Οικονομία

Ενοίκιο ή αγορά στο Κιλκίς; Πότε αρχίζει να συμφέρει το δικό σου σπίτι;

«Αφού πληρώνω κάθε μήνα ενοίκιο, μήπως είναι καλύτερα να πληρώνω μια δόση για ένα σπίτι που κάποτε θα είναι δικό μου;»

Είναι μια σκέψη που κάνουν πολλοί. Αν κάποιος πληρώνει 400 ή 500 ευρώ ενοίκιο και βλέπει ότι μια δόση στεγαστικού μπορεί να βρίσκεται κοντά σε αυτό το ποσό, η αγορά φαίνεται αυτονόητα καλύτερη.

Στην πραγματικότητα όμως δεν αρκεί να συγκρίνουμε το ενοίκιο με τη δόση.

Για την αγορά χρειάζονται συνήθως δικά μας χρήματα στην αρχή, υπάρχουν τόκοι, έξοδα συναλλαγής και κόστη ιδιοκτησίας. Από την άλλη, ένα μέρος κάθε δόσης δεν είναι απλώς κόστος, μειώνει το ποσό που χρωστάμε για το σπίτι.

Και υπάρχει ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας, ο χρόνος. Άλλη απόφαση μπορεί να είναι σωστή για κάποιον που θα μείνει σε ένα σπίτι τρία χρόνια και άλλη για κάποιον που σχεδιάζει να το κρατήσει για δεκαπέντε ή είκοσι.

Πότε λοιπόν αρχίζει να συμφέρει η αγορά;

Δεν υπάρχει μία απάντηση για όλους. Υπάρχει όμως τρόπος να κάνουμε τη σύγκριση σωστά.

Και για να μη μείνουμε στη θεωρία, θα χρησιμοποιήσουμε την αγορά που παρακολουθούμε καθημερινά, το Κιλκίς, ως πραγματικό τοπικό παράδειγμα. Οι τιμές αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή. Η λογική της σύγκρισης όμως είναι ίδια είτε ζεις στο Κιλκίς είτε στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη ή οπουδήποτε αλλού στην Ελλάδα.

Παρακάτω θα βρεις και τον Υπολογιστή «Νοίκι ή Αγορά» του NK Ακίνητα. Βάζεις τους δικούς σου αριθμούς, το πραγματικό σου ενοίκιο, την τιμή του ακινήτου, τα κεφάλαια που διαθέτεις, το επιτόκιο, τη διάρκεια του δανείου και τα σχετικά έξοδα και κάνεις τη δική σου σύγκριση.

Ο υπολογιστής είναι βοηθητικό εργαλείο σύγκρισης, όχι πανάκεια. Δεν προβλέπει μελλοντικές τιμές, ενοίκια ή επιτόκια και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη οικονομική, τραπεζική, φορολογική ή νομική συμβουλή. Μπορεί όμως να αντικαταστήσει πολλά από τα «νομίζω» με τους πραγματικούς αριθμούς της δικής σου περίπτωσης.

Το πρώτο λάθος. «Το νοίκι μου είναι όσο η δόση»

Αν πληρώνεις 400 ευρώ ενοίκιο και μια τράπεζα σου υπολογίζει δόση 420 ευρώ, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι πρέπει να αγοράσεις.

Για την αγορά μπορεί να χρειαστείς προκαταβολή, έξοδα συναλλαγής και κόστος χρηματοδότησης. Μετά την αγορά υπάρχουν επίσης έξοδα ιδιοκτησίας.

Από την άλλη, δεν είναι σωστό να θεωρήσουμε ότι τα 420 ευρώ της δόσης είναι το ίδιο πράγμα με τα 400 ευρώ του ενοικίου.

Η δόση του στεγαστικού χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη:

Τόκος, το κόστος που πληρώνεις στην τράπεζα επειδή σου δάνεισε τα χρήματα.

