Μια ταινία-εγχειρίδιο ανατομίας της ανθρώπινης ψυχολογίας, ανεπανάληπτο μάθημα μάρκετινγκ αλλά και ωδή στο πείσμα και δύναμη ενός δημιουργού που τόλμησε να πολεμήσει τη βιομηχανία του θεάματος και τα στερεότυπά της από τα μέσα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του. Όταν το μυθιστόρημα Ψυχώ του Ρόμπερτ Μπλοκ —εμπνευσμένο από τη φρικιαστική πραγματική ιστορία του δολοφόνου Εντ Γκέιν— έπεσε στα χέρια του, είδε μια ευκαιρία που δεν μπορούσε να αφήσει. Η αντίδραση της Paramount Pictures ήταν παγερή. Θεώρησαν την υπόθεση «αποκρουστική» και αρνήθηκαν να χρηματοδοτήσουν το φιλμ. Ο Χίτσκοκ αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την ταινία με ίδια κεφάλαια, υποθηκεύοντας περιουσιακά του στοιχεία. Επιπλέον, επέλεξε να γυρίσει την ταινία σε ασπρόμαυρο φιλμ. Ήταν ένας τρόπος να μειώσει το κόστος, κυρίως όμως ήταν μια πολύ συνειδητή καλλιτεχνική απόφαση.

Ο Χίτσκοκ γνώριζε ότι η δύναμη της ταινίας κρυβόταν στο στοιχείο της έκπληξης. Έτσι φρόντισε να αποσοβήσει οποιαδήποτε πιθανότητα να χαλάσει η έκπληξη που είχε ετοιμάσει για τους θεατές. Επιστράτευσε τους συνεργάτες του να σαρώσουν τα βιβλιοπωλεία των ΗΠΑ και να αγοράσουν όσα περισσότερα αντίτυπα του μυθιστορήματος του Ρόμπερτ Μπλοκ μπορούσαν, ώστε το κοινό να μην προλάβει να μάθει το μυστικό της «Μητέρας». Το πραγματικά μεγάλο στοίχημα, όμως, κρίθηκε στην εξώθυρα των κινηματογράφων. Ο 60χρονος τότε Χίτσκοκ επέβαλε έναν καινοφανή για την εποχή κανόνα. Κανείς θεατής δεν είχε δικαίωμα να μπει στη σκοτεινή αίθουσα μετά την έναρξη της ταινίας. Στην Αμερική του 1960, το κοινό είχε συνηθίσει να μπαινοβγαίνει στους κινηματογράφους όποτε ήθελε και οι ιδιοκτήτες των αιθουσών διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Ο Χίτσκοκ απάντησε τοποθετώντας ηχογραφημένα μηνύματα και χάρτινα ομοιώματα του ίδιου στα φουαγιέ. Η εξήγησή του απλή: Ο θεατής που θα έμπαινε καθυστερημένος, θα περίμενε να δει την Τζάνετ Λι. Όμως η ηρωίδα δολοφονείται στο πρώτο τρίτο του φιλμ. Συνεπώς, εάν ο θεατής έχανε την αρχή, θα καταστρεφόταν όλη η ψευδαίσθηση. Αυτή η τακτική μετέτρεψε την παρακολούθηση της ταινίας σε μιας μορφής τελετουργία.

Οι αντιδράσεις του κοινού εκείνο το καλοκαίρι του 1960 υπήρξαν πρωτοφανείς. Υπάρχουν εκτενείς αναφορές και καταγεγραμμένα περιστατικά στον Τύπο της εποχής για θεατές που λιποθύμησαν, για άλλους που αποχώρησαν από την αίθουσα σε κατάσταση υστερίας. Το κοινό της εποχής ήταν εντελώς απροετοίμαστο για την οπτική και ακουστική επίθεση της ταινίας.

Η ψυχολογική επίδραση της ταινίας ήταν τόσο ισχυρή που γέννησε ένα νέο κύμα φοβίας. Άνθρωποι αρνούνταν να κάνουν ντους για εβδομάδες μετά την παρακολούθηση του φιλμ, επιλέγοντας αποκλειστικά το μπάνιο στην μπανιέρα, υπό τον φόβο ότι κάποιος θα τραβούσε την κουρτίνα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ίδιας της πρωταγωνίστριας, Τζάνετ Λι. Είχε παραδεχτεί ότι μετά το Ψυχώ το ντους δεν ήταν ποτέ ξανά μια απολύτως αθώα καθημερινή συνήθεια για εκείνη.

Από τεχνικής άποψης, η θρυλική σκηνή του ντους είναι ένα θαύμα. Γυρίστηκε σε διάστημα επτά ημερών και αποτελείται από 78 διαφορετικές λήψεις και 52 κοψίματα στο μοντάζ. Όλη η φρίκη ήταν μια οφθαλμαπάτη. Ο ανατριχιαστικός ήχος του μαχαιριού δημιουργήθηκε βυθίζοντας ένα μαχαίρι σε ένα πεπόνι ενώ το σκούρο αίμα που στροβιλίζεται στο σιφόνι ήταν σιρόπι σοκολάτας (μάρκας Bosco), το οποίο «έγραφε» καλύτερα στο ασπρόμαυρο φιλμ.

Τίποτα βεβαίως δε θα ήταν το ίδιο χωρίς τη μουσική. Ο Χίτσκοκ αρχικά ήθελε τη σκηνή βουβή. Ο συνθέτης Μπέρναρντ Χέρμαν τον αγνόησε και συνέθεσε το διάσημο The Murder, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά έγχορδα τα οποία έπαιζαν κοφτά, μιμούμενα τα ουρλιαχτά ενός πουλιού. Όταν ο Χίτσκοκ το άκουσε, διπλασίασε τον μισθό του Χέρμαν, δηλώνοντας ότι το 33% της επιτυχίας της ταινίας οφείλεται ακριβώς στη μουσική.

Στο αρχικό μυθιστόρημα, ο Νόρμαν Μπέιτς περιγραφόταν ως ένας μεσήλικας, υπέρβαρος άνδρας. Ο Χίτσκοκ, παρακάμπτοντας ξανά το αναμενόμενο, επέλεξε τον Πέρκινς – έναν ανερχόμενο ζεν πρεμιέ, με βλέμμα μελαγχολικό, εφηβική αμηχανία και το στυλ του αγοριού της διπλανής πόρτας. Ο Πέρκινς προσέδωσε στον ρόλο λεπτομέρειες που τον έκαναν αθάνατο: το ελαφρύ τραύλισμα, ο τρόπος που μασούσε καραμέλες, το μειδίαμα στο φινάλε.

Το βέβαιο είναι ότι το Ψυχώ θα παραμένει εσαεί η απόλυτη καλοκαιρινή κινηματογραφική ιεροτελεστία, υπενθυμίζοντάς μας πως ο πραγματικός τρόμος δε χρειάζεται τέρατα – του αρκεί ένα ευφυές μυαλό και ένα ανατριχιαστικό, τέλεια σκηνοθετημένο μειδίαμα.

Όπως, άλλωστε, είχε παραδεχτεί και ο ίδιος ο Χίτσκοκ στη θρυλική συνέντευξή του στον Φρανσουά Τρυφώ: «Στο Ψυχώ δε με ενδιέφερε το θέμα, δε με ενδιέφεραν οι χαρακτήρες. Αυτό που με ένοιαζε ήταν ότι η συνένωση των κομματιών του φιλμ, η φωτογραφία, το soundtrack και όλα τα αμιγώς τεχνικά στοιχεία, έκαναν το κοινό να ουρλιάξει. […] Ήταν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παιχνίδι με τους θεατές. Σκηνοθετούσα τους θεατές. Θα μπορούσες να πεις ότι τους έπαιζα, όπως παίζεις ένα εκκλησιαστικό όργανο».
ΨΥΧΩ 5* / Psycho

Σκηνοθεσία: Άλφρεντ Χίτσκοκ

Σενάριο: Τζόσεφ Στέφανο (από το μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Μπλοχ)

Μουσική: Μπέρναρντ Χέρμαν

Φωτογραφία: Τζον Λ. Ράσελ
Πρωταγωνιστούν: Άντονι Πέρκινς, Τζάνετ Λι, Βέρα Μάιλς,
Μάρτιν Μπάλσαμ,

Σάββατο 1 Αυγούστου και ώρα 9.30 οι δρόμοι οδηγούν στο Στέκι της ΤΕΧΝΗΣ για να απολαύσουμε την ταινία που άλλαξε για πάντα τους κανόνες του τρόμου αλλά και τη σχέση μας με το ντους !

Αντικουνουπικά μην ξεχάσετε! Το θρόισμα των δέντρων προσφέρεται αφειδώς!

Καλοκαιράκι χωρίς το θερινό σινεμαδάκι της Τέχνης στο Μεταλλικό γίνεται; Δεν γίνεται!

Και όταν απολαμβάνεις καλό σινεμά με παγωμένη μπυρίτσα, κρύο νερό και τσαγάκια, αναψυκτικά, με ή χωρίς ζάχαρη και αλμυρά σνάκ τότε η μαγεία ολοκληρώνεται!