Αρθρογραφία

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης

Οι δίδυμες καπναποθήκες Άγκο Ποπώφ επί της Βενιζέλου και η καπναποθήκη της Αυστροελληνικής επί της Ν. Παναγιώτου είναι οι μοναδικές που σώζονται από τις εννιά συνολικά που υπήρχαν στην πόλη μας.

Οι υπόλοιπες κατεδαφίστηκαν πριν από 30 και πλέον χρόνια και μαζί τους χάθηκε και ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης, αφού τα πρωτοβιομηχανικά αυτά κτήρια πάντα αποτελούσαν ένα ιδιαίτερο σημείο αναφοράς των κατοίκων. Εκτός από το εντυπωσιακό τους μέγεθος, εντυπωσιακή ήταν και η αρχιτεκτονική τους, με τα πολλά συμμετρικά παράθυρα στις όψεις, που είχαν πλαισιώσεις και έφεραν «κλειδί» στο πάνω μέρος τους, ενώ ανοιγόκλειναν με «καΐτια».

Εντυπωσιακοί οι φεγγίτες στον όροφο, ενώ στο κέντρο του αετώματος υπήρχε πάντα ένα μεγάλο στρογγυλό άνοιγμα, το «μάτι του βοδιού», με κορνίζα από ομόκεντρους κύκλους διαφορετικής διατομής.

Χαρακτηριστικές και οι δίφυλλες μεταλλικές πόρτες της κύριας εισόδου, διακοσμημένες κι αυτές με ρόμβους και μαργαρίτες στο κέντρο τους. Η επιμελημένη κατασκευή τους με το νεοκλασικό διάκοσμο ήταν δείγμα της ευμάρειας των καπνεμπορικών επιχειρήσεων που ήταν αρκετά προσοδοφόρες για ένα μεγάλο διάστημα από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

Στην ιστορία αυτών των κτηρίων θα αναφερθώ πολύ συνοπτικά, αφού το fb δεν προσφέρεται για εκτενείς αναφορές, παρόλο που είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες.

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΗ ΑΜΠΑΤΖΗ
Βρισκόταν στο Ο.Τ.50, στην οδό Πόντου αρ.3 και ιδιοκτήτη τον Αντώνη Αμπατζή που ήρθε από τη Στρώμνιτσα στο Κιλκίς το 1913. Στο συγκρότημα που το αποτελούσαν ένα διώροφο και ένα τριώροφο κτίριο, απασχολούνταν γύρω στα 150 άτομα. Η καπναποθήκη σταμάτησε τη λειτουργία της με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Κατεδαφίστηκε το 1993.

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΗ «ΑΥΣΤΡΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ»
Βρίσκεται στο Ο.Τ. 124 επί της οδού Ν. Παναγιώτου αρ.50. Κτίσθηκε γύρω στο 1930 και ήταν ιδιοκτησία του Θεσσαλονικιού Εβραίου Δαυίδ Φαρατζή που είχε κτίσει πολλές καπναποθήκες και τις νοίκιαζε όλες στην «Αυστροελληνική Εταιρία Καπνού Α.Ε», που ήταν από τους μεγαλύτερους καπνεμπορικούς οίκους της Θεσσαλονίκης. Η καπναποθήκη είναι γνωστή και ως «Βιξ» από το όνομα του Γερμανού αρχιτέκτονα που την είχε σχεδιάσει. Διευθυντής της επιχείρησης ήταν ο Κωνσταντίνος Ζιώγας.
Η καπναποθήκη μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο απασχολούσε γύρω στους 100 εργάτες. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησε σαν αποθηκευτικός χώρος ανεπεξέργαστων καπνών. «Στο πίσω μέρος της αποθήκης» μου είχε αφηγηθεί η Γεωργία Ζιώγα, «υπήρχε υπόγειο σκάμμα όπου φυλάσσονταν τα καπνά. Αυτός ο χώρος τις πρώτες μέρες του πολέμου λειτούργησε σαν καταφύγιο. Μόλις ηχούσαν οι σειρήνες του συναγερμού όλη η γειτονιά αναζητούσε προστασία εκεί. Στη διάρκεια της Κατοχής το πληθωριστικό χρήμα που προορίζονταν για τη μισθοδοσία των εργατών γέμιζε το υπόγειο του σπιτιού μας. Ο πατέρας μου έφερνε τα χαρτονομίσματα για την πληρωμή των εργατών σε τσουβάλια και την επόμενη μέρα αυτά είχαν χάσει την αξία τους. Έτσι η πληρωμή γινόταν σε είδος, συνήθως με ζάχαρη».
Μετά το 1943 στην καπναποθήκη φιλοξενήθηκαν πρόσφυγες, κυρίως από το νομό Σερρών, που κατέφυγαν εδώ όταν οι Γερμανοί παρέδωσαν περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας στους Βούλγαρους. Οι πρόσφυγες δημιούργησαν εσωτερικά χωρίσματα με χαρτοκιβώτια και έτσι διαμοιράστηκε σε μικρά δωμάτια ο ενιαίος χώρος της καπναποθήκης.
Σήμερα η καπναποθήκη αποτελεί ιδιοκτησία του Υπουργείου Πολιτισμού και η χρήση της για πολιτιστικές λειτουργίες παραχωρήθηκε στο Δήμο Κιλκίς. Το κτήριο χαρακτηρίσθηκε ως διατηρητέο με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού (ΦΕΚ 1600/Β/4-12-2001) στην οποία αναγράφεται: «Χαρακτηρίζουμε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο το κτίριο της Καπναποθήκης που βρίσκεται επί της οδού Παναγιώτου 50, στην πόλη του Κιλκίς (Ν. Κιλκίς), ιδιοκτησίας του Δήμου Κιλκίς, διότι αποτελεί αξιόλογο κτίσμα του μεσοπολέμου, σημαντικό για τη μελέτη της αρχιτεκτονικής των βιομηχανικών κτιρίων. Η παραπάνω Καπναποθήκη έχει συνδεθεί με τις ιστορικές μνήμες των κατοίκων της περιοχής διότι για έναν σχεδόν αιώνα έχει συνδεθεί με τις πλέον σημαντικές στιγμές της πόλης και των κατοίκων της».