Κεφάλαιο, το μέρος της δόσης που μειώνει το ποσό που εξακολουθείς να χρωστάς.

Αν, για παράδειγμα, μια δόση 400 ευρώ περιλαμβάνει 150 ευρώ τόκο και 250 ευρώ αποπληρωμή κεφαλαίου, τότε τα 150 ευρώ είναι κόστος. Τα άλλα 250 ευρώ μείωσαν το χρέος σου κατά 250 ευρώ.

Γι’ αυτό, αν μετά από κάποια χρόνια έχεις πληρώσει 40.000 ευρώ σε δόσεις, δεν σημαίνει ότι τα 40.000 ευρώ ήταν τόκοι. Ένα μέρος πήγε στην τράπεζα ως κόστος και ένα άλλο μέρος αποπλήρωσε το δάνειό σου.

Η σωστή ερώτηση λοιπόν δεν είναι μόνο «πόσα πλήρωσα;», αλλά,

«Πόσα από αυτά ήταν τόκοι, πόσα μείωσαν το χρέος μου και πόσο δάνειο μου απομένει;»

Και στο ενοίκιο τι πληρώνουμε;

Ο ενοικιαστής πληρώνει για τη χρήση ενός σπιτιού, χωρίς να χρειάζεται να διαθέσει την προκαταβολή και χωρίς να αναλάβει την ίδια μακροχρόνια δέσμευση.

Με ενοίκιο 400 ευρώ τον μήνα και χωρίς καμία αύξηση, οι συνολικές καταβολές είναι:

Χρόνια Συνολικά ενοίκια
5 24.000 €
10 48.000 €
15 72.000 €
20 96.000 €

Αλλά ούτε εδώ είναι σωστό να πούμε: «Αφού σε 20 χρόνια θα έχω δώσει 96.000 ευρώ, καλύτερα να αγοράσω ένα σπίτι 80.000 ευρώ».

Η αγορά των 80.000 ευρώ μπορεί να περιλαμβάνει τόκους, προκαταβολή και άλλα έξοδα. Από την άλλη, αν το δάνειο έχει εξοφληθεί στο τέλος της περιόδου, ο αγοραστής βρίσκεται σε διαφορετική οικονομική θέση από τον ενοικιαστή.

Άρα συγκρίνουμε όχι μόνο πόσα χρήματα δώσαμε, αλλά και τι έχουμε στο τέλος της περιόδου.

Ο χρόνος αλλάζει την εικόνα

Η αγορά έχει συνήθως σημαντικό αρχικό κόστος. Αν κάποιος αγοράσει και φύγει μετά από δύο ή τρία χρόνια, αυτά τα έξοδα επιβαρύνουν μια πολύ μικρή περίοδο.

Όσο όμως μεγαλώνει ο χρονικός ορίζοντας, τόσο περισσότερο χρόνο έχει ο αγοραστής να αποπληρώσει κεφάλαιο και να επιμερίσει τα αρχικά έξοδα.

Γι’ αυτό το ίδιο σπίτι, με το ίδιο δάνειο και το ίδιο ενοίκιο, μπορεί να δίνει διαφορετική απάντηση στα 5 χρόνια και διαφορετική στα 15.

Η προκαταβολή πρέπει να μετράει

Αν ένα σπίτι κοστίζει 80.000 ευρώ και ο αγοραστής βάλει 16.000 ευρώ δικά του χρήματα, δεν μπορούμε να συγκρίνουμε μόνο το ενοίκιο με τη δόση του δανείου των υπόλοιπων 64.000 ευρώ.

Τα 16.000 ευρώ δεν είναι «χαμένα» χρήματα, αλλά είναι κεφάλαιο που χρειάστηκε να διαθέσει από την αρχή.

Υπάρχει και το κόστος ευκαιρίας, αν δεν χρησιμοποιούσε αυτά τα χρήματα για την αγορά, θα μπορούσε να τα κρατήσει ως αποταμίευση ή να τα αξιοποιήσει διαφορετικά.

