Αρθρογραφία

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΞΥΡΙΣΜΑΤΟΣ

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης

Μια ωραία πρωτοβουλία των κουρέων – κομμωτών ν. Κιλκίς εν όψει των εορτών να παρέχουν δωρεάν περιποίηση σε συμπολίτες μας που δεν έχουν οικονομική δυνατότητα στάθηκε αφορμή να γράφω για μια από τις υπηρεσίες που παρείχαν οι παλιοί συνάδελφοι τους, οι μπαρμπέρηδες, το ξύρισμα με τον παραδοσιακό τρόπο.
Στα βυζαντινά χρόνια το κόψιμο των μαλλιών και το ξύρισμα του προσώπου γινόταν από τους κουρείς ή «κουρίσκους», τα καταστήματα των οποίων λεγόταν κουρεία ή «κουρισκαρεία». Στα καταστήματα αυτά σύχναζαν οι αργόσχολοι και συζητούσαν τα νέα της ημέρας, υπό την ακατάσχετη πολυλογία των κουρέων, η οποία τους διακρίνει από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Ο Άγγλος περιηγητής Edward Brown που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1669 περιγράφει τον τρόπο ξυρίσματος στο μπαρμπέρικο: «Για να ξυριστείς κάθεσαι πιο χαμηλά κι ο μπαρμπέρης σου παίρνει τα γένια με μια σχεδόν κίνηση. Βάζει πολύ σαπούνι και κρατάει το ξυράφι σαν μαχαίρι. Υπάρχει μια λεκάνη και πάνω από το κεφάλι του κουρέα η φιγούρα της κεφαλής ενός κόκορα. Όταν θέλει νερό στρίβει τον κόκορα και πέφτει όσο νερό χρειάζεται». Την «τελετουργική» διαδικασία του ξυρίσματος και τα παθήματα του πελάτη ενός κουρείου περιγράφει ο Πρώσσος περιηγητής Bartholdy, που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1803:

«Στην Ελλάδα η μπαρμπερική γίνεται με μεγάλη δεξιοτεχνία και ακρίβεια αλλά πολύ αργά και με ιδιαίτερη επισημότητα. Ο πελάτης είναι υποχρεωμένος να πάρη τις πιο απίθανες στάσεις. Άλλοτε τον αναγκάζει ο μπαρμπέρης να κάμψη το κεφάλι του πίσω, έτσι που κινδυνεύει να πάθει ασφυξία ή ακόμα κάταγμα στον αυχένα. Άλλοτε του στρίβει το κεφάλι δεξιά ή αριστερά με άγριες κινήσεις ή το στηρίζει στο γόνατό του. Και στο μεταξύ δουλεύει τα ξουράφια και τα ψαλίδια. Πάνω από κάθε πελάτη κρεμόταν ένα δοχείο, σαν τσαγιέρα, με ρουμπινέ, απ’ όπου έτρεχε νερό στο κεφάλι του για την απαραίτητη σαπουνάδα». (Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα).

Το «ξύρισμα του γαμπρού» είναι ένα έθιμο που διατηρήθηκε από τα χρόνια εκείνα. Την ημέρα του γάμου οι συγγενείς έστηναν το γαμπρό στη μέση της αυλής ή μιας πλατείας και δυο άντρες τον καλλώπιζαν. Ο ένας τον χτένιζε, ο άλλος τον σαπούνιζε κι αυτό κρατούσε μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος.

Μπροστά στα πόδια του γαμπρού τοποθετούσαν μια λεκάνη, όπου ο καθένας έριχνε μερικά κέρματα τα οποία έπαιρνε ο κουρέας.

Μετά την απελευθέρωση συνέχισαν να υπάρχουν τα υπαίθρια μπαρμπέρικα, με μόνο εξοπλισμό μια χάλκινη λεκάνη και ένα γκιούμι με ζεστό νερό, όπου αντί μιας δεκάρας μπορούσε κάποιος να ξυριστεί. Υπήρχαν βέβαια και τα κουρεία πολυτελείας στην πρωτεύουσα που διακρίνονταν από τα καλάμια τα οποία ήταν μπηγμένα αριστερά και δεξιά από τις εισόδους τους. Πάνω σ’ αυτά κυμάτιζαν κόκκινες και άσπρες πετσέτες που προειδοποιούσαν τους διαβάτες για το ενδεχόμενο να λουστούν με το σαπουνόνερο, το οποίο πετούσαν οι μπαρμπέρηδες στο δρόμο, αδιαφορώντας τελείως για τους περαστικούς.