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΗ ΒΟΓΙΑΤΖΗ
Βρισκόταν στο Ο.Τ. 153, επί της οδού Κ. Μακούλη αρ.5 και αποτελούνταν από δυο κτήρια. Κτίστηκε γύρω στο 1930-32 και σταμάτησε να λειτουργεί το 1958. Ιδιοκτήτες ήταν οι αδελφοί Βογιατζή, ο Χρυσόστομος, ο Κώστας και ο Δημητρός. Απασχολούσε γύρω στους 50-60 εργάτες και κατεδαφίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Στη διάρκεια της Κατοχής η καπναποθήκη επιτάχθηκε από τους Γερμανούς για το στρατωνισμό των δυνάμεων τους. Ο Λύσανδρος Φάσσος καταγράφει ως εύθυμο περιστατικό την προσπάθεια ενός εκ των αδερφών που δεν γνώριζε γερμανικά να συνεννοηθεί με κάποιον αξιωματικό των στρατευμάτων κατοχής: «Εκεί στις αποθήκες του Βογιατζή, ειπώθηκαν από τον ίδιο κι έμειναν «ιστορικές» οι φράσεις: – «Καμαράτ, η αποθήκη μ’ απάν’ ταμπάκ, κατ’ ταμπάκ, στη μέση ταμπάκ», θέλοντας να πει ότι είναι καπναποθήκη».

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΗ ΜΟΣΚΩΦ
Η Καπναποθήκη βρίσκονταν στο Ο.Τ. 117, ανάμεσα στις σημερινές οδούς 21ης Ιουνίου, Μοσκώφ και Παπαθεοφίλου. Οι διαστάσεις του κτιρίου ήταν 14Χ28 μ., ενώ οι όψεις του ορόφου ήταν διακοσμημένες με ψευτοπαραστάδες που τόνιζαν τις ακμές του κτιρίου και περίτεχνα πλαίσια που περιέγραφαν τα ορθογωνικά ανοίγματα των παραθύρων. Η στάθμη του ορόφου καθώς και το στηθαίο της στέγης, που είχε ύψος ενός μέτρου και ήταν κατασκευασμένο από συμπαγή τούβλα, τονιζόταν με επάλληλες κορνίζες. Σε κάθε όψη υπήρχε μικρό μπαλκονάκι με σιδερένια κάγκελα. Ο φέρων οργανισμός ήταν από οπτοπλινθοδομή και ξύλινες δοκούς. Τα πατώματα, τα κουφώματα και η σκάλα που συνέδεε τους δυο ορόφους ήταν ξύλινα, ενώ οι κολόνες ήταν κατασκευασμένες από συμπαγή τούβλα.
Το κτίσμα ανεγέρθηκε το 1926 από τον καπνεμπορικό Οίκο Μοσκώφ που τον αποτελούσαν αρχικά ο Νικόλαος και ο Κωνσταντίνος Μοσκώφ. Η χωρητικότητα της καπναποθήκης ήταν 250.000 οκάδες και απασχολούνταν 250 εργαζόμενοι. Η καπναποθήκη αυτή κατεδαφίστηκε το 1989.

