Η επίδραση παραγόντων γιά την ανάπτυξη ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς στα παιδιά

Αρθρογραφία /

Η αιτιολογία των αναπτυξιακών και ψυχοπαθολογικών διαταραχών είναι ένα από τα πιο μυστηριώδη κομμάτια της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής. Πλήθος ερευνών έχουν πραγματοποιηθεί για τη μελέτη των αιτιών μια διαταραχής. Πρωταρχικός, ωστόσο, στόχος του εκάστοτε μελετητή δεν είναι τόσο να αποδείξει αν τα αίτια είναι περισσότερο βιολογικά ή περιβαλλοντικά αλλά να διαγνώσει με ακρίβεια και να αντιμετωπίσει με τρόπο αποτελεσματικό τα συμπτώματα της νόσου.
Γενικότερα, αξίζει να σημειωθεί ότι σε ορισμένες αναπτυξιακές διαταραχές, όπως λόγου χάρη ο αυτισμός, οι βιολογικοί παράγοντες ενδέχεται να διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο για την εκδήλωση της παθολογικής συμπεριφοράς. Από την άλλη, διαταραχές όπως οι αγχώδεις, φαίνεται να συσχετίζονται περισσότερο με συγκεκριμένους βιολογικούς παράγοντες.
Η προσπάθεια της επιστήμης να διαλευκάνει τα αίτια μιας νόσου γίνεται με στόχο την πρόληψη και την αποτροπή παραγόντων κινδύνου. Άλλωστε, η απάντηση, συνήθως, βρίσκεται κάπου στο σταυροδρόμι της συνάντησης των παραγόντων αυτών, με τα βιολογικά και τα περιβαλλοντικά αίτια να επιδρούν ξεχωριστά, κατά περίπτωση, για την εκδήλωση και την εξέλιξη της νόσου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τη μεταβίβαση του γενετικού κώδικα, ενδέχεται να συμβούν “λάθη” (αριθμός ή ποιότητα χρωμοσωμάτων, μεταφορά ελαττωματικών γονιδίων κτλ). Μια από τις συνηθέστερες αριθμητικές διαταραχές των χρωμοσωμάτων είναι η τρισωμία 21, το γνωστό σε όλους σύνδρομο Ντάουν.
Εκτός από τους βιολογικούς και γενετικούς παράγοντες, η εμφάνιση μιας παθολογικής συμπεριφοράς ενδέχεται να συσχετίζεται και με νευροβιολογικούς παράγοντες. Πιθανές αλλοιώσεις στη βιοχημεία και φυσιολογία του εγκεφάλου, μπορεί να οδηγήσουν σε σύνδρομα όπως η διάσπαση προσοχής, οι διαταραχές άγχους ή οι διαταραχές διάθεσης. Επίσης, κάποιες προγεννητικές λοιμώξεις, ο πρόωρος τοκετός, ο τραυματισμός του εγκεφάλου κατά τον τοκετό ενδέχεται να προκαλέσουν κάποιας μορφής παθολογική συμπεριφορά.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι περιβαλλοντικά ερεθίσματα μπορούν να επιδράσουν, όχι μόνο στην λειτουργία του εγκεφάλου, αλλά και στην ίδια τη δομή του. Έτσι, λοιπόν, αντίξοες ή στερητικές εμπειρίες, όπως η κακή διατροφή, η παραμέληση ή η κακοποίηση δύναται να επιδεινώσουν μια βλάβη του εγκεφάλου, ενώ αντιθέτως, ένα ευνοϊκό περιβάλλον μπορεί να αντισταθμίσει μια ενδεχόμενη βλάβη.
Η διερεύνηση της ποιότητας των διαπροσωπικών σχέσεων του ατόμου, είναι κεντρικής σημασίας σε ό,τι αφορά την ψυχοπαθολογία και την αναπτυξιακή παθολογία. Δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις ενός παιδιού αποτελούν προϋπόθεση για τη διάγνωση ορισμένων διαταραχών (π.χ. κοινωνική φοβία, διαταραχή διαγωγής, κατάθλιψη κτλ). Ωρισμένοι θεωρητικοί, όπως ο Μπάουλμπυ, θεωρούν ότι πολλές ψυχικές διαταραχές συνδέονται αιτιολογικά με δυσκολίες στις πρώιμες σχέσεις του ατόμου (παιδική ηλικία). Θα μπορούσαμε, επομένως, να υποστηρίξουμε ότι συγκεκριμένα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις του παιδιού μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία στο δρόμο προς την ψυχοπαθολογία (σημαντική έκπτωση στην κοινωνική λειτουργικότητα).
Ωστόσο, ο αιτιολογικός χαρακτήρας των διαταραγμένων διαπροσωπικών σχέσεων του παιδιού είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιοριστεί, καθώς οι δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις λειτουργούν άλλοτε ως αιτιολογικός παράγοντας και άλλοτε ως συνέπεια της διαταραχής. Σε πολλές περιπτώσεις, συνήθως δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αρνητικών αλληλεπιδράσεων, διότι οι μη ενδεδειγμένες αντιδράσεις του περιβάλλοντος ενδέχεται να επιδεινώνουν τα συμπτώματα με περαιτέρω αρνητικές συνέπειες στις διαπροσωπικές σχέσεις του παιδιού. Ειδικότερα, οι διαπροσωπικές σχέσεις λειτουργούν άλλοτε ως αιτιολογικός παράγοντας και άλλοτε ως συνέπεια της διαταραχής.
Ωρισμένα άτομα ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση μιας ψυχικής διαταραχής. Για παράδειγμα, οι σχέσεις του παιδιού με τους γονείς του μπορεί να συσχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με την εμφάνιση κατάθλιψης, σε προβλήματα συμπεριφοράς, σε αγώδεις ή συναισθηματικές διαταραχές. Παράλληλα, ένα συγκρουσιακό διαζύγιο, μια προβληματική σχέση των γονέων ή η ενδοοικογενειακή βία μπορούν κάλλιστα να συνδέονται με προβλήματα στη συμπεριφορά των παιδιών.
Επί πλέον, η σχέση του παιδιού με τους συνομηλίκους μπορεί να συσχετίζεται με την ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας. Προβλήματα προσαρμογής, απόρριψη από την ομάδα συνομηλίκων αποτελούν, κάποιες φορές, χαρακτηριστικά των παιδιών με διαταραχή ελλειμματικής αγωγής ή/και υπερκινητικότητα. Επιπρόσθετα, πολλές διαταραχές εμφανίζονται σε παιδιά σχολικής ηλικίας (διαταραχές διαγωγής στα αγόρια και αγχώδεις διαταραχές στα κορίτσια) ως αποτέλεσμα δυσκολιών στο μαθησιακό τομέα.
Τέλος, παράγοντες, όπως το πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί, μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικοί για την εμφάνιση μιας ψυχικής νόσου, μιας και προσδιορίζουν τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα (φυσιολογικό / μη φυσιολογικό) σε έναν πολιτισμό.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα

Δεν το(ν)… βλέπουν;

Μα είναι να απορεί κανείς γιά το πόσο … «δυσκολεύονται» Ιερά Μητρόπολις Πολυανής και Κιλκισίου και δήμος Κιλκίς, να βρουν […]