Αρθρογραφία

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΠΟΥ ΚΙΝΔΥΝΕΨΑΝ ΝΑ ΧΑΣΟΥΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ

Κατά την βαρυχειμωνιά του 1963 στο Πολύπετρο

Συνέχεια του προηγούμενου άρθρου «Η βαρυχειμωνιά του 1963 στο Πολύπετρο»

Του Πολυκράτη Παντσίδη

Όλες οι παραπάνω διηγήσεις των κατοίκων του Πολυπέτρου, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα για το πώς περνούσαν οι κάτοικοι τη διάρκεια του αποκλεισμού και πως αντιμετώπιζαν τη βαρυχειμωνιά. Ένα όμως περιστατικό που διαδραματίστηκε την τέταρτη μέρα του χιονιά, την Δευτέρα 21 Ιανουαρίου και παραλίγο να εξελιχθεί σε τραγωδία ήταν αυτό που σημάδεψε τη θεομηνία και έμεινε αξέχαστο στους ανθρώπους του Πολυπέτρου και περισσότερο στις οικογένειες των πρωταγωνιστών της περιπέτειας που έζησαν τέσσερα γυμνασιόπαιδα από το Πολύπετρο και την Αγροσυκιά.

Την σχολική εκείνη χρονιά 1962/63 πηγαίνανε στο Γυμνάσιο της Γουμένισσας και μένανε εκεί αρκετά παιδιά από το Πολύπετρο. Ο χιονιάς σε συνδυασμό με μια μεγάλης διάρκειας απεργία που εξήγγειλαν οι εκπαιδευτικοί σε όλη την Ελλάδα (19/1/1963), ανάγκασε τους μαθητές που ήταν από τα χωριά να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Έτσι, το Σάββατο 19 Ιανουαρίου 1963 την δεύτερη μέρα του χιονιά επέστρεψε στο χωριό μια ομάδα μαθητών αποτελούμενοι από τον Κώστα Καδίγκο, Γιώργο Αθανασιάδη, Γιώργο Ναλμπάντη και Αθανάσιο Πεχλιβάνη. Όπως οι ίδιοι μας διηγούνται θυμούνται τη διαδρομή των οκτώ χιλιομέτρων από τη Γουμένισσα στο Πολύπετρο, λεπτό προς λεπτό. Το χιόνι ήταν μισό μέτρο τουλάχιστον εκείνη την ημέρα, απάτητο αλλά βατό ακόμη. Ξεκινήσανε το μεσημέρι και φτάσανε στο χωριό μόλις βράδιασε δίχως να ταλαιπωρηθούν ιδιαίτερα.

Μια άλλη όμως παρέα αποτελούμενη από τον Χρήστο Μπεκτασιάδη του Αναστασίου, τον Γιάννη Κωνσταντίνου του Λαζάρου, και δυο παιδιά από το γειτονικό χωριό Αγροσυκιά, τους Γιώργο Δημητριάδη και Κώστα Παναγιωτίδη ξεκίνησαν την Δευτέρα 21 Ιανουαρίου. Το χιόνι ήταν περισσότερο, ο παγετός και το ψύχος δριμύτερο καθώςη θερμοκρασία ήταν πολύ χαμηλότερη. Υπερτίμησαν τις δυνάμεις τους. Στις ακραίες αυτές περιπτώσεις ψύχους τα παιδιά δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν. Με υποθερμία και κρυοπαγήματα, λίγο έξω από το χωριό λύγησαν, δεν άντεξαν. Μόνο ο Χρήστος Μπεκτασιάδης φάνηκε να αντέχει. Επιστράτευσε ότι δυνάμεις του είχαν απομείνει και κατάφερε μετά βίας να φτάσει στο σπίτι του συμμαθητή του Γιάννη Κωνσταντίνου που ήταν από τα πρώτα του χωριού και να ενημερώσει τους γονείς του. Στο πρώτο βήμα που κάνει μέσα στο σπίτι λιποθυμάει και αυτός.