Για τους μπαρμπέρηδες και τα μπαρμπεριά στα τέλη του 19ου αιώνα ο Θεόδωρος Βελλιανίτης έγραφε: «Ο μπαρμπέρης έφερε πάντοτε ερυθροκύανον εμπροσθέλλαν και ανήρτα εις την ζώνην του το πετσί που ακόνιζε τα ξυράφια του. Όταν επρόκειτο ν’ ακονίση αυτά, επερνούσε το πετσί εις τον τράχηλον του πελάτου, ούτως δε εις εκάστην κίνησιν του μπαρμπέρη εκινείτο ως εκκρεμές ωρολόγιον η κεφαλή του πελάτου. Ο ξυριζόμενος περιετυλίσσετο μέσα εις ένα πελώριο σεντόνι, το οποίον του εδέσμευε τα χέρια. Εν τω μεταξύ ο κουρεύς ελάμβανε σοβαρόν ήθος, ως να ετέλει κάποιαν ιεροτελεστίαν, όταν δε ετελείωνε το κούρευμα ή το ξύρισμα, ούτος όπως σημάνη το τέρμα, έδιδε μίαν ελαφράν μυτιά εις τον πελάτην του, όστις δεχόμενος την φιλοφρόνησιν ταύτην, μετέβαινεν εις τον μπεζαχτάν και κατέθετε τα ξυριστικά». (ΕΜΠΡΟΣ, Σκιαί του παρελθόντος, 27-9-1925).

Οι πρόσφυγες από τον Πόντο διατήρησαν το «ξύριγμαν του γαμπρού» σύμφωνα με τα έθιμα του ποντιακού γάμου, το οποίο γινόταν ως εξής: «Κάθιζαν το γαμπρό στο κέντρο της πιο ευρύχωρης αίθουσας του σπιτιού κι αν ήταν ο καιρός καλός, έξω στην αυλή, όπου ο κουρέας προφασιζόμενος ότι τάχα δεν κόβει το ξυράφι του ή προσπαθώντας να ξυρίσει από την ανάποδη του ξυραφιού καθυστερούσε σκόπιμα κι επειδή ο χρόνος πίεζε, ζητούσε διαρκώς νέα φιλοδωρήματα. Μαζί με τον γαμπρό ξυρίζονταν και ο κουμπάρος, οι δυο φίλοι του γαμπρού, «οι καλετέρ»», όπως λέγονταν, που ήταν οι άμεσοι βοηθοί του, καθώς και δέκα ως δώδεκα συγγενείς από τα δυο μέρη, του γαμπρού και της νύφης.

Ο κουρέας πριν αρχίσει το έργο του, ευχόταν στο γαμπρό, έκαμνε το σημείο του σταυρού πάνω στο μέτωπό του, για να είναι ευλογημένος και, όταν άρχιζε να ξυρίζει, «οι καλετέρ» και η άλλη συνοδεία του γαμπρού μοιρασμένοι σε δυο ημιχόρια δεξιά κι αριστερά έψαλαν άσματα ακριτικά και γαμήλια». (Ηλίας Τριανταφυλλίδης, Έθιμα και χοροί του ποντιακού γάμου, Ποντιακή εστία, τ.153).

Θα κλείσω το πρώτο μέρος με ένα χιουμοριστικό περιστατικό που περιγράφει ο Γιάννης Βλαχογιάννης στα «Ιστορικά ανέκδοτα και αξιοπερίεργα επιφανών Ελλήνων», (1926):
«Όταν ήρθε ο Καποδίστριας, αποφάσισε ο γέρο–Πανουριάς, ο κλεφταρματωλός των Σαλώνων να κατεβεί από του Παρνασσού τα κάρκαρα και να πάει να παρουσιαστεί στον κυβερνήτη. Έφτασε λοιπόν στην Αίγινα, μα με την πρώτη ματιά που ‘ριξε γύρω του, δεν του χαμαρέσανε τα πράματα. Είδε κοντά στον κυβερνήτη κάτι φραγκοντυμένους, που δεν τους φτάνανε τα φράγκικα φορέματα, μα είχανε ξουρίσει και γένια και μουστάκια, και ήταν έτσι σαν ξεροκολόκυθα γυαλιστερά τα μούτρα τους.
«Τι μ’σούδες [μούρες] είν’ αυτές;» είπε στο γέρο–Δυοβουνιώτη, που είχε έρθει κι αυτός συντροφιά του στην Αίγινα.
«Δεν τους βλέπεις; Τσ’ ήφερε ου κυβερνήτ’ς να μας φουτίσουν».
«Γι’ αυτό είν’ έτσ’ τα μούτρα τ’ς. Γένουντ’ έτσ’ πλειό διαβασμένοι, μαθές; Τότε θέλω κι εγώ να τα ξουρίσω να γίνου σουφός κι εγώ…»
«Και δεν τα ξουρίζεις; Εδώ παρακάτ’ είν’ ου χαμζάς [κουρέας].

