Μητροπολίτης Δημήτριος: Άλλη μια προσέγγιση εορτασμού της Κυριακής της Ορθοδοξίας (2026)
ΚΥΡΙΑΚΗ της Ορθοδοξίας κι εφέτος. “Όσοι πιστοί” συλλειτουργούμεθα τούτη την άγια μέρα ―συνήθως κρατώντας ευλαβικά από μια εικόνα στα χέρια μας― συλλιτανεύουμε τα σεβάσματα της μακραίωνης αποστολικής και πατροπαράδοτης ορθόδοξης πίστης.
Εκφωνούμε όλοι μαζί κατά κανόνα το “Πιστεύω”. Στις Ιερές Μονές εκφωνούνται και οι καταγραμμένες στο Τριώδιο μεταγενέστερες θεολογικές διακηρύξεις που προέκυψαν ως ασφαλείς προϋποθέσεις-όρια-ρηματική θεολογία πίστεως (ευθέως είτε αντιρρητικώς) από τις 8η και 9η εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδους της Ορθοδοξίας (879/880 και 1341 μ.Χ. αντίστοιχα), Οικουμενικές κατ᾽ ουσίαν, ει και χωρίς θεσμική μεταγενέστερη ανακήρυξη. (Στο σχετικά άμεσο παρελθόν, το 2011, στη θεματογραφία της εν Ελλάδι Ιεραρχίας είχαν ορισθεί σχετικές εισηγήσεις, ει και μη γενόμενες).
Πάντως, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ομολογούμε την ορθοδοξία της χριστιανικής μας ιδιότητος, την εκκλησιαστική μας λειτουργηματικότητα όχι απλώς ως ιστορία, αλλά προπαντός ως συμμέθεξη της ζωοποιού και θεοποιού Χάριτος του Θεού, της δοθείσης και μετεχόμενης “διά Ιησού Χριστού του σωτήρος ημών” (βλ. Β΄ Τιμ. 1:9-10).
Η ενιστορία μας ασκείται από όλους τους ανθρώπους με μια πολύπλοκη διαλεκτική αυτενέργειας, πολιτισμού και επισυμβαινόντων, με ποικίλες διαβαθμίσεις επιρροών, ανάλογα με τους ανθρώπους και τους ρόλους μας. Η σωτηρία όμως και η εκκλησιοποίηση είναι ένα άθλημα “νομιμοποίησης” στην τελειότητα πρόσληψης του ζώντος Θεού εν χάριτι Ιησού Χριστού. Και εδώ όλοι μας κινούμεθα μεταξύ ταλαιπωρίας αυτοκατάφασης (νηπιότητος) και προσλήψεως-επακολουθήσεως στην προαιώνια πρόθεση και χάρη του Τριαδικού Θεού που μας φανέρωσε ο Κύριος (ωριμότητος).
Σ᾽ ΑΥΤΗΝ την προοπτική και διαδικασία, δεδομένα και εκφράσεις Ορθοδοξίας είναι κάθε λειτουργημένη Κυριακή του χρόνου, κάθε εκκλησιαστική εορτή και άγια τελετουργία, κάθε εκκλησιαστική ιερή πράξη πίστης και ευλάβειας και θείας λατρείας. Κι εμείς είμεθα Ορθόδοξοι συμμετέχοντας και προσλαμβάνοντας την παρουσία-χάρη του Θεού δι᾽ όλων αυτών, με μια διάθεση καρδιακής θείας λατρείας. Όλα αυτά είναι “Κυριακές της Ορθοδοξίας”, δηλ. ορθόδοξα αφιερώματα στον Κύριο και συγκαταβάσεις του Κυρίου στην ορθόδοξη εκκλησιαστική μας προσληπτικότητα.
Όμως, καθιερώθηκε να τιμούμε ειδικά την συγκεκριμένη ημέρα ως “Κυριακή της Ορθοδοξίας”, για ιστορικούς λόγους, που τους “επικύρωνε” η αναγκαιότητα των ιστορικών εξελίξεων, των ιστορικών αμυνών, των ιστορικών καταδιωγμών της Εκκλησίας. Οπότε αυτή η Κυριακή δεν ενέχει μόνον τις αφετηριακές της αφορμές, αλλά και πολλές επιγενόμενες ιστορικές τεκμηριώσεις.
ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ Κυριακές της Μεγ. Τεσσαρακοστής θα τιμήσουμε άλλες κομβικές εκκλησιαστικές εορτές, εκφράζοντας συλλογικά την ποιότητα και αποφασιστικότητα της ορθόδοξης χριστιανικής μας ταυτότητας. Την άλλη Κυριακή θα τιμήσουμε έναν κορυφαίο Πατέρα του 14ου αιώνα, τον πατερικότατο διδάσκαλο, τον θεόπτη του Χριστού ως ακτίστου φωτός, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Την τρίτη Κυριακή έχουμε την κεντρική σαρακοστιανή Σταυροπροσκύνηση. Την τέταρτη Κυριακή τιμούμε έναν κορυφαίο Διδάσκαλο της άσκησης. Και την πέμπτη μια άγια γυναικεία Μορφή της πιο δυνατής και ακραίας μετάνοιας. Έτσι θα φθάσουμε στο Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαίων, για να περάσουμε στη Μεγ. Εβδομάδα και το Άγιο Πάσχα. Η τοιαύτη σκόπιμη αφιέρωση των επιμέρους Κυριακών καθιερώθηκε σταδιακά, για ιστορικούς και ποιμαντικούς λόγους.
ΠΩΣ ΟΜΩΣ ξεκίνησε και εκτυλίχθηκε η αφετηρία και η αιτία του σημερινού εορτασμού;
Στα χρόνια της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, η Εκκλησία ως ψυχή και ψύχωμα του λαού πέρασε άλλοτε από διαδρομές πολύ άνετης δημιουργίας και από διαδρομές μεγάλης ταλαιπωρίας ή και διωγμών. Είτε από εγγενείς αιρετίζουσες πανδημίες, είτε από υψηλά κρατικούς πολεμίους της ακεραιότητας της πίστης είτε κι από επιδρομείς πολεμίους της αυτοκρατορίας. Ειδικά, τον 8ο και τον 9ο αιώνα, κηρύχθηκε από την αυτοκρατορική κεντρική εξουσία ένας περίεργος ανελέητος διωγμός ενάντια στην τιμή των ιερών εικόνων και των ιερών λειψάνων. Ευλογοφανή τα ιστορικά προσχήματα, κατά βάθος επιβιώσεις αιρετιζουσών νοοτροπιών.
Οι θεσμικοί πολέμιοι ασκούσαν τότε την απόλυτη εξουσία, είχαν το πάνω χέρι σε μια διάρκεια μαρτυρικού αιώνος. Και βεβαίως εξ αυτού διαχειρίζονταν άφθονα ιδεολογικά “εργαλεία” νομιμοποίησης και ισχύος και θεωρητικής κατοχύρωσης (η εξουσία και το χρήμα όλα τα επίγεια τα καταφέρνει-κατωφέρνει). Αντιλαμβάνονταν και ένιωθαν την χριστιανική πίστη σαν ένα ιδεολόγημα άσαρκο και άψυχο, αποψιλωμένο, δίχως την εξαρχής και διαιώνια εμπειρική απτή εκκλησιαστική συμμέθεξη του αληθινού Θεού, με τον καθημερινό προσιτό εκκλησιαστικό τρόπο.
Κάτι σαν αυτό που πολλοί σήμερα ακόμη και στο δικό μας χώρο τον Ελλαδικό αντιλαμβάνονται περί της Εκκλησίας και του ζώντος Θεού: ανάβουν ένα κεράκι επισημότητος και φαντασιώνονται εξ αποστάσεως “ασφαλείας” τον Θεό σαν αόριστη ανωτέρα δύναμη (μια αοριστία αναφοράς και απουσία αληθινής σχέσης)· σχεσιάζονται και διαλέγονται ακαδημαικά με θεσμικά εκκλησιαστικά πρόσωπα, χωρίς να υπάρχει κοινωνία καρδιών με την ουσιαστική ποιότητα του εκκλησιαστικού σώματος. Τεκμήριο; Δεν έχουν κλάψει ενώπιον του Θεού με τον τρόπο των απλών ανθρώπων και προπαντός των δικαίων και των αγίων (πρβλ. άγιο Παίσιο), αυτών που συντηρούν για αιώνες το “σώμα” της εκκλησιαστικότητος, την καρδιά της Ρωμηοσύνης…
ΑΣ ΕΠΑΝΕΛΘΟΥΜΕ όμως. Επί αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας, το 787 μ.Χ., με την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο κατοχυρώθηκε πλέον με θεολογική σαφήνεια το βιούμενο νόημα της τιμητικής προσκύνησης των ιερών εικόνων και των ιερών λειψάνων. Βασιζόταν θεολογικά στο γεγονός της αληθινής ενανθρώπησης του Θεού και στη δυνατότητα της εικονίσεώς Του, όπως και της εικονίσεως της Παναγίας και των Αγίων. Η δε τιμητική (χαριτομεθεκτική) προσκύνηση των ι. λειψάνων βασιζόταν στην αληθινότητα του αγιασμού των Αγίων και της διαρκούς κοινωνίας τους με τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι. Στις εικόνες δεν αποδίδουμε λατρεία, στα άγια λείψανα δεν αποδίδουμε λατρεία. Αλλά μας βοηθούν να νιώσουμε και να προβιώσουμε “την ανακεφαλαίωση πάντων” από τον Χριστό μας και στο Χριστό μας.