Αλλά ας αφήσουμε καλλίτερα να μας εξιστορήσουν το γεγονός οι πρωταγωνιστές όπως ακριβώς οι ίδιοι το βίωσαν.

Χρήστος Μπεκτασιάδης

« Εγώ ήμουν τότε μαθητής στην τελευταία τάξη του εξαταξίου Γυμνασίου της Γουμένισσας Κιλκίς. Το κρύο και το χιόνι δε μας επέτρεψε να φύγουμε από τη Γουμένισσα. Περιμέναμε λοιπόν να καλυτερέψει ο καιρός για να επιστρέψουμε στα χωριά μας. Κι έπρεπε. Κι επειδή σώθηκαν οι προμήθειες της εβδομάδας (ψωμί, αβγά, λαρδί, χοιρινό κτλ), αλλά κι επειδή κλείσανε όλα τα Δημοτικά σχολεία και Γυμνάσια λόγω χιονιά. Θέλαμε να γυρίσουμε στους δικούς μας.

Σταμάτησε να χιονίζει τη Δευτέρα 21/1/1963 κι αποφασίσαμε εγώ μαζί με τον συμμαθητή μου τον Γιάννη Κωνσταντίνου να επιστρέψουμε στο χωριό μας το Πολύπετρο. Ξεκινήσαμε νωρίς με την ανατολή του ηλίου και μας ακολούθησαν και άλλοι δυο μαθητές του Γυμνασίου από την Αγροσυκιά, ο Γιώργος Δημητριάδης κι ο Κώστας Παναγιωτίδης. Ήταν μικρότεροι από εμάς.

Και ξεκινήσαμε λοιπόν… αλλά… δρόμους δεν βλέπαμε. Ήταν όλοι καλυμμένοι με πάρα πολύ χιόνι. Κι εμείς βαδίζαμε στα τυφλά, στο περίπου, ακολουθώντας τις κολόνες του τηλεφώνου. Πολλές φορές πέφταμε στα χαντάκια που εκεί το χιόνι έφτανε μέχρι το λαιμό. Περπατούσαμε πολύ αργά, με μεγάλη δυσκολία μέσα στο πολικό ψύχος. Το χιόνι έλειωνε μέσα στις μπότες μας και γινόταν πάγος από το κρύο. Γινόταν ένα με το σώμα, με τις μάλλινες κάλτσες που φορούσαμε.

Ξάφνου, κοντά στη Φυλιριά, είδαμε σε απόσταση 300 μ. μια μικρή αγέλη από πέντε, έξη σκύλους, που νομίζαμε στην αρχή ότι ήταν λύκοι. Και το αίμα μας πάγωσε όχι από το κρύο, αλλά από το φόβο μας μη μας κατασπαράξουν. Ευτυχώς διαπιστώσαμε εκ των υστέρων ότι δεν ήταν λύκοι. Ηρεμίσαμε κάπως και συνεχίσαμε τη δύσκολη πορεία μας για το Πολύπετρο.

Οι ώρες περνούσαν πολύ αργά. Άρχισε να βραδιάζει και να δυναμώνει το κρύο.

Η κούραση και η πείνα μας εξάντλησαν τελείως και μας έφεραν μια γλυκιά ζάλη και νυσταγμό. Ο Γιάννης μου ζήτησε να σταματήσουμε για λίγο να ξεκουραστούμε και μετά να συνεχίζαμε. Βρισκόμασταν μεταξύ Φυλιριάς και Πολυπέτρου.

Το χάσαμε το παιχνίδι Γιάννη αν θα σταματήσουμε, του είπα. Θα ζαλιστούμε και θα λιποθυμήσουμε.

Συνέχισε μόνος σου τότε. Και φτάσε στο χωριό. Δεν μπορώ να συνεχίσω. Κι ας έρθει κάποιος να μας πάρει. Είπε ο Γιάννης.

