
Γράφει ο Αναστάσιος Καζαντζίδης
Η πολιτική υποκρισία γύρω από τον εξτρεμισμό είναι ένα φαινόμενο που επανέρχεται διαρκώς στην ιστορία. Όταν ιδεολογικές εμμονές οδηγούν σε συμμαχίες με δυνάμεις που απορρίπτουν τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία του ατόμου, το αποτέλεσμα μπορεί να γίνει καταστροφικό — ακόμη και για εκείνους που πίστεψαν ότι θα χρησιμοποιήσουν αυτές τις δυνάμεις για τους δικούς τους σκοπούς.
Ένα χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα είναι το Ιράν του 1979. Μέρος της αριστερής αντιπολίτευσης και κομμουνιστικών οργανώσεων συνεργάστηκε τότε με τις δυνάμεις του Ρουχολάχ Χομεϊνί στην ανατροπή του Σάχη, θεωρώντας ότι άνοιγε ο δρόμος για μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Όμως μετά την επικράτηση της ισλαμικής επανάστασης, πολλές από αυτές τις ομάδες διώχθηκαν βίαια, ενώ το νέο καθεστώς επέβαλε ένα αυταρχικό σύστημα με βαριές καταστολές. Παράλληλα, οι γυναίκες, οι πολιτικοί αντίπαλοι και η κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ αντιμετώπισαν σκληρούς περιορισμούς και διώξεις.
Το μάθημα της ιστορίας είναι σαφές: η συμμαχία με αυταρχικές και φανατικές δυνάμεις για πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη μπορεί να οδηγήσει σε τραγικά αδιέξοδα.
Στη σύγχρονη εποχή, η στάση απέναντι σε οργανώσεις όπως η Χαμάς αποτελεί ένα ακόμη πεδίο όπου απαιτείται καθαρή σκέψη. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των αμάχων και η κριτική σε κυβερνητικές πολιτικές δεν πρέπει να συγχέονται με την ανοχή ή την εξιδανίκευση οργανώσεων που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές από πολλές χώρες και διεθνείς φορείς.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοεί τους κινδύνους που δημιουργούν τα διεθνή δίκτυα εξτρεμισμού. Οι ελληνικές αρχές έχουν στο παρελθόν ερευνήσει υποθέσεις που συνδέονται με διεθνή τρομοκρατικά δίκτυα, όπως η σύλληψη ατόμου στην Κρήτη που οι αρχές εξέτασαν για πιθανές διασυνδέσεις με τη Χαμάς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το κρίσιμο ζήτημα είναι η πλήρης διερεύνηση όλων των πιθανών επαφών και συνεργών, με βάση στοιχεία και όχι υποθέσεις.
Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας δεν μπορεί να βασίζεται ούτε σε άρνηση της πραγματικότητας ούτε σε γενικεύσεις. Απαιτεί γνώση της ιδεολογίας του εξτρεμισμού, κατανόηση των μηχανισμών στρατολόγησης και αποφασιστική προστασία της δημοκρατικής τάξης.
Η ιστορία δείχνει ότι όσοι υποτιμούν τον φανατισμό συχνά ανακαλύπτουν πολύ αργά ότι οι ακραίες ιδεολογίες δεν υπακούουν σε πολιτικές σκοπιμότητες. Χρησιμοποιούν τους συμμάχους τους — και όταν δεν τους χρειάζονται πλέον, τους εγκαταλείπουν.
Η Ελλάδα οφείλει να προστατεύσει την κοινωνική της συνοχή, την ασφάλεια των πολιτών της και τις δημοκρατικές της αξίες, αντιμετωπίζοντας κάθε μορφή εξτρεμισμού με σοβαρότητα, χωρίς αυταπάτες και χωρίς ανοχή στη βία.
* Εκπαιδευτικός – Δημοτικός Σύμβουλος Κιλκίς