Τι κοιτάζει η τράπεζα

Από 1η Ιανουαρίου 2025 εφαρμόζονται στην Ελλάδα δεσμευτικά όρια της Τράπεζας της Ελλάδος για νέες πιστώσεις προς φυσικά πρόσωπα με εξασφάλιση οικιστικό ακίνητο.

Το ανώτατο LTV, δηλαδή δάνειο προς αξία ακινήτου, είναι 90% για αγοραστές για πρώτη φορά και 80% για τους λοιπούς δανειολήπτες. Το ανώτατο DSTI, δηλαδή το κόστος εξυπηρέτησης του συνολικού χρέους σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα, είναι αντίστοιχα 50% και 40%.

Αυτά είναι ανώτατα εποπτικά όρια, όχι εγγύηση έγκρισης δανείου. Η τράπεζα εξετάζει το εισόδημα, τις λοιπές υποχρεώσεις, την πιστοληπτική ικανότητα και συνολικά τον φάκελο του δανειολήπτη.

Οι τόκοι μπορούν να αλλάξουν πολύ το συνολικό κόστος

Αν δανειστείς 60.000 ευρώ, δεν θα επιστρέψεις μόνο 60.000 ευρώ. Θα επιστρέψεις το κεφάλαιο και τους τόκους.

Το συνολικό κόστος επηρεάζεται κυρίως από το ποσό του δανείου, το επιτόκιο και τη διάρκειά του.

Γι’ αυτό δύο άνθρωποι που αγοράζουν σπίτια ίδιας αξίας μπορεί να καταλήξουν με διαφορετικό συνολικό κόστος. Ο ένας μπορεί να βάλει μεγαλύτερη προκαταβολή, ο άλλος να πάρει διαφορετικό επιτόκιο ή διάρκεια.

Για πραγματική σύγκριση έχει λοιπόν μεγαλύτερη αξία η πραγματική τραπεζική προσφορά από έναν γενικό «μέσο όρο».

Η τιμή αγοράς δεν είναι όλο το κόστος

Ανάλογα με τη συναλλαγή μπορεί να υπάρχουν φόρος μεταβίβασης, συμβολαιογραφικά, έξοδα Κτηματολογίου ή μεταγραφής, μεσιτική αμοιβή, τραπεζικά έξοδα και άλλες δαπάνες.

Ο βασικός συντελεστής του Φόρου Μεταβίβασης Ακινήτου είναι 3% επί της φορολογητέας αξίας, ενώ στον κύριο φόρο επιβάλλεται εισφορά 3% υπέρ δήμων και κοινοτήτων (συνολικά 3,09%).

Υπάρχει όμως απαλλαγή πρώτης κατοικίας όταν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Για αγορά κατοικίας, η ΑΑΔΕ αναφέρει απαλλαγή μέχρι 200.000 ευρώ για άγαμο και 250.000 ευρώ για έγγαμο, με τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις.

Άρα χρησιμοποιούμε τα πραγματικά έξοδα της συγκεκριμένης περίπτωσης και όχι ένα γενικό ποσοστό για όλους.

Και μετά την αγορά υπάρχουν έξοδα

Ένα ιδιόκτητο σπίτι χρειάζεται συντήρηση, μπορεί να χρειαστεί επισκευές και έχει φορολογικές ή άλλες υποχρεώσεις.

Δεν γνωρίζουμε πόσο ακριβώς θα κοστίσουν όλα αυτά σε 10 ή 20 χρόνια. Αλλά το σωστό δεν είναι να θεωρήσουμε το κόστος μηδενικό.

Τι γίνεται αν αυξηθεί το ενοίκιο;

Κανείς δεν γνωρίζει ποιο θα είναι το ενοίκιο ενός συγκεκριμένου σπιτιού σε 10 ή 15 χρόνια.

