των Μητροπολιτών από 2400 ως 2475 ευρώ (μικτές οι καθαρές υπολογίζονται περίπου στο 50% των μικτών).
Ενώ, κατά την ταπεινή μας άποψη, η παραπάνω αύξηση των αποδοχών της Ιεραρχίας, είναι δίκαιη εν τούτοις προκάλεσε έντονες αντιδράσεις των κομμάτων της Αντιπολίτευσης, μερίδας Μ.Μ.Ε. και πολλών πολιτών, επειδή έγινε σε λάθος χρονική περίοδο.
Η περίοδος που διανύουμε είναι ουσιαστικά προεκλογική και επί πλέον τα νοικοκυριά είναι πιεσμένα από την ακρίβεια και την υψηλή έμμεση φορολογία (ΦΠΑ), με αποτέλεσμα να αδυνατούν να αντιμετωπίσουν και τα πλέον απαραίτητα έξοδα της καθημερινότητας. Ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης, με σύντομη δήλωσή του, αιτιολόγησε τον διπλασιασμό (σχεδόν) των αποδοχών του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών, στο 90% του μισθού του Γενικού Γραμματέα του υπουργείου, υποστηρίζοντας ότι οι Μητροπολίτες, διοικούν ολόκληρες Μητροπόλεις και ανάφερε χαρακτηριστικά, πως δυσκολεύεται να δεχτεί, ο μισθός του μητροπολίτη, να είναι χαμηλότερος από τον μισθό του μουφτή.
Στα αρνητικά σχόλια και την κριτική, για την αύξηση των αποδοχών της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας απάντησε η Ιερά Σύνοδος με γραπτή δήλωση του Μητροπολίτη μας Πολυανής & Κιλκισίου κκ. Βαρθολομαίου, που είναι εκπρόσωπος Τύπου της Συνόδου. Παραθέτουμε την παρακάτω δήλωση για ενημέρωση των αναγνωστών μας και για την εξαγωγή σωστών συμπερασμάτων.
Γράφει ο κκ. Βαρθολομαίος:
«Η συζήτηση που αναπτύχθηκε τις τελευταίες ημέρες γύρω από το μισθολογικό καθεστώς των Αρχιερέων ανέδειξε εύλογους προβληματισμούς, αλλά προβλήθηκαν και αρκετές ανακρίβειες, γι’ αυτό επιβάλλεται νηφάλια αποσαφήνιση.
Πρώτα απ’ όλα, είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι η μισθοδοσία του ιερού Κλήρου αποτελεί την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση της Πολιτείας για την τεράστια μοναστηριακή περιουσία που αφαιρέθηκε από τις Ιερές Μονές κατά την περίοδο 1833–1952, χωρίς πλήρη και ισότιμη αποζημίωση.
Η περιουσία αυτή αξιοποιήθηκε προς όφελος του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, συμβάλλοντας καθοριστικά στη λειτουργία πανεπιστημίων και νοσοκομείων, στην αποκατάσταση αγροτών, προσφύγων, ακτημόνων και μικροκαλλιεργητών, καθώς και στη δημιουργία κοινόχρηστων, κοινωφελών χώρων και άλλων υποδομών δημόσιας ωφέλειας.
Υπό αυτήν την έννοια, η μισθοδοσία του Κλήρου συνδέεται ιστορικά με την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας για το κοινό καλό, και όχι με κάποια χαριστική ή προνομιακή μεταχείριση της Εκκλησίας εκ μέρους του Κράτους.
Παράλληλα, η πρόσφατη ρύθμιση, που εισηγείται η Ελληνική Πολιτεία, δεν εισάγει κάποιο νέο προνόμιο. Επαναφέρει τη μισθοδοσία των Αρχιερέων εντός του γενικού πλαισίου της δημόσιας διοίκησης.
Στην ελληνική έννομη τάξη η ευθύνη διοίκησης και ο θεσμικός ρόλος αντανακλώνται και μισθολογικά. Για τον λόγο αυτό οι αποδοχές των Αρχιερέων συνδέονται με το αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο των ανωτάτων δημοσίων λειτουργών.
Οι αναφορές σε υπέρογκα ή λανθασμένα ποσά βασίζονται συχνά σε εσφαλμένη ανάγνωση ή ηθελημένη διαστρέβλωση των πραγματικών δεδομένων.
Παρακαλούμε, λοιπόν, το ζήτημα να προσεγγίζεται με αλήθεια, δικαιοσύνη και αμοιβαίο σεβασμό, μακριά από υπερβολές και χωρίς καλλιέργεια εύκολων εντυπώσεων.
Για την ποιμαίνουσα Εκκλησία η προσπάθεια επίλυσης των πραγματικών προβλημάτων των ανθρώπων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ποιμαντικής ευθύνης και της διακονίας και γι’ αυτό επιτελείται αθόρυβα από τον κάθε ποιμένα, χωρίς να διαφημίζεται, σύμφωνα με την Ευαγγελική προσταγή «σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. 6:3).