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΗ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Βρισκόταν στο Ο.Τ 192, επί της οδού 21ης Ιουνίου αρ.26 και ήταν ένα τριώροφο κτίριο, που ανεγέρθηκε το 1923. Οι διαστάσεις του ήταν 15Χ30 μ. και οι όψεις του λιτές χωρίς κανένα διάκοσμο. Η τοιχοποιία ήταν από λιθοδομή και πλινθοδομή και η στέγη ξύλινη με επικάλυψη κεραμιδιών. Το δάπεδο του ισογείου ήταν στρωμένο με σκυρόδεμα και τα μεσοπατώματα ήταν ξύλινα, το ίδιο και η εσωτερική σκάλα.
Ιδιοκτήτες της επιχείρησης ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με τον αδελφό του Σάββα και τον Πολύκαρπο Ιασωνίδη. Οι καπναποθήκες λειτούργησαν ουσιαστικά μέχρι το 1940 και απασχολούσαν 120 εργάτριες και 15 στοιβαδόρους. Κάθετα στην καπναποθήκη υπήρχε διώροφη κατοικία που στη διάρκεια της κατοχής λειτούργησε σαν νοσοκομείο, αφού το κτήριο του νοσοκομείου είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς. Μετά τη μάχη της 4ης Νοεμβρίου 1944 φυλακίστηκε στην καπναποθήκη μεγάλος αριθμός αιχμαλώτων που συνέλαβε ΕΛΑΣ και η πολιτοφυλακή, πολλοί από τους οποίους εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Αργότερα η κατοικία χρησιμοποιήθηκε ως ιδιωτική κλινική ενώ τα τελευταία χρόνια πριν την κατεδάφισή τους το 1988 τα δυο κτήρια είχαν εγκαταλειφθεί.

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΗ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ
Η καπναποθήκη βρίσκονταν στο Ο.Τ. 32, στη διασταύρωση των οδών 25ης Μαρτίου και Θεσσαλονίκης. Κτίστηκε γύρω στο 1930 από τον Στέφανο Στεφανίδη που καταγόταν από τα Κοτύωρα του Πόντου και πριν εγκατασταθεί στην Ελλάδα είχε καπνεμπορική επιχείρηση στο Σοχούμ της Μαύρης Θάλασσας. Ο Στέφανος ήρθε για πρώτη φορά στο Κιλκίς το 1913 για να διερευνήσει τις δυνατότητες μετεγκατάστασης του, όμως η άσχημη οικονομική κατάσταση του τόπου τον αποθάρρυνε και επέστρεψε στο Σοχούμ. Ο γιος του Παύλος σπούδασε στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή της Μόσχας και προοριζόταν να αναλάβει την οικονομική διαχείριση της καπνεμπορικής επιχείρησης. Με την οριστική εγκατάστασή του στο Κιλκίς ο Στ. Στεφανίδης όπως ήταν φυσικό ασχολήθηκε ξανά με το καπνεμπόριο.
Η καπναποθήκη είχε ορθογωνική κάτοψη με διαστάσεις 10Χ20μ, και ήταν κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από λιθοδομή. «Ήταν τόσος ο όγκος του οικοδομικού υλικού που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή», μου είχε η Παυλίνα Αφεντουλίδου, «ώστε όταν το ξεφόρτωσαν, οι πέτρες απλώθηκαν και γέμισαν όλο το δρόμο μέχρι το φαρμακείο Ιωσηφίδη». Το δάπεδο του υπογείου ήταν στρωμένο με τσιμεντοκονία ενώ τα πατώματα των ορόφων ήταν ξύλινα. Μια ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο δεύτερο όροφο ενώ στα παράθυρα για λόγους ασφαλείας υπήρχαν σιδερένια κιγκλιδώματα.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου χρησιμοποιήθηκε από το στρατό σαν αποθήκη ιματισμού. Ως καπναποθήκη λειτούργησε μέχρι το 1956-57 και στην τελευταία αυτή περίοδο απασχολούσε γύρω στα 30 άτομα. Μετά νοικιάστηκε από τη Μητρόπολη μέχρι την κατεδάφισή της μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1978.