Μπορούμε όμως να εξετάσουμε σενάρια.

Με αρχικό ενοίκιο 450 ευρώ και ορίζοντα 12 ετών, με μηδενική αύξηση οι συνολικές καταβολές είναι 64.800 ευρώ, με υποθετική ετήσια αύξηση 2% περίπου 72.425 ευρώ και με 3% περίπου 76.637 ευρώ.

Τα 2% και 3% δεν είναι πρόβλεψη. Είναι παραδείγματα που δείχνουν πόσο αλλάζει το αποτέλεσμα όταν αλλάζει μία παράμετρος.

Η περίπτωση του Κιλκίς

Μέχρι εδώ η ανάλυση αφορά κάποιον οπουδήποτε στην Ελλάδα.

Για να δούμε όμως μια πραγματική τοπική αγορά, χρησιμοποιούμε το Κιλκίς.

Στην Έκθεση Αγοράς Ακινήτων Κιλκίς Β΄ Τριμήνου 2026 του NK Ακίνητα καταγράψαμε ενδεικτικές τάσεις με βάση διαθέσιμα στοιχεία και την καθημερινή παρακολούθηση της αγοράς. Η έκθεση δεν αποτελεί επίσημη στατιστική μελέτη ή επενδυτική συμβουλή. Μπορείτε να την διαβάσετε εδώ,

Έκθεση Αγοράς Ακινήτων Κιλκίς – NK Ακίνητα

Στα ενοίκια, οι ζητούμενες τιμές που καταγράφηκαν ήταν 250–400 ευρώ για γκαρσονιέρες, κυρίως γύρω στα 300 ευρώ, 350–450 ευρώ για διαμερίσματα δύο υπνοδωματίων και 350–600 ευρώ και άνω για τρία ή περισσότερα υπνοδωμάτια.

Στις πωλήσεις, η κύρια ζώνη αγοραστικού ενδιαφέροντος εντοπίστηκε μεταξύ 40.000 και 80.000 ευρώ, με μεγαλύτερη κινητικότητα σε διαμερίσματα ενός και δύο υπνοδωματίων, κατοικίες χαμηλού έως μεσαίου προϋπολογισμού και ακίνητα έτοιμα προς χρήση.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι στο Κιλκίς συμφέρει πάντα η αγορά. Δείχνει όμως ότι υπάρχουν επίπεδα τιμών στα οποία η σύγκριση αξίζει να γίνει σοβαρά.

Ένα απλό παράδειγμα Κιλκίς

Ας χρησιμοποιήσουμε δύο ποσά μέσα στα εύρη που καταγράψαμε.

Τιμή κατοικίας, 80.000 ευρώ

Ενοίκιο, 400 ευρώ τον μήνα

Δεν υποστηρίζουμε ότι ένα συγκεκριμένο σπίτι αξίας 80.000 ευρώ θα νοικιαζόταν οπωσδήποτε 400 ευρώ. Τα χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα και όχι ως «μέσο όρο Κιλκίς».

Αν ο αγοραστής διαθέτει 16.000 ευρώ δικά του χρήματα, χρειάζεται δάνειο 64.000 ευρώ.

Από εκεί και πέρα, το αποτέλεσμα εξαρτάται από το πραγματικό επιτόκιο, τη διάρκεια του δανείου, τα έξοδα και κυρίως τον χρόνο που θα κρατήσει το ακίνητο.

Οι αριθμοί πρέπει να οδηγούν στο συμπέρασμα, όχι το συμπέρασμα στους αριθμούς.

Πότε γέρνει περισσότερο η ζυγαριά προς την αγορά;

Η αγορά γίνεται συνήθως πιο ενδιαφέρουσα όταν ο χρονικός ορίζοντας είναι μεγάλος, το κόστος δανεισμού χαμηλότερο, υπάρχει λογική σχέση μεταξύ τιμής αγοράς και ενοικίου συγκρίσιμης κατοικίας και υπάρχουν επαρκή ίδια κεφάλαια χωρίς να εξαντλείται όλη η ρευστότητα του αγοραστή.