Μα δεν κουτάς. Πώς θα γυρί’εις, μαύρε στου χουριό;»

«Πλερώνεις εσύ τα ξουριστ’κά;»
«Πλερώνω … Μα δε θ’ αποκουτίεις τέτοιου πράμα…»
«Βαν’ς και τα βιουλιά μαζί;»
«Τι τα θελ’ς τα βιουλιά;»
«Έτσ’ θέλου να γίνει του πράμα πανηγύρ’».
«Ας είναι κι έτσ’».
Ο Δυοβουνιώτης ακόμα δεν είχε καταλάβει τι λογής ξύρισμα ήθελε ο γέρο – σύντροφός του. Ξέχανε τα παλιά του τα καμώματα. Άνθρωπος του δρυμού, κλαρίτης, ήξερε να λέει τα πράματα και να τα κάνει πέρα και πέρα ξέσκεπα. Μπαίνουνε στον κουρέα, και να, έρχονται τα βιολιά, κι αρχίζουν το παιχνίδι, κι ετοιμάζει ο κουρέας τα ξουράφια του. Κάνει όμως να βάλει το χέρι στου γέρο – στρατηγού τα μούτρα, κι αυτός: «Τράβα του χερ’ σ’ απού κει!» του λέει.
Πετάει πέρα τη φουστανέλα και μένει όπως τον έκαμε η μανούλα του από τη μέση και κάτω… Κι αρχίζει ο κουρέας, θέλοντας και μη θέλοντας, και του τα ξουρίζει… και παίζουν τα βιολιά… κι ο κόσμος όλο και μαζεύεται…
«Έ, τώρα μοιάζ’νε με μούτρα φράγκικα!» είπε ο γέρος αφού τελείωσε το ξύρισμα. Κι όλα αυτά τα ‘καμε, για να σατιρίσει τα ξουρισμένα μούτρα και μουστάκια, που είχανε κοπιάσει απ’ τη Φραγκιά για να φέρουνε καινούργια φώτα στο Ρωμέικο».