Συνέχισα με χίλια βάσανα. Περπατούσα αργά, σαν υπνωτισμένος κι έφτασα εν τέλει στο χωριό μου. Ήταν πολύ αργά. Από τα πρώτα σπίτια του χωριού, έψαξα να βρω αυτό του Γιάννη και χτύπησα την πόρτα. Μου άνοιξαν οι γονείς του και με το πρώτο βήμα που έκανα για να μπω μέσα λιποθύμησα. Δε θυμάμαι μετά από πόση ώρα συνήρθα. Με ρωτούσαν οι γονείς του Γιάννη απεγνωσμένα για το που ήταν ο γιος τους και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη μέσα στην ζάλη μου. Για το γιο τους πήγα και τους βρήκα, κι έτσι βρήκα τη δύναμη να τους πω που έμεινε ο Γιάννης παγωμένος μέσα στα χιόνια. Είχα παραδοθεί στην εξάντληση μου από την πιο παγωμένη και δύσκολη πεζοπορία της ζωής μου. Κατάφερα να πω και για τα άλλα δυο παιδιά που έμειναν λίγο πιο πίσω από τον Γιάννη.

Πάτε να τους βρείτε, είπα και λιποθύμησα. Για δεύτερη φορά.

Δε θυμάμαι τίποτα άλλο από εκείνη την ημέρα, ούτε με πόσες κουβέρτες με σκεπάσανε για να ζεσταθώ, ούτε πως έφτασα στο δικό μου σπίτι  για να αναρρώσω κοντά στους δικούς μου η το πόσες μέρες έμεινα στο κρεβάτι.

Έμαθα όμως πως μια ομάδα από έξη άτομα των Τ.Ε.Α., ξεκίνησαν αμέσως να βρουν τα τρία παιδιά. Τα παγωμένα παιδιά που έμειναν στο δρόμο. Ο Γιάννης, κοντά στον Παλιό Μύλο και πιο πίσω βρήκαν τον Γιώργο και τον Κωνσταντίνο από τη Αγροσυκιά. Και τους βρήκαν και τους σώσανε.

Την προσωπική αυτή ιστορία της βαρυχειμωνιάς του 1963 δεν πρόκειται να τη ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Είναι βαθειά χαραγμένη μέσα μου, μια πληγή που έκλεισε μεν, αλλά δεν ξεχάστηκε ποτέ. Όποτε χιονίζει, θυμάμαι αυτά που έζησα εκείνη τη μέρα, θαρρείς και είναι μια ιστορία γραμμένη με ανεξίτηλο μαρκαδόρο. Το χιόνι μου προκαλεί δέος και φόβο. Το αποφεύγω, με μελαγχολεί.

Δοξάζω το Θεό που σώθηκα εκείνη την ημέρα. Εγώ και όλοι οι άλλοι. Που μας προστάτευσε από το χιονιά».

Γιώργος Δημητριάδης

«Πράγματι ζήσαμε μια εφιαλτική εμπειρία. Ήμασταν στη Γουμένισσα όπου πηγαίναμε στο Γυμνάσιο. Εγώ πήγαινα τρίτη Γυμνασίου, ο συγχωριανός μου από την Αγροσυκιά ο Κώστας Παναγιωτίδης ήταν ο μικρότερος της παρέας, πήγαινε πρώτη Γυμνάσιου. Θυμάμαι ήταν Δευτέρα 21 Ιανουαρίου. Ο καιρός είχε επιδεινωθεί. Μετά από τέσσερις μέρες χιονόπτωση που είχε προηγηθεί, ήρθε και η παγωνιά. Ο πατέρας μου μέσω ενός φίλου του από τη Γουμένισσα με ειδοποίησε να μην κουνηθούμε από κει που είμαστε. Όμως εμείς ανώριμα παιδιά αποφασίσαμε να πάμε στο χωριό. Στο δρόμο βρήκαμε και παρέα τον Χρήστο Μπεκτασιάδη και Γιάννη Κωνσταντίνου. Αυτοί ήταν μεγαλύτεροι, πήγαιναν στην έκτη Γυμνασίου. Βασιστήκαμε σε αυτούς. Ξεκινήσαμε πρωί γύρω στις 8 για να προλάβουμε να φτάσουμε καθώς νύχτωνε νωρίς.

Φτάσαμε στη Φυλιριά γύρω στις 3 το μεσημέρι. Στο τελευταίο σπίτι σε ένα υπόστεγο προς το Πολύπετρο σταματήσαμε να ξεκουραστούμε.

Το δράμα μας ξεκίνησε από κει και ύστερα. Με πολύ κόπο περπατούσαμε πάνω στο δρόμο και αισθανόμασταν πως οι δυνάμεις μας, μας εγκαταλείπουν. Ένα η δυο χιλιόμετρα πριν φτάσουμε στο χωριό έκανα το λάθος να σταματήσω να καθίσω στα πόδια μου και να φάω μια φέτα ψωμί που είχα στη τσέπη μου. Ο Κώστας δεν ήθελε να σταματήσουμε σαν πιο μικρός άρχισε να φοβάται. Τότε εγώ του είπα, εσύ προχώρα και εγώ θα σε φτάσω. Θα συναντηθούμε στο μύλο του Πολυπέτρου, που ήταν στην είσοδο του χωριού δίπλα στο ποτάμι. Με το που σηκώνομαι να περπατήσω μου έπιασε μια ζάλη και δεν μπορούσα να κρατηθώ στα πόδια μου. Επιστράτεψα όλες μου τις δυνάμεις κρατήθηκα και συνέχισα με πάρα πολύ μεγάλο κόπο. Όταν πλησίασα στο νερόμυλο αντίκρισα από μακριά να έρχονται κάποιοι να με πάρουν και την ίδια στιγμή λιποθύμησα. Συνήρθα αργότερα στο σπίτι του Γιάννη Κωνσταντίνου».

Κώστας Παναγιωτίδης

«Πηγαίναμε Γυμνάσιο στη Γουμένισσα. Εγώ με τον Δημητριάδη Γιώργο μεγαλύτερος από εμένα, μέναμε μαζί στο σπίτι στη Γουμένισσα. Τα σχολεία ήταν κλειστά λόγο απεργίας των καθηγητών.

Πήραμε απόφαση να ξεκινήσουμε, εγώ με τον Γιώργο Δημητριάδη. Ήταν 19 του Γενάρη ημέρα Σάββατο αν θυμάμαι καλά. Μόλις βγήκαμε έξω από τη Γουμένισσα εκεί που ήταν το γήπεδο παλιά, κάποιος με ένα μουλάρι, μας γύρισε πίσω γιατί ο δρόμος ήταν καλυμμένος και επικίνδυνος. Είχε πάνω από 50 εκατοστά χιόνι.

Δυο μέρες αργότερα την Δεύτερα 21 του Γενάρη ξεκινήσαμε πάλι, δεν κρατιόμασταν. Εγώ ήμουν μικρός και στενοχωριόμουν, ήμουν νέος στο σχολείο μόνο μερικούς μήνες, φίλους δεν είχα ακόμα και νοστάλγησα την οικογένεια μου.

Ένα χιλιόμετρο πριν φτάσουμε στη Φυλιριά, συναντήσαμε ένα ζευγάρι πάνω σε ένα άλογο που πήγαινε στο γιατρό. Αυτοί ήταν από τη Γερακώνα. Μας σταμάτησαν και μας είπανε να γυρίσουμε, γιατί ο δρόμος μετά τη Φυλιριά είναι απάτητος.

Τους ακούσαμε. Πήραμε πάλι πίσω το δρόμο για τη Γουμένισσα μαζί με το ζευγάρι. Πεντακόσια μέτρα περπατήσαμε και βλέπουμε να έρχονται δυο παιδιά. Ήταν ο Χρήστος Μπεκτασιάδης και ο Γιάννης Κωνσταντίνου από το Πολύπετρο. Αυτοί ήταν μεγαλύτεροι, τους γνωρίζαμε και πήραμε θάρρος, είπαμε θα πάμε μαζί τους. Και το ζευγάρι όταν είδαν πως τα παιδιά είναι μεγαλύτερα και η παρέα μεγάλωσε, δέχτηκαν και αυτοί να πάμε μαζί τους. Θυμάμαι μάλιστα πως ο άνδρας από τη Γερακώνα μου έδωσε και το κασκόλ του.

Ο δρόμος Γουμένισσα – Φυλιριά ήταν βατός με την έννοια ότι περπατούσαμε πάνω σε μονοπάτι που είχε πατηθεί από άλλους και έτσι φτάσαμε στη Φυλιριά δίχως να έχουμε ιδιαίτερο πρόβλημα.

Εκεί στη Φυλιριά, όπως βγαίνουμε για το Πολύπετρο, στο τελευταίο σπίτι, σε ένα υπόστεγο σταματήσαμε να κάνουμε ένα διάλλειμα.

Τα δύσκολα ήταν μετά, όταν ξεκινήσαμε για το Πολύπετρο. Ο δρόμος απάτητος και δεν μπορούσαμε να τον αναγνωρίσουμε. Ευτυχώς ήταν τα τηλεγραφόξυλα και τα σύρματα του τηλεφώνου. Αυτά μας οδηγούσαν. Εγώ φορούσα παπούτσια χαμηλά, αλλά επειδή ήταν εφαρμοστά δεν περνούσε το χιόνι μέσα. Ο Γιώργος φορούσε μπότες και επειδή έβαλε το παντελόνι μέσα στις μπότες το χιόνι μπήκε μέσα και τα πόδια του πάγωναν.

Κάπου στα μισά του δρόμου προς το Πολύπετρο ο Γιώργος έπεσε κάτω, κάτι έβγαλε να φάει και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Τον σηκώσαμε και ξεκινήσαμε πάλι. Λίγο μετά ξαναέπεσε και τότε φοβηθήκαμε. Ο Χρήστος λέει εγώ θα κάνω γρήγορα για να φέρω βοήθεια και άνοιξε το βήμα του και για μιας χάθηκε από τα μάτια μας. Θυμάμαι σαν να το βλέπω τώρα που απομακρυνόταν μπροστά μας. Ο Γιάννης έμεινε μαζί μας.

Ύστερα από αρκετή ώρα όταν πλησιάζαμε στο χωριό καμιά πεντακόσια, χίλια μέτρα από το νερόμυλο, εντελώς εξουθενωμένοι και φοβισμένοι πως δεν θα αντέξουμε, είδαμε κόσμο να έρχεται να μας πάρει. Ο Γιάννης εκείνη τη στιγμή ήταν λίγο πιο μπροστά από μας, αλλά μας έλεγχε, κάθε τόσο κοιτούσε πίσω να δει αν είμαστε όρθιοι. Δεν μας άφησε καθόλου.

Μας πήραν και μας πήγαν στο νερόμυλο. Εκεί καθίσαμε για λίγη ώρα και μετά μας μετέφεραν στο σπίτι του Γιάννη στο Πολύπετρο. Δεν χρειάστηκε να μας μεταφέρουν στις πλάτες τους. Περπατούσαμε.

Ένα διώροφο σπίτι ήταν θυμάμαι. Μας έβαλαν στο τζάκι που ήταν στο κάτω όροφο. Μας περιποιήθηκαν μας έτριψαν με πετρέλαιο, μας τύλιξαν με προβιές. Δυο βράδια μείναμε στο σπίτι του Γιάννη.

Ειδοποίησαν τους γονείς μας την άλλη μέρα με το τηλέφωνο της κοινότητας. Ήρθαν με τα πόδια ο πατέρας μου με τον αδελφό του Γιώργου Δημητριάδη, τον Στάθη. Είχε και ένα πολεμικό όπλο μαζί του ο πατέρας μου. Ο Στάθης κρατούσε ένα φτυάρι και όπου χρειαζόταν άνοιγε το δρόμο. Με τα πόδια επιστρέψαμε στην Αγροσυκιά.

Ήταν μεγάλο λάθος που ξεκινήσαμε. Εμείς δεν είχαμε λόγο να φύγουμε. Μέναμε σε ένα σπίτι στη Γουμένισσα που η γυναίκα εκεί που το είχε, Θεόνα την έλεγαν, μας μαγείρευε».

Περισσότερα
Δείτε ακόμα