Και πότε το ενοίκιο μπορεί να είναι καλύτερη επιλογή;

Το ενοίκιο προσφέρει στέγαση και μεγαλύτερη ευελιξία.

Για κάποιον που μπορεί να αλλάξει πόλη, δουλειά ή οικογενειακές ανάγκες σε λίγα χρόνια, αυτό έχει πραγματική αξία.

Από την άλλη, όποιος αγοράζει δεν είναι υποχρεωμένος να μείνει στο ίδιο σπίτι για πάντα. Αν στο μέλλον μετακομίσει, μπορεί, εφόσον το ακίνητο και η αγορά το επιτρέπουν να το διαθέσει προς ενοικίαση.

Αυτό δεν είναι εγγυημένο εισόδημα. Μπορεί να υπάρχουν περίοδοι χωρίς μισθωτή, έξοδα συντήρησης, φόροι και πιθανές ζημιές, ενώ η δόση του στεγαστικού συνεχίζει να οφείλεται.

Άρα η ιδιοκτησία δεν σημαίνει πάντα «μένω για πάντα ή πουλάω», αλλά ούτε πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι «αν φύγω, το νοικιάζω και πληρώνεται μόνο του».

Υπάρχει τελικά ένα σημείο στο οποίο αρχίζει να συμφέρει;

Για μια συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί να υπάρχει. Για όλους, όχι.

Σε μία περίπτωση η αγορά μπορεί να γίνεται περισσότερο συμφέρουσα σχετικά νωρίς. Σε άλλη μπορεί να απαιτούνται πολλά χρόνια. Και σε κάποια περίπτωση μπορεί, για τον χρονικό ορίζοντα που ενδιαφέρει τον συγκεκριμένο άνθρωπο, να μη γίνει ποτέ η οικονομικά καλύτερη επιλογή.

Γι’ αυτό δεν υπάρχει υπεύθυνος γενικός κανόνας του τύπου, «Μετά από 7 ή 10 χρόνια αγοράζεις».

Βάλε τους δικούς σου αριθμούς, υπολόγισέ το μόνος σου

Γι’ αυτό δημιουργήσαμε τον Υπολογιστή «Νοίκι ή Αγορά» του NK Ακίνητα.

Δεν αφορά μόνο το Κιλκίς. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε ακίνητο στην Ελλάδα.

Βάζεις το δικό σου ενοίκιο, την πραγματική τιμή αγοράς, τα διαθέσιμα κεφάλαια, το επιτόκιο και τη διάρκεια του δανείου, τον χρονικό ορίζοντα και τα έξοδα που γνωρίζεις.

Ο υπολογιστής σου δείχνει πόσα χρήματα θα έχεις καταβάλει σε ενοίκια, πόσα σε δόσεις, πόσα από τις δόσεις πήγαν σε τόκους, πόσο κεφάλαιο αποπλήρωσες και πόσο δάνειο θα εξακολουθείς να χρωστάς.

Σημαντική διευκρίνιση για το ενοίκιο, αν αφήσεις την ετήσια μεταβολή ενοικίου στο 0%, ο υπολογιστής θεωρεί ότι το σημερινό ενοίκιο παραμένει ακριβώς ίδιο σε όλη την περίοδο σύγκρισης. Αυτό είναι ένα απλό σενάριο βάσης και όχι πρόβλεψη ότι το ενοίκιο θα παραμείνει σταθερό. Ειδικά σε ορίζοντα 10 ή 20 ετών είναι πολύ πιθανό το πραγματικό ενοίκιο να μεταβληθεί, χωρίς όμως να μπορούμε να γνωρίζουμε σήμερα πόσο. Γι’ αυτό μπορείς να βάλεις και ένα δικό σου σενάριο ετήσιας μεταβολής και να δεις πώς αλλάζει το αποτέλεσμα. Οποιοδήποτε ποσοστό επιλέξεις αποτελεί παραδοχή του σεναρίου και όχι πρόβλεψη της μελλοντικής αγοράς.