Όλος ο υμνωδικός πλούτος της Ορθοδοξίας διαιώνια, πάντοτε με τη Χριστοκεντρική του αφετηρία και ανακεφαλαίωση, είναι γεμάτος από “ποιητικούς εικονισμούς” Αγίων, γεμάτος από αναφορές σε τιμή προς Αγίους, προς τις εικόνες και τα αγιασμένα λείψανά τους, προς την συγκεκριμένη ιστορική τους ζωή που κατέκτησε την αιώνια κοινωνία του λατρευομένου ζώντος Θεού. Όλα αυτά είναι απτές τεκμηριώσεις της θεοκτισίας και της χριστοσωτηρίας, τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο.
Μέσα από τις ιερές εικόνες και τα άγια λείψανα σε τιμητική ευλαβική προσκύνηση, επιβεβαιώνουμε την εκκλησιαστική σωματοποίηση του Χριστού μας και την δική μας συμμετοχή σ᾽ αυτήν διά της ζωντανής πίστης, που αναθάλλει την ορθοπραξία. Ερχόμαστε σε μια αναγωγή και σχέση λατρείας προς τον Θεάνθρωπο Χριστό, σε μια αναγωγή και σχέση ευλάβειας προς την Παναγία και τους Αγίους. Βλέπουμε, νιώθουμε, ακουμβούμε αυτό που κατόρθωσαν οι Άγιοι, την κοινωνία με τον Θεό. Αυτό που μας παρέχεται άμεσα με την συμμετοχή μας στο μυστήριο της Εκκλησίας, με τη μετάνοια και τον συνολικό τρόπο της ατομικής και συνολικής ζωής μας, με την πρόσληψη της θείας χάριτος δι᾽ όλων των ιερών μυστηριακών αγιασμών της ζωής μας (ι. Μυστήρια) και προπαντός με την θεία Κοινωνία.
Οι ιερές εικόνες δεν είναι πίνακες ζωγραφικής για εικαστική συγκίνηση. Είναι “σύμβολα” που συμβάλλουν, συμβοηθούν την εκκλησιοποίηση και την χριστοποίησή μας.
ΆΛΛΩΣΤΕ, η δημιουργημένη ανθρώπινη ύπαρξή μας υφίσταται σε αναφορά εικονιστική προς τον Θεό. Είμαστε δημιουργημένοι με πρότυπο την μοναδική “φυσική-θεική εικόνα του Πατρός”, τον Κύριό μας. Σκοπός μας είναι να ομοιάσουμε στο Χριστό, όπως μας φανερώθηκε με την θεική ενανθρώπησή Του. Όχι με μιάν εξωτερική προσομοίωση, αλλά με μιάν άσκηση πίστης, πιστότητας, αγιασμού, εκκλησιασμένοι (ενωμένοι) στο σώμα του Χριστού, δεχόμενοι την έλευση και ζωοποιό ενέργεια-χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Οι θεολογικοί οδηγητές της Εκκλησίας (Απόστολοι, Διδάσκαλοι, Πατέρες) τα έχουν γράψει στην Αγία Γραφή και στην ιερή Παράδοση, αλλά και νεότεροι θεολόγοι τα έχουν αναλύσει, επί 20 αιώνες. «Η πίστη που θεμελιώνει την Εκκλησία και με την οποία αυτή ζει, δεν είναι απλώς μια συγκατάθεση σε μια “διδασκαλία”, αλλά η ζωντανή της σχέση με ορισμένα γεγονότα: (με) τη ζωή, το θάνατο, την ανάσταση και το θρίαμβο του Ιησού Χριστού, την ανάληψή Του στους Ουρανούς, την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος… Η Εκκλησία δεν είναι κάποιο ίδρυμα που διατηρεί ορισμένα αποκαλυμμένα “δόγματα”, γι᾽ αυτό ή για κείνο το γεγονός του παρελθόντος, αλλά είναι η ίδια η εμφάνεια αυτών των γεγονότων» (βλ. π. Αλ.. Σμέμαν, Η αποστολή της Εκκλησίας…, σ. 165).
Η Εκκλησία ζει ενωμένη με το Χριστό, βιώνοντας την επίγεια παρουσία Του, την σωτηρία μας. Αυτό συντελείται, επειδή ευδοκεί η Αγία Τριάς. Μας το χαρίζει το Άγιο Πνεύμα, που μας ενώνει όλους με το Χριστό ενθαδικά και αιωνικά (τα μέλη της εκκλησίας με την κεφαλή του εκκλησιαστικού σώματος). Εξαρχής και μέχρι την εποχή μας και μέχρι τη Β΄ παρουσία, υπήρξαν και θα υπάρχουν Άγιοι που βίωσαν με μιάν άγια Πνευματική αληθινή αίσθηση το μυστήριο της σωτηρίας. Έβλεπαν και ζούσαν τον Χριστό εν αισθήσει, χάρη στο Άγιο Πνεύμα. Όλοι εμείς ως μέλη της Εκκλησίας δεχόμαστε πραγματικά την αληθινότητα μετοχής της Χριστοπαρουσίας και της Χριστοσωτηρίας, διαρκώς και ειδικά σε κάθε θεία Λειτουργία και άγια ιερουργία.
ΔΥΣΤΥΧΩΣ, μετά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.), πάλι κινήθηκαν διωγμοί ενάντια στην ορθόδοξη ευλάβεια. Μέχρι που το 842, μετά τον θάνατο του τελευταίου εικονομάχου αυτοκράτορα Θεόφιλου, ανέλαβε την τοποτηρητεία του θρόνου η σύζυγός του Αυγούστα Θεοδώρα, μητέρα του ανήλικου υιού της και διαδόχου Μιχαήλ. Ενήργησε αποφασιστικά για την οριστική εκκλησιαστική-συνοδική κατοχύρωση της προσκύνησης των ιερών εικόνων, δηλαδή για τον θρίαμβο της παραδοσιακής ορθόδοξης ευλάβειας.
Η αγία Θεοδώρα (με την πίστη και την συγκεκριμένη προπαντός άγια δράση της και με τις ταπεινωτικές κατοπινές της ακραίες ταλαιπωρίες της άγιας υπομονής της) αγίασε, βίωσε την ασκητική θεοδρομία της τέλειας επιποθήσεως του Χριστού. Έγινε άλλο ένα διά βίου εικόνισμα του Χριστού. Κι όταν απεβίωσε, το σώμα της έμεινε άφθαρτο, το δε άγιο λείψανό της αργότερα κατέληξε στην Κέρκυρα, στο Ναό της Παναγίας, άλλο ένα ολοφάνερο σύμβολο και πρόμαχος της Ορθοδοξίας στα Ιόνια νησιά.
Την Κυριακή της Ορθοδοξίας εορτάζουμε την οριστική αναστήλωση των εικόνων (όπως και τις θεολογικές διακηρύξεις από τις μεταγενέστερες άγιες 8η και 9η Συνόδους, επί Μεγάλου Φωτίου και αγίου Γρηγορίου του Παλαμά). Εορτάζουμε τον Ορθόδοξο πολιτισμό, την έμπνευση και την κατοχύρωση αυτού του πολιτισμού διά της εμπειρικής-νηπτικής-θεομεθεκτικής αγιωσύνης. Μιάς αγιωσύνης που δεν είναι ατομικό κατόρθωμα, ένα άθλημα ή ένα επίτευγμα επιβραβεύσιμο π.χ. από την Unesco, αλλά είναι μετοχή στο εκκλησιαστικό γεγονός και μυστήριο της Χριστο-σωτηρίας.
Η ΕΠΟΧΗ μας διαθέτει ραγδαίες εξελικτικές προοπτικές, της λεγόμενης 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης. Ξανοίγεται σε αφάνταστα απρόβλεπτους σχεδιασμούς όχι μόνο με τις χρήσεις, αλλά και τις πιθανές μεταχρήσεις ή και τις αναπότρεπτες ολιγαρχικές καταχρήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, βιοτεχνολογίας και τόσες άλλες διαχειρίσεις. Αυτόν τον καιρό, σε διαβουλεύσεις ανώτερου επιπέδου επί ζητημάτων οροθετημένης διαχείρισης της τεχνητής νοημοσύνης, τέθηκαν κάποια κοινώς παραδεκτά όρια διεθνούς περιτείχισης και διασφάλισης του ανθρώπινου κόσμου, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει μελλοντικές υπερβάσεις και ανατροπές. Διαχειρίσεις τεχνητής “διεύρυνσης” του κτιστού μας κόσμου, απόπειρες και πρακτικές υπέρβασης των ορίων μας, σε μιάν ανακύκληση κτιστότητας τελικά, σε μιάν αυτοπαγίδευση εντυπωσιακά εκρηκτική.
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας μας προσφέρει το “κλειδί” μιάς ορθόδοξης θεολογικής κι ανθρωπολογικής θέασης, νηφάλιας χρήσης και σωστής διαχείρισης όλου του κόσμου και προπαντός του ανθρωπινού μας κόσμου: την “κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν Θεού” αμετάθετη υπαρκτική μας πλαστούργηση, θεανθρωπική σωτηρία και χριστολογική ομοιωτική εκκλησιαστικότητα. Μας το ξαναθυμίζει η αναστήλωση των ιερών εικόνων.
«…Ο Θεός είπε: “Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ᾽ εικόνα ημετέραν και καθ᾽ ομοίωσιν” (Γεν. 1:26). Η “εικόνα” λοιπόν σε μας ζει ήδη από τη γέννησή μας. Τι σημαίνει όμως “καθ᾽ ομοίωσιν”; Το “καθ᾽ ομοίωσιν” είναι ο δικός μας στόχος. Και ποιού είδους “ομοίωση”; Μερική ή βαθειά ομοίωση, μεγάλη και αιώνια; Βεβαίως, το δεύτερο είναι σωστό. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει ενωμένος μαζί Του. Το περιεχόμενο της έννοιας αυτής, “καθ᾽ ομοίωσιν”, είναι ακριβώς το θέμα της έσχατης και σπουδαίας θεολογίας που έχασαν οι άνθρωποι. Πως ζει στον κόσμο η εκπληρωμένη εικόνα του Θεού; Πως αντιδρά αυτή η κατ᾽ εικόνα της Υποστάσεως του σαρκωθέντος Υιού του Θεού υπόσταση; Που διαμένει ο νούς του ανθρώπου αυτού ημέρα και νύκτα, ενώ κάνει οτιδήποτε;
Πως θα αποκτήσουμε και πως θα γνωρίσουμε το περιεχόμενο αυτής της ομοιώσεως προς τον Θεό; Καθώς γινόμαστε όμοιοι με τον Θεό μέχρι ταυτότητος, δεχόμαστε την αιώνια ζωή εν Αυτώ. Η αιώνια εν τω Θεώ ζωή είναι ο Ίδιος ο Θεός (βλ. Ιωάν. 14:6). Η ζωή Του γίνεται ζωή μας…», όπως ευστόχως αποφαίνεται ο άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ (Οικοδομώντας τον Ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας, τ. Β΄, σ. 305).
Ποιος είναι ο ουσιαστικός ρόλος της Εκκλησίας; Η Εκκλησία, ειρηνεύουσα εαυτήν και τον κόσμο, πορεύεται την οδό του θεόγραφου ιστορικού της χρέους, κρατούσα αναστηλωμένη στις συνειδήσεις των πιστών την άχραντη εικόνα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Δεν αγωνιά για την εσχατολογική φορά της ιστορίας, αλλά περιπτύσσεται τον κόσμο “στεναγμοίς αλαλήτοις”, με ιδρώτα “ωσεί θρόμβους αίματος”.
Προσεύχεται. Και λιτανεύει την εικόνα του έργου της κοσμοσωτηρίου θείας Του οικονομίας.
Είναι μια λιτανεία δεητική προς τον Χριστό “υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας” και συνάμα κλητική προς τον κόσμο, με τα βαρυσήμαντα αποστολο–προφητικά λόγια της Αποκαλύψεως Ιησού Χριστού, λόγια κρίσιμα και φοβερά, γεμάτα εσχατολογική σιγουριά και υπομονή: “Ο καιρός εγγύς εστιν. Ο αδικών αδικησάτω έτι, και ο ρυπαρός ρυπαρευθήτω έτι, και ο δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω έτι, και ο άγιος αγιασθήτω έτι. Ιδού έρχομαι ταχύ, και ο μισθός μου μετ’ εμού, αποδούναι εκάστω ως το έργον έσται αυτού. Εγώ το Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος, αρχή και τέλος… Ναί, έρχου, Κύριε Ιησού” (Αποκ. 22:11–13, 20).
† Ο Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

