Αθλητισμός

Αυτή η παθογένεια πρέπει να εκλείψει

Γράφει ο Σταύρος Φάσσος

Η περίπτωση συγκαταλέγεται σ’ εκείνες, που δεν αφήνουν την στήλη… «να αγιάσει», καθώς της δίνουν ξανά και ξανά την αφορμή να ασχοληθούν μαζί τους.
Ειδικότερα, η συγκεκριμένη απασχολεί σχεδόν κάθε χρόνο την τελευταία 25ετία αυτές τις γραμμές, παραπέμποντας σε ποδοσφαιρική και γενικότερα αθλητική «κατάρα», γιά την οποία συνεχίζει να μην βρίσκεται το κατάλληλο «ξόρκι».
Πράγματι, αυτό, το οποίο συμβαίνει με την τεχνική ηγεσία του Κιλκισιακού όλο αυτό το διάστημα, διεκδικεί… καταχώριση στο βιβλίο «Γκίννες», σίγουρα σε επίπεδο Βορείου Ελλάδος, ίσως δε και σε πανελλήνιο!
Ήταν το διάστημα 1998-2000, δηλαδή των αγωνιστικών περιόδων 1998-99 και 1999-00, κατά το οποίο προπονητής κάθησε στον πάγκο του Κιλκισιακού για δύο συνεχείς πλήρεις χρονιές!
Έκτοτε συνεχίζεται… η αναζήτηση του επομένου!
Και ναι μεν υπήρξαν και πριν το 1999, από καταβολής Κιλκισιακού (1961) έως τότε, αλλαγές στην τεχνική ηγεσία του κατά την ίδια χρονιά, πλην όμως τότε υπήρξαν και… «διαλείμματα» με παρουσία προπονητών στον πάγκο του Κιλκισιακού γιά περισσότερο από μιάν αγωνιστική περίοδο χωρίς, κατόπιν, ανανέωση της συνεργασίας. Μετά το 2000 το φαινόμενο παρατηρείται αδιαλείπτως και ανεξαρτήτως κατηγορίας, στην οποία αγωνίζεται ο Κιλκισιακός. Μάλιστα, υπήρξε και αγωνιστική περίοδος, κατά την οποία η ομάδα του Κιλκίς άλλαξε… έξι προπονητές κατά την διάρκειά της, διεκδικώντας… άλλη καταχώριση στο «Γκίννες», τουλάχιστον σε επίπεδο εθνικών κατηγοριών!
Το τελευταίο συμβάν δεν είναι λιγότερο αξιοσημείωτο, καθώς δεν είναι και το συνηθέστερο των πραγμάτων η αλλαγή προπονητή… μιάν αγωνιστική ημέρα πριν την λήξη της κανονικής περιόδου του πρωταθλήματος της ανώτερης κατηγορίας, και εν όψει αγώνων διαβαθμίσεως με μία μόνον ομάδα!
Το φαινόμενο της συχνής αλλαγής προπονητών δεν είναι τοπικό ή περιφερειακό ή πανελλήνιο, αλλά παγκόσμιο. Απλώς, ο Κιλκισιακός «κατάφερε» να συμπεριληφθεί, όπως αναφέρθηκε, στις πιό «χτυπητές» περιπτώσεις στον χώρο των εθνικών πρωταθλημάτων μας, αναδεικνύοντας μία χρονίζουσα επί μακρόν παθογένεια. Μία παθογένεια στην οποία οφείλονται αφ’ ενός μεν το ότι, πάντα σε συνάρτηση και με τα οικονομικά δεδομένα, δεν έφτασε ποτέ σε σημείο πέραν της β΄ εθνικής κατηγορίας τον προηγούμενο αιώνα και πέραν της γ΄ κατά τον τρέχοντα, αφ’ ετέρου δε η αγωνιστική και λειτουργική «καχεξία» του τα τελευταία… αρκετά χρόνια.
Μία παθογένεια, η οποία αναδεικνύει και το ουσιαστικότερο πρόβλημα του Κιλκισιακού, το οποίο συνθέτουν η υστέρηση σε μακροχρόνιο σχεδιασμό ως προς τις επιλογές και τους αντικειμενικούς σκοπούς, η εξαιτίας της έμφαση στις εφήμερες επιδιώξεις και η συνακόλουθη αντιμετώπιση του θέματος της τεχνικής ηγεσίας επί βραχυπροθέσμου βάσεως, παράγοντες, δηλαδή, που καθιστούν την ομάδα μη ελκυστική σε οικονομικούς παράγοντες και φορείς, ώστε να επεκταθεί σε επιθυμητά επίπεδα η οικονομική επιφάνειά της. Ό, τι, δηλαδή, χρειάζεται, για να επιχειρήσει, επί τέλους, την κατηγοριακή αναβάθμισή της, να αποκαταστήσει την παλαιότερη αίγλη της και μακροπρόθεσμα να καταστεί υπολογίσιμο ποδοσφαιρικό μέγεθος.
