Κοινωνία

Μεγαλύτερη ενήλικη ζωή: «Η ηλικία είναι αριθμός και η ζωή δεν έχει όριο»

Γράφει η Μπέττυ Βαλέττα

Η Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων Ατόμων τιμάται κάθε χρόνο την 1η Οκτωβρίου, ημερομηνία που θεσπίστηκε από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και έχει στόχο να αναδείξει πέντε βασικές αρχές. Σύμφωνα με αυτές, οι ηλικιωμένοι, δικαιούνται ανεξαρτησία, ενεργό συμμετοχή στον κοινωνικό βίο, κατάλληλη φροντίδα, ευκαιρίες αυτοπραγμάτωσης και διαβίωση με αξιοπρέπεια και σεβασμό.

Η ημέρα αυτή γίνεται αφορμή να αφουγκραστούμε τους ανθρώπους μας και να αναστοχαστούμε τη θέση και το νόημα της μεγάλης ηλικίας στη σύγχρονη εποχή.

Ο όρος «ηλικιωμένος» έχει διαγράψει μία μακρά ιστορική και γλωσσική διαδρομή, με τη σημασία του να μεταβάλλεται ακολουθώντας τις κοινωνικές και επιστημονικές εξελίξεις για τη γήρανση.

Προοιμιακά, η θεσμική προσέγγιση της μεγάλης ηλικίας συνδέθηκε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα με την ανάπτυξη των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Το 1889, επί Otto von Bismarck, θεσπίστηκε στη Γερμανία το πρώτο οργανωμένο σύστημα ασφάλισης γήρατος, με το 65ο έτος να ορίζεται ως ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη σταδιακή καθιέρωση της χρονολογικής ηλικίας ως βασικού κριτηρίου για τον θεσμικό προσδιορισμό της μεγάλης ηλικίας. Για πολλά χρόνια, ως «ηλικιωμένοι», χαρακτηρίζονταν τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, με περαιτέρω διάκριση σε «νεότερους ηλικιωμένους» (65–74 ετών) και «γηραιότερους ηλικιωμένους» (≥75 ετών). Η αποκλειστική χρήση του αριθμητικού δεδομένου αποδείχθηκε ανεπαρκής με την πάροδο του χρόνου και άρχισε να εγείρει σημαντικούς προβληματισμούς στην επιστημονική κοινότητα. Ένας αριθμός δεν επαρκούσε πλέον για να αποτυπώσει την ετερογένεια των ατόμων ως προς τη σωματική και ψυχική τους υγεία, τη λειτουργική τους κατάσταση, τη γνωστική τους επάρκεια και τον βαθμό αυτονομίας τους. Αυτό σημαίνει ότι δύο άνθρωποι της ίδιας ηλικίας είχαν εντελώς διαφορετικές ανάγκες και δυνατότητες και για αυτό κάθε άτομο χρειαζόταν να το αξιολογήσουμε εξατομικευμένα.

Δεν υφίσταται ένα καθολικά αποδεκτό όριο έναρξης της γήρανσης καθώς αυτή αποτελεί πολυπαραγοντική και ετερογενή διαδικασία.

Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρήθηκε προοδευτική μεταβολή από τον χαρακτηρισμό του προσώπου ως «ηλικιωμένου» προς την έννοια της «μεγάλης ηλικίας», η οποία δεν ταυτίζει το άτομο με έναν αποκλειστικά αριθμητικό δείκτη αλλά αναγνωρίζει τη γήρανση ως σύνθετη περίοδο του βίου του με βιοψυχοκοινωνικές διαστάσεις. Στις μέρες μας, η αντίληψη αυτή, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι σημαντικές εξελίξεις στις επιστήμες υγείας έχουν συμβάλει στην αύξηση, όχι μόνο του προσδόκιμου ζωής αλλά και του προσδόκιμου υγιούς ζωής. Δηλαδή δεν προστέθηκαν απλώς χρόνια στη ζωή· σε πολλές περιπτώσεις προστέθηκε ζωή στα χρόνια. Περισσότεροι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας έχουν πλέον τη δυνατότητα να διατηρούν τη λειτουργικότητα και την αυτονομία τους, να συμμετέχουν ενεργά στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή και να συνεχίζουν δραστηριότητες που προσδίδουν νόημα στην καθημερινότητά τους. Ωστόσο, η επίτευξη της υγιούς γήρανσης, δύναται να παρεμποδιστεί από παράγοντες όπως η παρουσία χρόνιων νοσημάτων και πολυνοσηρότητας, η μειωμένη σωματική δραστηριότητα, η ανεπαρκής διατροφή, η κοινωνική απομόνωση, οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες και οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγειονομικής φροντίδας.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω προκλήσεις, έχει θέσει την υγιή γήρανση στο επίκεντρο της διεθνούς δράσης, δίνοντας έμφαση σε ζητήματα που προάγουν την υγεία, τη λειτουργικότητα και την ευημερία τους. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αποτελούν η ενίσχυση της ανθεκτικότητας, η πρόληψη της έκπτωσης της λειτουργικής ικανότητας, η προαγωγή της ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας, η αντιμετώπιση της κοινωνικής απομόνωσης και της μοναξιάς, η πρόληψη προβλημάτων στοματικής υγείας και η δημιουργία υποστηρικτικού περιβάλλοντος. Η προσέγγιση αυτή αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός μέλλοντος στο οποίο ο πληθυσμός αυτός θα ευημερεί χωρίς να υφίσταται αποκλεισμό.

Η συγκεκριμένη οπτική δεν παραμένει σε επίπεδο θεωρητικής κατεύθυνσης, αλλά αποτυπώνεται και σε επίπεδο εφαρμογής, καθώς ολοένα και περισσότεροι επαγγελματίες υγείας επιλέγουν να δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά στον τομέα της φροντίδας των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας. Παράλληλα με τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού και τη μεταβολή του επιδημιολογικού προφίλ, διευρύνεται και ο ρόλος του δυναμικού υγείας, ενσωματώνοντας αυξημένες αρμοδιότητες στον τομέα της δημόσιας υγείας. Στη νέα αυτή πραγματικότητα, η συνεργασία μεταξύ διαφορετικών ειδικοτήτων είναι καίριας σημασίας, διότι συνδυάζει γνώσεις και δεξιότητες που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των αναγκών υγείας του γηράσκοντος πληθυσμού.

 

Η υγιής γήρανση συνιστά επένδυση τόσο σε ατομικό επίπεδο, ενισχύοντας την κοινωνική συνδεσιμότητα, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, συμβάλλοντας στην ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.

 

Επομένως, η υγιής γήρανση , δεν αφορά μόνο την παράταση της ζωής αλλά κυρίως τη δυνατότητα του ατόμου να συνεχίζει να ζει αυτόνομα και με νόημα. Μία προοπτική που αποτυπώνεται με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο στη φράση του Ingmar Bergman: «Η γήρανση είναι σαν να ανεβαίνεις ένα βουνό. Ξεμένεις από ανάσα αλλά έχεις μια υπέροχη θέα».

Χρόνια πολλά και ποιοτικά σε όλους εκείνους που με τη ζωή και την πορεία τους μας ανάθρεψαν, μας δίδαξαν και μας ενέπνευσαν από το λίκνο μας!

 

Μπέττυ Βαλέττα, RN, MScGer, Msc

Νοσηλεύτρια – Ειδική Δημόσιας Υγείας

Υποψήφια Διδάκτωρ, Τμήμα Νοσηλευτικής

Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Περισσότερα
Δείτε ακόμα

test

test https://www.google.com/