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΗ ΤΑΝΤΑΝΑΣΗ
Η καπναποθήκη βρισκόταν στο Ο.Τ. 118Β, στη διασταύρωση των σημερινών οδών Τσιρογιάννη και Ρώτα, στη θέση που βρίσκεται σήμερα το πολυκατάστημα της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Κιλκίς. Το αρχικό κτίσμα ανήκε στον Στάθη Τριαρίδη και αγοράστηκε το 1933 από τον Θεοχάρη Ταντανάση. Σύμφωνα με πληροφορίες του Κώστα Ταντανάση η καπναποθήκη ήταν διώροφη και απασχολούσε γύρω στους 100 εργάτες που συμπλήρωναν ετησίως από 60 μέχρι 100 μεροκάματα. Το κτίριο μεταβιβάστηκε στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Κιλκίς το 1952 οπότε και κατεδαφίστηκε.

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΗ ΤΣΙΤΣΙΜΗ
Βρίσκονταν επί της οδού Ν. Παναγιώτου στη θέση που είναι σήμερα το Ειρηνοδικείο. Το συγκρότημα αποτελούσαν δυο κτίρια καπναποθηκών που για τη λειτουργία τους πριν το 1913 δεν έχουμε σαφείς πληροφορίες. Το 1914 ο Δημήτριος Τσιτσίμης, που είχε διακριθεί ως μακεδονομάχος στη Στρώμνιτσα, αγόρασε το συγκρότημα από τον παλιό ιδιοκτήτη του ο οποίος μετά το 1913 είχε μεταναστεύσει στη Βουλγαρία.
Στην καπναποθήκη γινόταν επεξεργασία καπνών που προμηθεύονταν από τους καπνοπαραγωγούς της επαρχίας Κιλκίς και στη συνέχεια πωλούνταν στις μεγάλες καπνεμπορικές επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης. Η Κούλα Μουλά, η μητέρα του σπουδαίου συμπατριώτη μας Παναγιώτη Μουλά, που έμενε απέναντι από την καπναποθήκη μου είχε πει: «Οι καπναποθήκες ήταν δυο με έναν όροφο η κάθε μια. Οι περισσότερες εργάτριες ήταν από το Γκιρμπασέλ. Ερχόταν στο Κιλκίς γιατί δεν έβρισκαν που αλλού να δουλέψουν. Μάλιστα τα βράδια κοιμόταν στην καπναποθήκη σε στρώματα που τα έβαζαν σε μια γωνιά του σαλονιού. Πηγαίναμε και τις κάναμε συντροφιά και βλέπαμε πως δουλεύανε τα καπνά».
Μέχρι 1940 η πορεία της επιχείρησης ήταν ανοδική και απασχολούσε σημαντικό αριθμό εργατριών. Τη συνέχεια και το τέλος της επιχείρησης περιγράφει ο Γιάννης Τσιτσίμης σε κείμενο του που δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΣΜΑ το 1998 : «Το 1943, άντρες της Π.Α.Ο επιτάσσουν τις καπναποθήκες, θέλοντας προφανώς να δώσουν το τελειωτικό οικονομικό χτύπημα στην επιχείρηση του Τσιτσίμη, που έτσι κι αλλιώς ήταν έτοιμη να κλείσει κι αυτό γιατί με τις συγκρούσεις Ε.Λ,Α.Σ, Γερμανών και ΠΑΟτζηδων στην περιοχή, οι αγροτικές οικογένειες μετακινήθηκαν στο Κιλκίς για να σωθούν από τη μανία του εμφυλίου. Έτσι οι αποθήκες αυτές έγιναν καταλύματα για τις οικογένειες αυτές, αν και οι άνδρες της Π.Α.Ο φαίνεται πως πρόσεχαν ο πληθυσμός αυτός να είναι προέλευσης τουλάχιστον δεξιάς. Το 1946, από λόγο άγνωστο, οι καπναποθήκες αρπάζουν φωτιά και καίγονται ένα ολόκληρο βράδυ σαν λαμπάδα. Οι οικογένειες που κατοικούσαν εκεί, πρόλαβαν να βγουν έξω και δεν υπήρξαν νεκροί. Αλλά καθώς δεν υπήρχε τότε στο Κιλκίς Πυροσβεστική Υπηρεσία και κουβαλούσαν νερό με τους κουβάδες από τη γειτονιά το πρωί οι καπναποθήκες ήταν παρελθόν.
Ποιος έβαλε τη φωτιά; Τυχαία από κάποια απροσεξία των προσωρινών ενοίκων της; Αριστεροί που θελαν να δημιουργήσουν αναταραχή; Δεξιοί για να τα ρίξουν στους αριστερούς; Χάθηκε η αιτία της φωτιάς μέσα στα χιλιάδες γιατί της εμφύλιας διαμάχης».

*Τοπογράφος – συγγραφέας

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες στην ιστοσελίδα και στο facebook του τεχνικού γραφείου K4station

Περισσότερα
Δείτε ακόμα