Το τροπάριο της Κασσιανής

Αρθρογραφία /

Γράφει ο Χρήστος Ίντος

Η μυσταγωγία των κατανυκτικών ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας περιλαμβάνει πλήθος ύμνων που γνώρισμά τους είναι η μοναδικότητα σε έμπνευση, ποιητική σύνθεση, λεξιλογικό πλούτο και βυζαντινό μέλος. Είναι θεόπνευστα δημιουργήματα άριστων χειριστών του λόγου αλλά και της βυζαντινής μουσικής, έργα με τα οποία θέλησαν, και το πέτυχαν, να περιγράψουν το Θείο Δράμα, να μιλήσουν στις ανθρώπινες καρδιές. Να οδηγήσουν τους πιστούς σε ουσιαστική συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες και στο πνεύμα των ημερών.

Ένας από τους ύμνους αυτούς είναι το γνωστό τροπάριο της Κασσιανής, που το ακούμε στο τέλος της βραδινής ακολουθίας της Μεγάλης Τρίτης. Πλήθος ιεροψαλτών και χορωδιών στο διάβα των αιώνων ως και σήμερα επιχείρησαν και επιχειρούν να τον αποδώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Η Κασσιανή ήταν ευλαβής χριστιανή των βυζαντινών χρόνων καταγόμενη από αρχοντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, λογία, ηγουμένη μονής στην περιοχή της Βασιλεύουσας και πολύ σπουδαία υμνογράφος. Τις αποδίδονται πολλές ποιητικές και υμνογραφικές συνθέσεις χωρίς αυτό να έχει γίνει ως σήμερα με ακρίβεια.

Η αμαρτωλή νίπτει τα πόδια του Κυρίου

Για τον ύμνο που προαναφέρθηκε και είναι γνωστός ως “τροπάριο της Κασσιανής” έχουν γραφεί πολλά. Ιστορίες, που ως ανθρώπινες συγκίνησαν και συγκινούν πιστούς και μη. Την πρώτη περί αυτού πληροφορία μας την παρέχει ο βυζαντινός χρονογράφος Συμεών Μάγιστρος (990). Σύμφωνα με αυτήν για την καλύτερη επιλογή της συντρόφου και βασίλισσας του αυτοκράτορα Θεόφιλου η μητέρα του Ευφροσύνη το 830, διοργάνωσε σύναξη με όμορφες κοπέλες της επικράτειας.

Όταν ο βασιλιάς περιήλθε και τις είδε με σκοπό να δώσει χρυσό μήλο στην επιλογή του, στάθηκε μπροστά στην Κασσιανή, την ομορφότερη. Θέλησε να διαπιστώσει, αν η ομορφιά συμβαδίζει με την ανάλογη εξυπνάδα, της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» («Από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα»), υπονοώντας την Εύα. Η Κασσιανή δεν ξαφνιάστηκε. Απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» («Και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα»), υπονοώντας την Παναγία, που έφερε στον κόσμο το μεγαλύτερο και καλύτερο δώρο, τον Χριστό, και δια αυτού σώθηκε το ανθρώπινο γένος.

Η απάντηση προβλημάτισε τον Αυτοκράτορα. Άλλη ήταν η επιλογή του. Η Κασσιανή αποτραβήχτηκε από τον κόσμο και μόνασε αφιερώνοντας τον εαυτό της στη λατρεία του Θεού. Έχοντας το χάρισμα της ποιητικής σύνθεσης και υμνογραφίας επιδόθηκε στην καλλιέργεια αυτού του ταλάντου παράλληλα με τα μοναστικά της καθήκοντα. Της αποδίδεται η φράση : «Επειδή δεν έγινα βασίλισσα του πρόσκαιρου τούτου κόσμου, θα γίνω υπήκοος της αιώνιας Βασιλείας του Χριστού».

Το ιδιόμελο «Τροπάριο της Κασσιανής» η Ορθόδοξη Εκκλησία το καθιέρωσε ως Δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης (βράδυ Μεγάλης Τρίτης)

Πολύς λόγος έχει γίνει για να απαντηθεί το ερώτημα “σε ποια αμαρτωλή αναφέρεται με τον ύμνο της η Κασσιανή; Οι απόψεις συγκλίνουν πως αναφέρεται στην αμαρτωλή γυναίκα που την έσωσε ο Χριστός από τον λιθοβολισμό των Φαρισαίων λέγοντας τον γνωστό λόγο: “Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν». Εκείνη η γυναίκα αργότερα με συντριβή και ταπείνωση αγόρασε αρώματα και με δάκρυα στα μάτια εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της πλένοντας τα πόδια του Χριστού με το άρωμα. Στο τέλος τα σφούγγισε με τα ξέπλεγα μαλλιά της.

Το γεγονός περιγράφουν οι Ευαγγελιστές Λουκάς (ζ. 37-38), Ματθαίος ( κστ΄ 6-7) και Μάρκος (ιδ΄ 3). Παραθέτουμε το χωρίο του Λουκά: «Και ιδού γυνή εν τη πόλει ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω».

Η υμνωδός Κασσιανή αυτό το γεγονός το απέδωσε ποιητικά θέλοντας ίσως να εκφράσει και τον δικό της ψυχικό κόσμο. Και να ο ύμνος της όπως τον έγραφε η ίδια και τον μετέφρασε ο πολύς Φώτης Κόντογλου.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΠΗΓΕΣ: Ορθόδοξος Συναξαριστής

Περισσότερα

Ιστορία εθνικών ατιμώσεων

Μοριάς, καλοκαίρι του 1825. Ο αιμοσταγής Αιγύπτιος Ιμπραήμ πασάς με τους «παλιαραπάδες» του, όπως αποκαλούσαν οι δυστυχείς Έλληνες το ασκέρι […]

Δείτε ακόμα