Φυσικά, οι άνθρωποι, οι οποίοι στελεχώνουν σήμερα τον Κιλκισιακό, μπορούν να επικαλούνται παράγοντες, όπως οι διαδοχικές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας με τις σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, που λειτούργησαν και συνεχίζουν να λειτουργούν ανασταλτικώς σε κάθε κίνηση ή πρωτοβουλία ή προσπάθεια επανόδου του Κιλκισιακού στα επίπεδα, στα οποία βρισκόταν κάποτε, ώστε να αποκατασταθούν το κύρος και η φήμη του.
Συγχρόνως, όμως, και αυτοί και όλοι, όσοι δηλώνουν φίλοι του Κιλκισιακού μπορούν να δημοσιοποιούν με κάθε τρόπο το ενδιαφέρον τους γι’ αυτόν, προβάλλοντας κινήσεις ή πρωτοβουλίες ή προσπάθειές τους, οι οποίες συνιστούν έμπρακτη εκδήλωση αυτού του ενδιαφέροντος.
Που σημαίνει, ότι όλοι τους είναι αναγκαίο να ενεργούν, καθένας με τον τρόπο του, ως προς τις επιλογές που συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία του Κιλκισιακού σε όλους τους τομείς, με έμφαση στο κατάλληλο κλίμα και φρόνημα της ομάδας και στο έργο στα τμήματα υποδομής.
Και η πράξη των τελευταίων… πολλών χρόνων όχι απλώς «μιλά», αλλά… «φωνάζει» για το ότι η αλλαγή ή αλλαγές (ενίοτε… σαν τα πουκάμισα!) τεχνικής ηγεσίας σχεδόν… κάθε χρόνο, δεν είναι και η καλύτερη επιλογή γιά μία πορεία του Κιλκισιακού εντελώς διαφορετική από αυτήν, την οποία ακολουθεί εδώ και καιρό στον χώρο… της αφάνειας.
Στο πλαίσιο ενός αντιλόγου, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς την επισήμανση του ότι υπάρχουν ομάδες με ακόμη μεγαλύτερη ή την ίδια φήμη με τον Κιλκισιακό, που ενώ κάποτε «κατοικοέδρευαν» στα «σαλόνια» της ανώτερης εθνικής κατηγορίας, πέρασαν πολύ περισσότερο καιρό στην αφάνεια, έχοντας και αυτές «εκτοπισθεί» σαν αυτόν ακόμη και στις ανώτερες τοπικές κατηγορίες.
Όμως, κάποιοι άλλοι θα μπορούσαν να αντιτείνουν το ότι και αυτές οι ομάδες έφτασαν στην παρακμή και την αφάνεια ακριβώς σε περιόδους, κατά τις οποίες έπαυσαν να λειτουργούν με οργάνωση και προγραμματισμό και έφτασαν στο σημείο να αλλάζουν «καθε τρεις και λίγο» τεχνική ηγεσία.
Επομένως, ισχύει το ότι ο Κιλκισιακός έχει «πληρώσει» ακριβά αυτό το «τίμημα», και το ότι βρέθηκε στην αφάνεια για μικρότερο διάστημα, σε σχέση με άλλα ακόμη και μεγαλύτερα «ονόματα», δεν συνιστά «διάκριση» ή αιτία απονομής «ευσήμων».
Και η μεν επιλογή της αλλαγής τεχνικής ηγεσίας την συγκεκριμένη, όπως και κάθε άλλη, χρονική στιγμή είναι θέμα διοίκησης του Κιλκισιακού, και η σχετική απόφαση, ως εκ τούτου, σεβαστή.
Εκείνο, το οποίο κάθε σκεπτόμενος φίλος του ποδοσφαίρου και του Κιλκισιακού δικαιούται… να αναμένει, είναι πότε η ομάδα θα πορευθεί και πάλι με την ίδια τεχνική ηγεσία επί δύο και περισσότερες περιόδους, στο πλαίσιο μιας μακροπρόθεσμης θεώρησης των πραγμάτων από την οποιαδήποτε διοίκησή του.
Είναι εκείνο, το οποίο θα δώσει την «εκκίνηση» μιάς πορείας επιστροφής του Κιλκισιακού στους χώρους, στους οποίους απολαμβάνει της πανελλήνιας αναγνώρισης.
Μία «εκκίνηση» που δεν θα δοθεί ποτέ, αν δεν εκλείψει αυτή η παθογένεια.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα