Υπό απέλαση ο Έλληνας του Πόντου Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί!
Δεύτερη αρνητική απόφαση του Υπ. Μετανάστευσης – Καταγγελίες για «πολιτική παράδοση» στην Τουρκία
Σοβαρές αντιδράσεις προκαλεί η υπόθεση του Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από το 2019 και ενημερώθηκε ότι εκδόθηκε δεύτερη απόφαση απέλασης σε βάρος του από το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, υπό την πολιτική ευθύνη του υπουργού Θάνου Πλεύρη.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η αίτησή του για άσυλο απορρίπτεται με το σκεπτικό ότι βαρύνουν κατηγορίες περί «εγκλημάτων πολέμου», ενώ ταυτόχρονα –όπως καταγγέλλεται– το Υπουργείο φέρεται να υποστηρίζει ότι δεν αντιμετωπίζει δίωξη στην Τουρκία, παρότι ο ίδιος επικαλείται 13 ενεργές υποθέσεις και εντάλματα σύλληψης εις βάρος του. Οι υποθέσεις, όπως αναφέρεται, σχετίζονται με ζητήματα όπως η αναγνώριση της Γενοκτονίας, η «προσβολή» του Μουσταφά Κεμάλ και κατηγορίες περί σχέσης με το PKK.
Το Υπουργείο αναφέρει ότι η αίτηση ασύλου του απορρίφθηκε λόγω κατηγοριών ότι διέπραξε εγκλήματα πολέμου και, γελοία, ότι ΔΕΝ αντιμετωπίζει διώξεις στην Τουρκία, παρόλο που υπάρχουν ΔΕΚΑΤΡΙΕΣ ενεργές υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης εναντίον του – σχετικά με αναγνώριση γενοκτονίας, προσβολή του Ατατούρκ και κατηγορίες ότι είναι μέλος του αυτονομιστικού Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK).
Αυτός κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής στρατιωτικής του θητείας, πολέμησε το ΡΚΚ το 1994. Τραυματίστηκε στο πόδι και αιχμαλωτίστηκε. Όταν η οικογένειά του ζήτησε κυβερνητική βοήθεια για την απελευθέρωσή του, αυτή απορρίφθηκε επειδή πίστευαν ότι είχε γίνει προδότης λόγω της ελληνικής καταγωγής του, και έτσι έμαθαν στην πραγματικότητα ότι ήταν τουρκοποιημένοι Έλληνες, καθώς μόνο ο στρατός είχε τέτοια αρχεία!
Σε συνέντευξή του στο Siyasi Haber, είπε: «Μάθαμε ότι το όνομα του πατέρα του παππού μου ήταν Κωνσταντίνος. Το χωριό τους βρίσκεται στην Μπάφρα. Τα κρατικά αρχεία αναφέρουν επίσης ότι το κράτος επιτέθηκε και σκότωσε τους Έλληνες εκεί. Ο Κωνσταντίνος δολοφονήθηκε επίσης, και ο παππούς μου, που ήταν 3 ετών τότε, δόθηκε σε μια τουρκική οικογένεια αντί για ένα ελληνικό ορφανοτροφείο».
Καταθέτει μαρτυρία για το πώς ο τουρκικός στρατός έκαψε κουρδικά χωριά και βασάνισε πολλούς που αρνήθηκαν να ενταχθούν σε πολιτοφυλακές κατά του ΡΚΚ. Θυμάται επίσης διαμελισμούς νεκρών ανταρτών του ΡΚΚ. Η ομάδα του ήταν ειδικά υπεύθυνη για την σάρωση κουρδικών χωριών, ενώ ήταν κυρίως επαγγελματίες στρατιώτες που τα πυρπόλησαν. Δεν διέπραξε καμία από αυτές τις πράξεις.
Το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου αντ’ αυτού χρησιμοποίησε την προσπάθειά του να αποκαλύψει τις φρικαλεότητες του τουρκικού στρατού ως αυτόπτης μάρτυρας για να τον κατηγορήσει ως εγκληματία πολέμου και να απορρίψει το άσυλο του.
Μετά από 6 μήνες στρατιωτικής θητείας, πυροβολήθηκε στο πόδι και έπεσε από ύψος 30 μέτρων κατά τη διάρκεια μιας μάχης στην περιοχή του Σιρνάκ. Το PKK συνέλαβε τον Γιάννη και τον περιέθαλψε μέχρι να αναρρώσει. Απελευθέρωσαν τον εγγονό ενός επιζώντος της Γενοκτονίας των Ελλήνων (1913-23) μετά από περίπου δυόμισι χρόνια κράτησης.
Ωστόσο, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του, ο Γιάννης οδηγήθηκε στην Υπηρεσία Πληροφοριών της Στρατιωτικής Χωροφυλακής και υποβλήθηκε σε ανακρίσεις, ψυχολογική πίεση και βασανιστήρια. Κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο PKK, λιποταξία και αργότερα ένταξη σε «τρομοκρατική οργάνωση» λόγω της καταγγελίας του στον διεθνή τύπο για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τον τουρκικό στρατό, όπως η πυρπόληση κουρδικών χωριών. Τελικά αθωώθηκε από τις κατηγορίες, αλλά η δικαστική διαδικασία διήρκεσε μέχρι το 2001.
Το 2005, μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε αντιρρησίας συνείδησης, εντασσόμενος στην Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και συμμετέχοντας σε διαδηλώσεις αλληλεγγύης με τους Κούρδους. Στη συνέχεια, το 2010, φυλακίστηκε για ένα χρόνο για διάδοση «τρομοκρατικής προπαγάνδας». Η υπόθεση παραπέμφθηκε επίσης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο αποφάνθηκε υπέρ του Γιάννη και διέταξε την καταβολή αποζημίωσης.
Ο Γιάννης συνελήφθη ξανά στις 22 Απριλίου 2017, αυτή τη φορά επειδή τίμησε διαδικτυακά τις γενοκτονίες των Ελλήνων και των Αρμενίων, με τρεις κατηγορίες εναντίον του. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 1 έτους και 3 μηνών.
Ο Γιάννης τελικά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Τουρκία στις 28 Ιανουαρίου 2019, αφού κατηγορήθηκε για «διεθνή κατασκοπεία». Η Τουρκία πιστεύει ότι είναι Έλληνας κατάσκοπος. Ο Γιάννης πιστεύει ότι αυτή η κατηγορία βασίστηκε σε δηλώσεις του στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και σε δημόσιες αναρτήσεις του που υποστήριζαν την Ελλάδα. Ένα παράδειγμα ήταν η πρότασή του να κλείσει το σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, σε απάντηση στον εξισλαμισμό της Αγίας Σοφίας.
Παρ’ όλα αυτά, κατέληξε στην Ελλάδα, μια χώρα που θα έπρεπε να είναι το σπίτι και η φιλόξενη για όλους τους Έλληνες, ακόμα και για εκείνους που γεννήθηκαν πιστεύοντας ψευδώς ότι ήταν Τούρκοι. Ο Γιάννης ζει ειρηνικά στην Ελλάδα από το 2019. Πέρασε μόνο 6 μήνες στον τουρκικό στρατό στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έκτοτε έχει αφιερώσει δεκαετίες στον ειρηνευτικό ακτιβισμό και τον ανθρωπισμό.
Θα έπρεπε να είναι ασφαλής στην Ελλάδα, όχι να τον πετάξουν πίσω στους λύκους στην Τουρκία, οι οποίοι αναμφίβολα θα τον ρίξουν σε μπουντρούμι.
Λύστε αυτό το ζήτημα, κύριε Πλεύρη.
Παντελής Σαββίδης: «Τεχνική υπόθεση ασύλου» ή «ηθικό και πολιτικό σκάνδαλο»;
Η υπόθεση παίρνει ανοιχτά πολιτικά χαρακτηριστικά μετά από δημόσιες τοποθετήσεις που καταγγέλλουν την απόφαση απέλασης ως πολιτική επιλογή.
Σε παρέμβασή του στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ο δημοσιογράφος Παντελής Σαββίδης υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για «τεχνική εκκρεμότητα» αλλά για ηθικό και πολιτικό σκάνδαλο, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι αντιμετωπίζει έναν άνθρωπο με ιστορικό διώξεων ως «εν δυνάμει εγκληματία πολέμου», ενώ –κατά την άποψή του– υιοθετείται στην πράξη η λογική της Άγκυρας, όπου «η μνήμη και τα δικαιώματα βαφτίζονται τρομοκρατία». Στο ίδιο πλαίσιο θέτει το δίλημμα ωμά: «ουδετερότητα ή συνενοχή», προειδοποιώντας ότι τυχόν απέλαση θα ισοδυναμεί με παράδοση σε καθεστώς όπου ο ίδιος θεωρεί βέβαιο ότι θα φυλακιστεί.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η δεύτερη απόφαση απέλασης οδηγεί σε άμεσες διαδικασίες απομάκρυνσης ή αν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμα ένδικα/διοικητικά μέσα που μπορούν να «παγώσουν» την εξέλιξη. Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση Γιαϊλαλί έχει ήδη μετατραπεί σε σημείο αιχμής. Aπό τη μία η επίσημη αιτιολόγηση περί «ασφάλειας/κατηγοριών», από την άλλη οι καταγγελίες ότι η Ελλάδα ρισκάρει να εμφανιστεί ως χώρα που δεν προστατεύει πολιτικά διωκόμενους όταν ο διώκτης είναι ένα γειτονικό κράτος με ισχυρή επιρροή.
Το πολιτικό αίτημα που διατυπώνεται δημόσια είναι σαφές: να ανακληθεί η απέλαση και να υπάρξει λύση που να εγγυάται ότι ο Γιαϊλαλί δεν θα επιστραφεί σε περιβάλλον όπου τον περιμένουν διώξεις και φυλακή.

