Ελλάδα

Το φτωχότερο 10% των νοικοκυριών πρέπει να αυξήσει 15,5% τις δαπάνες του για να διατηρήσει σταθερή την κατανάλωση τροφίμων

Μια ακόμη έρευνα παρουσιάστηκε που δείχνει την οικτρή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα λαϊκά νοικοκυριά, καθώς μαστίζονται από τις πολλαπλές κρίσεις. Την ίδια ώρα, φυσικά, η ίδια έρευνα αναδεικνύει πως δεν έχουν όλοι τα ίδια προβλήματα από την κρίση, καθώς όσοι είναι πλουσιότεροι πληρώνουν όλο και λιγότερα για να διατηρήσουν το επίπεδο της ζωής τους σταθερό. Γεγονός που αποδεικνύει πως ο καπιταλισμός είναι καλό σύστημα μόνο για… λίγους.

Το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, λοιπόν, παρουσίασε άλλη μια μελέτη με τίτλο: «Η άνιση κατανομή του φορολογικού βάρους στα νοικοκυριά στην Ελλάδα». Φυσικά, δεν θα μπούμε καν στον κόπο να σχολιάσουμε την γνωστή πλέον σε όλους τακτική της ΓΣΕΕ στο εργατικό κίνημα. Όμως, η έρευνα του Ινστιτούτου έχει ενδιαφέρον -αλλά μόνον ως προς τα στοιχεία.

Βασικές ανάγκες των νοικοκυριών μένουν ακάλυπτες

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, «κατά τη διάρκεια της περιόδου, που εξετάστηκε και στο πλαίσιο των τριών μνημονίων λιτότητας, υιοθετήθηκε μεγάλο πλήθος φορολογικών μεταβολών, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκαν ανοδικά οι σχετικοί φορολογικοί συντελεστές και αυξήθηκε, σε πολλές περιπτώσεις υπέρμετρα, το φορολογικό βάρος που σηκώνουν τα νοικοκυριά.

Στην περίπτωση των έμμεσων φόρων, οι εκτεταμένες και αλλεπάλληλες αυξήσεις των σχετικών συντελεστών τόσο του ΦΠΑ όσο και των ειδικών φόρων κατανάλωσης εκτόξευσαν τη φορολογική επιβάρυνση από 11,4% της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών, το 2008, σε 15,7%, το 2019. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι αυξήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 2010-2014, στο πλαίσιο των δύο πρώτων μνημονίων

Από τη μια πλευρά, μεγάλα μερίδια των δαπανών αυτών απορροφώνται πλέον από δαπάνες σε απολύτως αναγκαία αγαθά και υπηρεσίες, όπως τα τρόφιμα και η στέγαση, των οποίων οι φόροι είναι καθαρά αντίστροφα προοδευτικοί. Παράλληλα, η συμβολή στα διανεμητικά χαρακτηριστικά της έμμεσης φορολογίας ορισμένων προοδευτικών φόρων μειώθηκε, επειδή η οικονομική κρίση προκάλεσε μεγάλη μείωση στην κατανάλωση των αγαθών, στα οποία οι φόροι αυτοί επιβάλλονται. Τέτοια είναι η περίπτωση των φόρων στην ένδυση και την υπόδηση, όπως και στα αγαθά οικιακής χρήσης (διαρκή ή μη).

Από την άλλη πλευρά, τα στοιχεία δείχνουν ότι τα φτωχά νοικοκυριά μείωσαν αισθητά τις δαπάνες τους και για απαραίτητα αγαθά, όπως τα φάρμακα ή το πετρέλαιο θέρμανσης, αφήνοντας βασικές ανάγκες τους ακάλυπτες».

Τεράστια η επιβάρυνση από τις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων

Παράλληλα, στη μελέτη επισημαίνεται ότι η συρρίκνωση της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών κατά 1/4 περίπου, κατά μέσο όρο, δεν ήταν ενιαία για όλα τα νοικοκυριά, καθώς μερίδιο της κατανάλωσής τους μετακινήθηκε στο πλουσιότερο 10%.

Όπως είναι ίσως αναμενόμενο, η ποσοστιαία αύξηση του κόστους ζωής είναι μεγαλύτερη όσο φτωχότερο είναι το νοικοκυριό. Αυτό, όμως, συμβαίνει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι σε άλλες χώρες, για τις οποίες έχουν γίνει παρόμοιες μελέτες, ενώ εξίσου ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού των νοικοκυριών, ιδιαίτερα των φτωχότερων, τείνει να αποκτήσει μια δυναμική που καθορίζεται πρωτίστως από τις συνεχείς ανατιμήσεις στα τρόφιμα.

Για πρώτη φορά, τον μήνα Σεπτέμβριο, για το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών, οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων επέφεραν μεγαλύτερη ποσοστιαία επιβάρυνση στις οικογενειακές δαπάνες συγκριτικά με την οικιακή ενέργεια.

Σύμφωνα με τη μελέτη, «τα φτωχότερα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν αρκετά υψηλότερες ποσοστιαίες αυξήσεις στο κόστος ζωής τους. Τον Ιούνιο, για παράδειγμα, όταν καταγράφηκε ο υψηλότερος πληθωρισμός μέσα στο 2022, το φτωχότερο 10% των νοικοκυριών θα έπρεπε να αυξήσει τις συνολικές του δαπάνες κατά 15,5%, προκειμένου να διατηρήσει σταθερή την κατανάλωση τροφίμων και ενέργειας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών είναι μόλις 6,4%.

Επιπρόσθετα, τα φτωχότερα νοικοκυριά έχουν μικρότερη ευχέρεια να μειώσουν άλλες κατηγορίες δαπανών, καθώς οι ανελαστικές δαπάνες (σε τρόφιμα, ενέργεια και υγεία) καλύπτουν πάνω από τα δύο τρίτα των συνολικών δαπανών τους.

Τα εμπειρικά δεδομένα, επομένως, δείχνουν μια σαφή κλιμακούμενη διαφοροποίηση της επίπτωσης του πληθωρισμού εις βάρος των φτωχότερων στρωμάτων, η οποία επιδεινώνεται από τις αρχές του χρόνου μέχρι τον Ιούνιο του 2022. Μικρή αποκλιμάκωση παρατηρείται τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, η οποία αντιστρέφεται εκ νέου τον Σεπτέμβριο».

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ

Περισσότερα
Δείτε ακόμα

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ, ΟΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΗΡΩΕΣ

Στα πλαίσια των Πολιτιστικών Εκδηλώσεων των “Πολυκαστρινών 2024” και με αφορμή την συμπλήρωση 50 χρόνων από την μαύρη επέτειο της […]