Tip για πιο καθαρή σύγκριση, αν θέλεις να δεις την πλήρη εικόνα μέχρι την εξόφληση του στεγαστικού, βάλε τον ίδιο αριθμό στα πεδία «Χρόνια δανείου» και «Χρόνια σύγκρισης». Για παράδειγμα, σε δάνειο 20 ετών βάλε και 20 χρόνια σύγκρισης. Αν όμως θέλεις να εξετάσεις τι θα συμβαίνει νωρίτερα, για παράδειγμα επειδή σκέφτεσαι ότι μπορεί να πουλήσεις ή να μετακομίσεις σε 8 ή 10 χρόνια, τότε μπορείς να επιλέξεις μικρότερο χρονικό διάστημα στα «Χρόνια σύγκρισης».

>> Βάλε τους δικούς σου αριθμούς στον Υπολογιστή «Νοίκι ή Αγορά» <<

Είναι βοηθητικό εργαλείο, όχι πρόβλεψη ούτε εξατομικευμένη οικονομική συμβουλή.

Τελικά, ενοίκιο ή αγορά;

Ίσως η σωστή ερώτηση να μην είναι, «Γιατί να δίνω 400 ευρώ νοίκι αντί για 400 ευρώ δόση;» αλλά

«Πόσο πραγματικά θα μου κοστίσει κάθε επιλογή στα χρόνια που με ενδιαφέρουν και ποια θα είναι η οικονομική μου θέση στο τέλος;»

Για κάποιον η απάντηση μπορεί να είναι αγορά.

Για κάποιον άλλον ενοίκιο.

Και για έναν τρίτο «όχι ακόμη».

Στο Κιλκίς, τα επίπεδα τιμών πώλησης και ενοικίασης που καταγράψαμε στην Έκθεση Αγοράς κάνουν αυτή τη σύγκριση ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Στην υπόλοιπη Ελλάδα οι αριθμοί μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικοί.

Η μέθοδος όμως παραμένει η ίδια.

Δεν ξεκινάμε από το τι «λέγεται» ότι συμφέρει. Ξεκινάμε από το πραγματικό ενοίκιο, την πραγματική τιμή αγοράς, τα πραγματικά διαθέσιμα κεφάλαια, το πραγματικό κόστος του δανείου και τον χρόνο που πραγματικά μας ενδιαφέρει.

Γιατί τελικά η σωστή επιλογή δεν κρίνεται από το αν το ενοίκιο και η δόση μοιάζουν σήμερα.

Κρίνεται από ολόκληρη την οικονομική εικόνα που υπάρχει πίσω από αυτά τα δύο ποσά.

 

NK Ακίνητα | Η αγορά ακινήτων του Κιλκίς, πίσω από τους αριθμούς

Νικόλαος Λαμπής
Ο Νικόλαος Λαμπής δραστηριοποιείται στην αγορά ακινήτων του Κιλκίς μέσω της NK Ακίνητα, με αντικείμενο τις αγοραπωλησίες, τις μισθώσεις και την παρακολούθηση των εξελίξεων της τοπικής αγοράς. Έχει ολοκληρώσει εξειδικευμένες εκπαιδεύσεις στο real estate, μεταξύ των οποίων το Real Estate Diploma/Certificate του New York College και το πρόγραμμα Real Estate Specialist. Αρθρογραφεί για την αγορά ακινήτων και κατοικίας στο Κιλκίς, αναλύοντας δεδομένα, τάσεις και ζητήματα που επηρεάζουν ιδιοκτήτες, αγοραστές, ενοικιαστές και την τοπική κοινωνία.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα