Ανδρέας Περπερίδης: Το κλειδί για την συμπερίληψη είναι η συνεκπαίδευση με προϋποθέσεις
Ο Αινστάιν, ο οποίος σύμφωνα με σύγχρονους ειδικούς ψυχικής υγείας είχε ενδείξεις διαταραχών Αυτιστικού Φάσματος, με συμπτώματα του συνδρόμου Asperger, έλεγε «Αν κρίνεις ένα ψάρι από την ικανότητά του να σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο, θα περάσει όλη η ζωή σου πιστεύοντας πως είναι ηλίθιο, όταν όμως το βάλεις να κολυμπήσει, θα αναθεωρήσεις όλα όσα πίστευες για αυτό».
Η Σύμβαση του ΟΗΕ (CRPD) 2006 (Άρθρο 24) ορίζει ότι τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν ένα συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό σύστημα (inclusive education), σε όλα τα επίπεδα, αποκλείοντας κάθε μορφή απομόνωσης των μαθητών με ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το παράδειγμα της Ιταλίας, η οποία με τον Νόμο 517/1977, κατάργησε τα ειδικά σχολεία στο ιταλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η Πορτογαλία εφαρμόζει επίσης ένα από τα πιο προοδευτικά μοντέλα συμπεριληπτικής εκπαίδευσης παγκοσμίως.
Με το Ν. 54/2018, προβλέπει ότι σχεδόν το 100% των μαθητών με ειδικές ανάγκες πρέπει να εκπαιδεύεται στα δημόσια σχολεία γενικής εκπαίδευσης και όχι σε διαχωρισμένες δομές.
Πρέπει και στην πατρίδα μας να γίνει κατανοητό ότι η έννοια της συμπερίληψης είναι εξ ορισμού αντίθετη με την ύπαρξη ειδικών σχολείων.
Η εφαρμογή της ειδικής αγωγής δεν ταυτίζεται με τα ειδικά σχολεία. Η θέση κάθε μαθητή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, είναι στο σχολείο της γειτονιάς του, δίπλα στους μαθητές «τυπικής ανάπτυξης».
Η κοινωνικοποίηση και η ένταξη πραγματοποιείται στις αυλές των σχολείων.
Η λογική του «προστατευμένου περιβάλλοντος» στο ειδικό σχολείο συχνά ενώ προσφέρει φροντίδα, απομονώνει το παιδί από τα ερεθίσματα και τις κοινωνικές δεξιότητες που θα χρειαστεί ως ενήλικας.
Διότι η κοινωνία που θα καλεστεί να ζήσει δεν θα είναι «ειδική» και ο διαχωρισμός στην εκπαίδευση, προετοιμάζει δυστυχώς, τον διαχωρισμό στην ενήλικη ζωή. Υπάρχουν ειδικά MALL – ειδικά SUPER MARKET – ειδικές ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ – ειδικά ΚΑΦΕ – κ.λ.π., γιατί να υπάρχουν ειδικά σχολεία;
Στην Ελλάδα σχολεία με παιδιά «τυπικής ανάπτυξης», επισκέπτονται κατά περιόδους ειδικά σχολεία για μια- δυο ώρες (λες και πάνε εκδρομή σε κάποιο θέαμα) για να βρεθούν μαζί με παιδιά μη τυπικής ανάπτυξης για λίγο. Και αυτό το ονομάσαμε συμπερίληψη.
Στην ουσία όμως είναι επιλεκτική και στιγμιαία αλληλεπίδραση και μετά πίσω στη βάση τους. Η συμπερίληψη και η συνεκπαίδευση δεν βοηθά μόνο τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, βοηθά και τα υπόλοιπα παιδιά τα οποία στην ενήλικη ζωή τους θα εργαστούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή ως υπάλληλοι σε κάθε λογής επιχείρηση, να μάθουν να συνυπάρχουν με τη διαφορετικότητα, ώστε όταν βγουν στην κοινωνία να μην τούς αντιμετωπίζουν ως «ξένο σώμα».
Η ενίσχυση του σχολείου της γειτονιάς από παιδαγωγική και από οικονομοτεχνική σκοπιά:
μειώνει σημαντικά τις δαπάνες μετακίνησης, αξιοποιεί υπάρχουσες σχολικές υποδομές, περιορίζει την ανάγκη διατήρησης και συντήρησης ξεχωριστών κτηρίων και επιτρέπει την καλύτερη αξιοποίηση επιστημονικού και ανθρώπινου δυναμικού. Όλα αυτά θα βελτιώσουν την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών για τα παιδιά μας.
Για αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε ένα σχολείο. Ένα σχολείο που να χωρά και να σέβεται όλα τα παιδιά. Όχι ειδικά σχολεία, απομακρυσμένα, απομονωμένα, στεγαζόμενα σε παλιές σχολικές δομές ή σε λυόμενα παρατημένα. Αλλά τυπικά σχολεία, με πολλά προγράμματα συνεκπαίδευσης με βασική επιδίωξη την πλήρη ένταξη.
Όλοι όσοι ζητάμε την πραγματική συνεκπαίδευση προβληματιζόμαστε στο πως θα εκφραστεί ως υγιής παιδαγωγική πράξη. Κάποια παιδιά δεν αυτονομούνται και κοινωνικοποιούνται, επειδή απλώς το αποφασίζουμε ή το θέλουμε εμείς. Και αν τα βάλουμε σε μια τυπική τάξη χωρίς βοήθεια, η μεγαλύτερη πιθανότητα είναι να τα αφήσουμε να χαθούν όμορφα στο πλήθος.
Έχουν γίνει τα πρώτα βήματα με την δημιουργία των τμημάτων ένταξης και την λειτουργία της παράλληλης στήριξης μέσα στην τάξη. Επομένως το πρώτο μέλημα θα πρέπει να είναι η εκτίμηση των δυνατοτήτων όλων των παιδιών σε συνεργασία με το ΚΕ.ΔΑ.ΣΥ. και η ισότιμη συμμετοχή τους σε τυπικές εκπαιδευτικές δράσεις, όσο τους επιτρέπει η σωματική, νοητική και ψυχολογική τους ικανότητα και φυσικά πρέπει να υπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις (σταθερή υποστήριξη, εξειδίκευση, πραγματικά εξατομικευμένο πρόγραμμα). Επίσης να μεταφέρουμε όλη την τεχνογνωσία, το προσωπικό και τους πόρους των ειδικών σχολείων μέσα στο γενικό σχολείο.
Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες που θα φοιτούν σε αυτά θα μπορούν να αναπτύξουν το κάθε ένα ξεχωριστά, τις δυνατότητες που έχουν στα διάφορα γνωστικά αντικείμενα, ( άλλο στους υπολογιστές, άλλο στα μαθηματικά κ.α.). Έτσι το παιδί αυτό αποδεικνύει στον εαυτό του, αλλά κυρίως στους συμμαθητές του και στο σχολικό περιβάλλον ότι είναι παρών, ότι πετυχαίνει στόχους. Αντίστοιχα κάποιο παιδί που δεν τα καταφέρνει στο γνωστικό κομμάτι μπορεί να συμμετέχει, σε πιο ανοικτές δράσεις (π.χ. γυμναστική, μουσική, εικαστικά κ.α.).
Φυσικά θα υπάρχει ξεχωριστός τρόπος βαθμολόγησης και αξιολόγησης των παιδιών.
Η ειδική αγωγή είναι επιστήμη με πλαίσιο και ξεκάθαρα όρια, ας δώσουμε τον χώρο, τις προοπτικές και τον χρόνο, σε αυτούς που την ασκούν, μέσα στο «ένα» σχολείο, για να μη μείνει η συμπερίληψη απλώς ένας ακόμα όρος που χάνει το νόημα του.
*Πρόεδρος συλλόγου γονέων – κηδεμόνων Ειδικού Γυμνασίου και λυκείου Κιλκίς