Το ξύρισμα ήταν μια διαδικασία την οποία οι άνδρες της μεσοπολεμικής περιόδου επαναλάμβαναν δυο φορές την εβδομάδα, συνήθως Τετάρτη και Σάββατο. Οπωσδήποτε ξυρίζονταν αν επρόκειτο να παρευρεθούν σε μια επίσημη εκδήλωση ή πριν από κάποιο ταξίδι, γιατί θεωρούσαν ότι αυτό θα τους φρεσκάριζε και θα τους ξεκούραζε. Αν ξυρίζονταν στο σπίτι τους δεν τολμούσαν να βάλουν στο πρόσωπό τους κολόνια ξυρίσματος γιατί το θεωρούσαν θηλυπρεπές και προσβλητικό για έναν άντρα, όπως έγραφε η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (1927): «Πολίτης αίφνης επιμελημένης καθαριότητος και ξυριζόμενος καθ’ εκάστην επέσυρε την περιφρόνησιν των πολλών ως θηλυπρεπής και ασχολούμενος περί τα ευτελή, εάν δε ετόλμα να κάμη χρήσιν του αρωματισμένου ύδατος της κολώνιας και να φέρη κάπου – κάπου άνθος εις την μπουτουνιέραν του, έχανε μέγα μέρος της υπολήψεως του και εξέπιπτεν εις την κοινήν συνείδησιν». Κατ’ εξαίρεση δεχόταν μόνο την κολόνια του κουρέα. Την κολόνια ξυρίσματος συνήθως την έφτιαχναν οι ίδιοι οι κουρείς. Ως πιο φθηνή λύση επέλεγαν ένα διάλυμα οινοπνεύματος και νερού σε ίση αναλογία, στο οποίο έριχναν μικρή ποσότητα κολόνιας. Κολόνιες μπορούσαν να προμηθευτούν από τα αρωματοπωλεία και από τα ποτοποιεία. Για τη σαπουνάδα χρησιμοποιούσαν σκόνη από άσπρο σαπούνι που την παρασκεύαζαν πάλι οι ίδιοι. Για να φτιάξουν τη σκόνη αυτή έξυναν την επιφάνεια ενός σαπουνιού με το μαχαίρι και στη συνέχεια με μια κοίλη επιφάνεια πίεζαν τα ρινίσματα ώσπου να κονιορτοποιηθούν. Στη συνέχεια άπλωναν τη σκόνη στον ήλιο να στεγνώσει. Από τη δεκαετία του 1940 οι κουρείς χρησιμοποιούσαν έτοιμες σκόνες που κυκλοφορούσαν στο εμπόριο. Όλα αυτά τα αρωματικά σκευάσματα ανέδιδαν μια ευχάριστη μυρωδιά που ακόμη θυμούνται πολλοί. Οι κολόνιες για το ξύρισμα, το τριμμένο σαπούνι, οι πούδρες και το ταλκ για το πασπάλισμα του σβέρκου, οι κρέμες για να συγκρατούν τα μαλλιά, ήταν αραδιασμένες σε γυάλινα βάζα και μπουκάλια πάνω σε ένα άσπρο μαρμάρινο «περβάζι», δίπλα στο μεγάλο κρυστάλλινο καθρέφτη που υπήρχε για να μπορεί ο πελάτης να παρακολουθεί και να ελέγχει την εργασία του κουρέα.
Το ξύρισμα στο κουρείο θύμιζε ένα είδος ιεροτελεστίας καθώς ο κουρέας με αργές και ρυθμικές κινήσεις τρόχιζε το ξυράφι του στον δερμάτινο ιμάντα, τον «λαδάκωνα», και με αριστοτεχνικό τρόπο το έφερνε σε επαφή με το πρόσωπο του πελάτη. Το ξυράφι αποτελούνταν από μια παχιά χαλύβδινη λεπίδα με λεπτότατη κόψη και ξύλινη, οστέϊνη ή μεταλλική λαβή. Η συναρμογή λαβής και λεπίδας γινόταν με τον τρόπο που γίνεται στους σουγιάδες. Ο μεγάλος Κιλκισιώτης συγγραφέας Λάζαρος Παυλίδης στο διήγημα του «Η ζωή ενός κουρέα» περιέγραψε τις αριστοτεχνικές κινήσεις του γνωστού κουρέα της πόλης μας Σόλωνα Υψηλάντη, που στο διήγημα εμφανίζεται ως Ματθαίος: «Ο Ματθαίος το ξυράφι το είχε για μπαγκέτα. Λες και ετοιμαζόταν να διευθύνει κάποια ορχήστρα. Με θεαματικές χειρονομίες και αυτοθαυμασμό, κοιτάζοντας στον καθρέπτη, ξύριζε σαν μαέστρος. Μικρή ζωή, τόση δα, για λίγα χρήματα, μέσα στο κουρείο με το πινέλο στο χέρι, κεφάτος, φούσκωνε τη σαπουνάδα και πασάλειβε αφρίζοντας το πρόσωπο του πελάτη. Και όλα αυτά μαζί με τόση καλοσύνη και αγάπη, που κυριολεκτικά αναπαυόταν κανείς».
Ο κουρέας ήταν πάντα περιποιημένος και ενδεδυμένος με άσπρη και καθαρή μπλούζα όπως οι γιατροί και οι νοσοκόμοι. Η καθαριότητα που έπρεπε να επικρατεί στον εργασιακό του χώρο ήταν απολύτως επιβεβλημένη, όπως φαίνεται από τον κανονισμό λειτουργίας των κουρείων:
α) Στα κουρεία ή κομμωτήρια, αν υπάρχουν περισσότερες της μιας πολυθρόνες περιποιήσεως πελατών η μεταξύ τους απόσταση θα είναι 1 μέτρο τουλάχιστον.
β) Τα κάθε είδους εργαλεία και οι συσκευές που χρησιμοποιούνται στα κουρεία και τα κομμωτήρια θα διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση και απολύτως καθαρά. Πριν από κάθε χρήση τους τα εργαλεία θα απολυμαίνονται μπροστά στον πελάτη με οινόπνευμα ή άλλο κατάλληλο αντισηπτικό, που κυκλοφορεί στο εμπόριο. Η απολύμανση δε θα γίνεται με απλή εμβάπτιση των εργαλείων. Ιδιαίτερα τα ξυράφια θα απολυμαίνονται και κάθε φορά που ακονίζονται στη δερμάτινη λωρίδα.
γ) Τα πινέλα και τα δοχεία σαπουνάδας ξυρίσματος θα είναι διπλά για κάθε κουρέα θα πλένονται καλά με ζεστό νερό ύστερα από κάθε χρήση.
δ) Τα προσόψια κοπής μαλλιών και ξυρίσματος θα είναι λευκά και απολύτως καθαρά.
ε) Το πρόσωπο μετά το ξύρισμα θα πλένεται με καθαρό νερό ή κολόνια. Τυχόν αμυχές στο πρόσωπο θα καθαρίζονται με βαμβάκι και οινόπνευμα και ακολούθως θα τοποθετείται σε αυτές σκόνη στίφης ή άλλο υγρό αιμοστατικό.
Στ) Η πούδρα θα διατηρείται σε κλειστό διάτρητο δοχείο, οι δε απολυμαντικές κρέμες θα φέρονται σε σωληνάρια.
Το ξύρισμα γινόταν με τρεις τρόπους: προς την κατεύθυνση των τριχών (ίσιο), λοξά προς αυτήν (λοξό) ή εντελώς αντίθετα (κόντρα). Ο τελευταίος τρόπος ήταν και ο πιο οδυνηρός αλλά με αυτόν επιτυγχανόταν η παντελής αποκοπή των τριχών. Όταν το ξύρισμα γινόταν κόντρα ο κουρέας έβαζε για αρκετή ώρα ζεστές πετσέτες στο πρόσωπο του πελάτη. Οι δύστροποι πελάτες δοκίμαζαν με την άκρη της γλώσσας τους κατά πόσον η επιδερμίδα τους μετά το ξύρισμα είχε γίνει λεία.
Πιο ασυνήθιστο ήταν βέβαια το ξύρισμα του μουστακιού και όσοι το επιχειρούσαν αντιμετωπίζονταν με λοιδορίες στη χειρότερη περίπτωση ή με περιπαικτική διάθεση στην καλύτερη. Στο τέλος βέβαια η νέα μόδα επικράτησε και οι «ξυρισμένοι γάτοι» έγιναν περισσότεροι από αυτούς που συναρτούσαν την ανδρική τους τιμή και υπόληψη με …τρίχες.
Οι πελάτες των κουρείων όσο διαρκούσε η διαδικασία του ξυρίσματος ήταν νευρικοί, επειδή φοβούνταν ότι μια άστοχη κίνηση του κουρέα μπορούσε να τους τραυματίσει. Υπήρχαν όμως και πελάτες που παρέμεναν ατάραχοι, μόνο που αυτοί δεν κάθονταν στις αναπαυτικές πολυθρόνες των πολυτελών κουρείων ή στις απλές ψάθινες καρέκλες των λαϊκών κουρείων. Ποιοι ήταν οι ιδανικοί αυτοί πελάτες; Την απάντηση μας δίνει ο Ιωάννης Κονδυλάκης στο διήγημα του «Ο κουρεύς των νεκρών» (1908), όπου μεταφέρει το διάλογο ενός έμπειρου κουρέα με το μαθητευόμενο του:
«-Αλλ’ οι καλίτεροι πελάται, εξηκολούθησεν ο κουρεύς, είνε πάντοτε οι νεκροί…
– Οι νεκροί!
– Ναι, οι νεκροί. Αυτοί δεν παραπονούνται ποτέ εις τον κουρέα και αν τύχη να τους κόψετε, δεν θα σας απειλήσουν ότι θα σας ραπίσουν. Δεν υπάρχει άλλως φόβος να τους κόψετε, διότι είνε ατάραχοι, έχουν την ιδεώδη ακινησίαν, την οποίαν οι κουρείς ουδέποτε θα εύρουν εις τους ζωντανούς πελάτας των.
– Μα ξυρίζετε λοιπόν και πεθαμένους;
– Δεν το ξέρετε; Η ματαιότης παρακολουθεί τον άνθρωπον και μετά θάνατον».

*Τοπογράφος – συγγραφέας

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες στην ιστοσελίδα και στο facebook του τεχνικού γραφείου K4station

Περισσότερα

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ, ΟΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΗΡΩΕΣ

Στα πλαίσια των Πολιτιστικών Εκδηλώσεων των “Πολυκαστρινών 2024” και με αφορμή την συμπλήρωση 50 χρόνων από την μαύρη επέτειο της […]

ΤΑ ΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Και είπεν ο πρωθυπουργός από το βήμα του Κοινοβουλίου, βλοσυρός και δήθεν αγανακτισμένος, κατακεραυνώνοντας την δήθεν Αντιπολίτευση: «Σταματήστε να λέτε […]

Δείτε ακόμα