Αρθρογραφία

Παπα-Πανάτες (Παναγιώτης Αγαθονικιάδης): Ένας γεναίος και γενναιόδωρος ρασοφόρος

Ο Παναγιώτης Αγαθονικίδης γεννήθηκε στην Άδυσσα της Αργυρούπολης, στον οικισμό Αγαθονίκι, το 1865 και πέθανε το Σεπτέμβριο του 1919 στο χωριό Ντορτκιλισέ της Κιόλας. Το 1878 τελείωσε το Φροντιστήριο της Αργυρούπολης και την ίδια χρονιά έφυγε στον Καύκασο με τους γονείς του. Ως το 1884 έμενε με την οικογένειά του στο Αρσενάκ της επαρχίας Όλτη του Καρς. Η σύζυγός του ονομαζόταν Μάρθα και καταγόταν από τη Ζιάλιτσα του Καρς. Ήταν κόρη του γεωργού Δημητρίου Μελισσανίδη.
Το 1884 ο παπα-Πανάτες εγκαταλείπει το Αρσενιάκ και εγκαθίσταται στο Ντορτκιλισέ, όπου προσελήφθη δάσκαλος από τους κατοίκους του χωριού. Δύο χρόνια αργότερα, το 1886, χειροτονήθηκε ιερέας στον ιερό ναό Αγίου Γεωργίου στο Ντορτκιλισέ και λίγο μετά έγινε εφημέριος στον ιερό ναό Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Ζεμζελέκ της Κιόλας.
Η καταγωγή του παπα-Πανάτε ήταν από γενιά ιερωμένων. Πρόγονοί του ήταν οι δεσποτάδες Χατζή-Ιερεμίας, Γεράσιμος και Θεόφιλος. Ήξερε καλά τη ρωσική γλώσσα, αλλά επειδή δεν είχε πτυχίο, καθώς ήταν αυτοδίδακτος, δεν εγκρίθηκε ο διορισμός του, παρ’ ότι δύο φορές από τους ιερείς του Αρταχάν και της Κιόλας εκλέχτηκε αρχιερατικός επίτροπος (δραγοτσίνος).
Ο παπα-Πανάτες ήταν δυναμικός και δραστήριος. Με τις δικές του φροντίδες και πρωτοβουλίες κτίστηκαν οι εκκλησίες στο Ντορτκιλισέ και στο Ζεμζελέκ.
Επίσης, έγραψε βιβλίο με λέξεις και φράσεις στην ελληνική, μεταφρασμένες στην ρωσική. Το βιβλίο αυτό, στο δεύτερο μέρος του, περιέχει αναμνήσεις και διδαχές από την ζωή του. Έμαθε τόσο καλά τα ρωσικά, που κρατούσε τα ληξιαρχικά βιβλία, έγραφε αιτήσεις και σύντασσε αναφορές. Ακόμη, δίδασκε το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία των χωριών, Ντορτκιλισέ, Κογκ και Ζεμζελέκ.
Όταν το Ντορτκιλισέ κινδύνευσε στις 18 Φλεβάρη το 1918 να καταληφθεί από Τούρκους και Κούρδους, επειδή δεν υπήρχαν στο χωριό πολεμοφόδια, ο παπα-Πανάτες σέλωσε το άλογο του, το καβάλησε και ξεκίνησε για το Αρταχάν, να πάει και να φέρει. Η νύχτα ήταν παγωμένη και το χιόνι που έπεφτε πυκνό. Κανένα πλάσμα του θεού δεν ήταν έξω. Κρύφτηκαν όλα στη ζεστή τους φωλιά. Μόνον ένας άνθρωπος που παλεύει για τη ζωή του, μπορεί να τα βάλει με μια τέτοια, άγρια χιονοθύελλα. Ο ορίζοντας είχε χαθεί. Η νύχτα ακύρωνε την όρασή του. Η περιοχή ήταν ορεινή, αφιλόξενη και η πορεία σ’ έναν τόπο που έχει πνιγεί στο χιόνι, δύσκολη. Όσα σημάδια έδειχναν το δρόμο, ήταν όλα σκεπασμένα. Μόνη του βοήθεια ήταν ο Θεός, που συχνά σε κάθε δύσκολη στιγμή παρακαλούσε. Πουθενά αλλού δεν είχε να στηριχθεί ο παπάς.
Άραγε το άλογο θα θυμηθεί το δρόμο; Θα μπορέσει να τον βρει δίχως να μπερδευτεί από τη λευκή θαμπάδα του χιονιού; Γνώριζε ότι τα αγέρωχα αυτά ζώα έχουν μέσα τους την πυξίδα, που την καθοδηγεί μια αίσθηση, την οποία δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι ή που την έχουν ξεχάσει, τόσους αιώνες ξεμακρυσμένοι από τις αρχέγονες ουσίες της φύσης.
Θαύμαζε το άλογό του ο παπάς, καθώς κάλπαζε στο τριζάτο χιόνι. Η ζεστή του ανάσα αντάμωνε με του αλόγου του στη νύχτα. Δύο συντροφικές ανάσες ήταν ο μόνος φιλικός ήχος ζωής, που μπορούσε να αφουγκραστεί σ’ εκείνη τη δύσκολη πορεία. Όλα τ’ άλλα, τ’ απειλητικά σφυρίγματα του βοριά, που παγώνουν την ψυχή, τα μακρινά ουρλιαχτά των λύκων, τα κρατούσε μακριά. Στο μυαλό του δούλευε πυρετικά το σχέδιο για την άμυνα του χωριού του, κι αυτό μόνο, ήταν ικανό να τον ζεστάνει.
Αν βρει πολεμοφόδια, θα είναι τυχεροί. Οι άνδρες του χωριού είναι όλοι τους καλοί στα τουφέκια. Με την πράξη του αυτή θα αναπτερώσει το ηθικό τους. Οι ήρωες δεν υπάρχουν από μόνοι τους. Ο ένας εμψυχώνει τον άλλον. Έτσι είναι. Κοντά στον γενναίο γίνεται κι ο διπλανός του γενναιότερος. Έτσι πολεμούσαν οι μυθικοί, οι αρχαίοι ήρωες της ράτσας μας. Ο ένας προστάτευε τον άλλον. Έτσι μόνον έρχονται οι νίκες.
Ύστερα από έξι ώρες έφθασε στο Αρταχάν. Αφού πήρε όσα πολεμοφόδια βρήκε κι έναν λόχο από Γεωργιανούς στρατιώτες, να πολεμήσουν στο πλευρό του χωριού, γύρισε πίσω. Όταν τον είδαν το πρωί οι συγχωριανοί του απόρησαν! Θαύμασαν για τον τολμηρό κι άφοβο παπά τους, που κατάφερε κι έφθασε στο Αρταχάν μια τέτοια νύχτα με τον αέρα να λυσσομανά, φτιάχνοντας μεγάλους χιονόλοφους σε μέρη απάνεμα!
«Η στερνή, η πιο ιερή μορφή θεωρίας είναι η πράξη. Όχι να βλέπεις να πηδάει η σπίθα από τη μια γενιά στην άλλη, παρά να πηδάς, να καίγεσαι μαζί της», λέει ο Ν. Καζαντζάκης. Ο παπα-Πανάτες δεν διάβασε Καζαντζάκη. Την σπουδαιότητα, όμως, και την ιερότητα των παραπάνω λόγων την κουβάλαγε μέσα του. Στη ζωή του είχε αρχές και αρετές που τις εκτιμούσαν όχι μόνον οι Έλληνες αλλά και οι Τούρκοι: Ήταν γενναίος και γενναιόδωρος. Άφοβος και φιλόξενος. Σπλαχνικός, ευσεβής και ευκατάστατος: Είχε τριακόσια πρόβατα, διακόσια γίδια και τέσσερις τσοπάνους.
Η ατυχία όμως χτύπησε την πόρτα του νωρίς. Η Μάρθα, η σύζυγός του, πέθανε σε νεαρή ηλικία και τα παιδιά του τα μεγάλωσε η αδερφή του η Θεοφρονία. Στο χωριό Ταχταγράν, γειτονικό χωριό του Ντορτκιλισέ, είχε ενσκύψει επιδημία τύφου και επειδή δεν είχαν γιατρό και φάρμακα πέθαιναν πολλοί. Ο παπα-Παναγιώτης, όντας κι ο ίδιος άρρωστος, πήγαινε με τη βοϊδάμαξα κι έθαβε τους νεκρούς. Από τον τύφο αρρώστησε και πέθανε και ο γιος του, ο Ανδρέας, 22 ετών, δάσκαλος. Ο θάνατος του γιου του ήταν για τον παπα-Πανάτε πλήγμα, που δεν το άντεξε. «Κοιμήθηκε» μια για πάντα μετά από λίγες μέρες, το 1919, σε ηλικία 54 ετών. Πριν τον θάνατό του ζήτησε να τον θάψουν στον αύλειο χώρο της εκκλησίας του χωριού του. Οι Τούρκοι ενημέρωσαν τους Έλληνες ότι για δύο μέρες θα σταματήσουν οι εχθροπραξίες για να θάψουν οι Χριστιανοί τον παπά τους στο Ντορτκιλισέ.
Ο τάφος του παππά-Πανάτε είναι σήμερα λίγες πέτρες, τοποθετημένες σε σχήμα ορθογώνιο, πίσω από το Ιερό της εκκλησίας. Όταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά το Ντορτκιλισέ το 2001, ρώτησα και βρήκα τον τάφο του προπάππου μου παπά-Πανάτε. Μου τον έδειξε ένας υπέργηρος Κούρδος, κάτοικος του χωριού, που έμενε κοντά στην εκκλησία. Έσκυψα πάνω στον τάφο με τον προσήκοντα προγονικό σεβασμό. Πήρα κατόπιν λίγο χώμα και το έφερα στην Ελλάδα. «Εκ γαίης πάντα και εις γην πάντα τελευτά». Η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου στο Ντορτκιλισέ λειτουργεί σήμερα σαν τζαμί.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα

Φωτοσχόλιο

Από την επίσκεψη του βουλευτή ΠΑΣΟΚ νομού Κιλκίς Στέφανου Παραστατίδη στο συνοριακό σταθμό των Ευζώνων