Μία συγχώνευση δημοτικού σχολείου του Κιλκίς που αφήνει πίσω τους πιο ευάλωτους μαθητές
Αντιδράσεις από γονείς τάξης δημοτικού σχολείου του Κιλκίς όπου το ποσοστό των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες είναι σχεδόν 50%
Αντιμέτωποι με ένα ιδιαίτερο και σπάνιο εμφανιζόμενο πρόβλημα έχουν βρεθεί γονείς μαθητών δημοτικού σχολείου της πόλης του Κιλκίς, στην οποία με βάση και τις σχετικές διαγνώσεις καταγράφεται μεγάλη συγκέντρωση μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες και συγκεκριμένα 11 μαθητών επί συνόλου 25.
Και τούτο διότι στο πλαίσιο εφαρμογής του πρόσφατου νόμου 5224/2025 θα έχουμε συγχώνευση των δύο τμημάτων που λειτουργούσαν μέχρι την προηγούμενη χρονιά, δώδεκα και δεκατριών μαθητών αντίστοιχα, καθώς η εν λόγω τάξη που διαθέτει τμήμα παράλληλης στήριξης και ένταξης δεν απόκειται στις διατάξεις που προβλέπουν την λειτουργία περισσοτέρων του ενός τμημάτων σε μία τάξη με όριο κάτω των 25 μαθητών και συγκεκριμένα μέχρι 22.
Ταυτόχρονα ήρθε η οδηγία προς τους εκπαιδευτικούς ειδικής αγωγής να πραγματοποιούν την παρέμβαση μέσα στο τμήμα γενικής και όχι σε ξεχωριστό χώρο με το σκεπτικό της συμπερίληψης.
Τα νέα δεδομένα έχουν αναστατώσει μαθητές γονείς και εκπαιδευτικούς από την προηγούμενη ακόμη χρονιά, πρώτη εφαρμογής του νέου νόμου, καθώς μετά από σχετικές παρεμβάσεις της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Κιλκίς δεν είχαμε την εφαρμογή του μέτρου, η οποία όμως με βάση και τις σχετικές οδηγίες θα εφαρμοστεί από την επομένη, τον προσεχή Σεπτέμβριο εάν τα αριθμητικά δεδομένα το επιβάλουν.
Γεγονός που έχει θορυβήσει τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση καθώς όπως έχουν επισημάνει και στην επιστολή προ το υπουργείο Παιδείας, αλλά και στις συναντήσεις τους με τον διευθυντή της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Κιλκίς Σωτήρη Μαρκάδα.
Και τούτο διότι όπως επισημαίνουν μέσω της προβλεπόμενης και επιβαλόμενης συγχώνευσης ουσιαστικά «αγνοείται πλήρως ο αριθμός των μαθητών με διαγνωσμένες ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες που φοιτούν σε μία τάξη.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση για παράδειγμα το ποσοστό αυτών των μαθητών αγγίζει σχεδόν το 50% του μεγίστου πληθυσμού που θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε τοπική τάξη δημοτικού (25 μαθητές)».
Και συνεχίζοντας αναφέρουν ότι οι ιθύνοντες που ψηφίζουν και εκδίδουν τους ανάλογους νόμους και τις αντίστοιχες οδηγίες έχουν την πεποίθηση πως οι δάσκαλοι της ειδικής αγωγής διαθέτουν ένα «μαγικό ραβδάκι» που τους επιτρέπει: να διατηρούν την προσοχή και την ηρεμία των παιδιών με αισθητηριακή ευαισθησία, περιορίζοντας την οχλαγωγία και τα πολλαπλά αισθητηριακά ερεθίσματα, που φυσικά προκύπτουν σε ένα τμήμα με 25 μαθητές δημοτικού να καλύπτουν τα γνωστικά κενά των μαθητών με ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες, ενώ στον ίδιο χώρο και χρόνο πραγματοποιείται το μάθημα του δασκάλου του γενικού τμήματος να υποστηρίζουν διαφοροποιημένα ταυτόχρονα οκτώ ή έντεκα μαθητές.
Οποιος έχει βασικές γνώσεις παιδαγωγικής επιστήμης, γνωρίζει πως η παρέμβαση σε τέτοιες περιπτώσεις είνα αποτελεσματική, όταν πραγματοποιείται εντός των πρώτων 12 ετών της ζωής ενός ατόμου, δηλαδή εντός της φοίτησης στο νηπιαγωγείο και κυρίως στο δημοτικό. Για τον λόγο αυτό, η παρέμβαση επιβάλλεται να πληροί τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε να εξασφαλιστεί ένα ευοίωνο εκπαιδευτικό και μαθησιακό μέλλον για τα παιδιά αυτά.
Δεν μπορεί, λοιπόν, να παραβλέπεται ούτε ο αριθμός των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που φοιτούν στο ίδιο τμήμα δημοτικού, ούτε οι ετερογενείς ανάγκες τους, επειδή υπάρχει τμήμα ένταξης και παράλληλη στήριξη!
Ας δούμε το ζήτημα με μια αναλογία. Εχουμε δύο μαθητές. Ο ένας είναι νευροτυπικός και ο άλλος νευροδιαφορετικός. Οι δυο τους αγωνίζονται στο στίβο της γνώσης και καλούνται να φτάσουν στο τέρμα. Ο πρώτος θα φτάσεις έχοντας την αναμενόμενη κούραση και εξάντληση. Ο δεύτερος αγωνίζεται έχοντας βαρίδια στα πόδια του. Η εφαρμογή του Νόμου αυτού σε μια τάξη, όπως αυτή του συγκεκριμένου Δημοτικού, θα προσθέσει και εμπόδια στον δρομέα αυτόν. Ετσι προκύπτει το εύλογο ερώτημα ανησυχίας: θα φτάσει ποτέ αυτός ο δρομέας – μαθητής στο τέρμα;
Κλείνοντας, βεβαίως είμαστε υπέρ της συμπερίληψης. Ωστόσο, αυτή πρέπει να γίνεται στα σωστά πλαίσια, παρέχοντας στους εκπαιδευτικούς τα αναγκαία εργαλεία, ώστε να εκτελέσουν αποτελεσματικά το έργο τους. Δεν μπορούμε, όμως, να δεχτούμε πως οι πανεπιστημιακές τους γνώσεις και η εμπειρία τους αρκούν, για να αποπερατώσουν αυτό το έργο. Χρειάζονται και άλλη υποστήριξη και, αν αυτή, είναι οι κατάλληλες υποστηρικτικές υποδομές και η μείωση του αριθμού των μαθητών, οι αρμόδιοι του υπουργείου παιδείας και οι νομοθέτες δεν είναι δυνατό να κωφεύουν, κρυμμένοι πίσω από έναν Νόμο, ο οποίος – ας είμαστε ειλικρινείς – βάφτισε «συμπερίληψη» την εξοικονόμηση πόρων. Ο Νόμος μέχρι πρόσφατα εξασφάλιζε ευελιξία στα τμήματα και αυτός, ο νέος Νόμος του Αυγούστου του 2025, δεν μπορεί να είναι άκαμπτος, λογαριάζοντας τους μαθητές και τις ιδιαίτερες συνθήκες μιας τάξης με τεχνοκρατικά κριτήρια. Ο Νόμος πρέπει να εξορθολογιστεί ώστε να υπηρετεί ουσιαστικά τον σκοπό της συμπερίληψης και όχι απλώς τη διοικητική διαχείριση των πόρων.»
Για το «φλέγον» αυτό πραγματικά θέμα αναφέρθηκε με δηλώσεις του στον «Μαχητή» ο διευθυντής της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Κιλκίς Σωτήρης Μαρκάδας επισημαίνοντας την ισχυρή θέληση της διεύθυνσης να λειτουργήσει με δύο τμήματα η επίμαχη τάξη, κάτι το οποίο και θα ζητήσει μέσω της σχετικής διαδικασίας από τις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείο.
Όπως μας δήλωσε τα περισσότερα θα εξαρτηθούν από τον αριθμό των εκπαιδευτικών που θα διατεθούν στην διεύθυνση της περιφερειακής μας ενότητας, καθώς αυτές εγκρίνονται με βάση δεδομένα και την επεξεργασία συστήματος τεχνητής νοημοσύνης.
«Εάν ο αριθμός των εκπαιδευτικών είναι στα πλαίσια των αναγκών της διεύθυνσης η λειτουργία δύο τμημάτων στο επίμαχο σχολείο θα πρέπει να θεωρείτε ως δεδομένη» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.
Δυστυχώς συνέχισε η περιοχή του εν λόγω σχολείου είναι από τις πλέον αραιοκατηκοιμένες στον αστικό ιστό της πόλης του Κιλκίς και η πρόβλεψη για νέες εγγραφές είναι απολύτως απαισιόδοξες στην προοπτική να φοιτήσουν άνω των 25 μαθητών στην επίμαχη τάξη.



