Ο Πολυανής και Βαρδάρων Θεόκλητος Πολυειδής (ιερωμένος, εκπαιδευτικός, λόγιος, εθνικός εργάτης)

Αρθρογραφία /

Του Χρήστου Ίντου

Μια από τις προσωπικότητες που ποίμαναν την επισκοπή Πολυανής, σήμερα Πολυανής και Κιλκισίου, ήταν ο Θεόκλητος Πολυειδής ή Πολυείδης. Ήταν από τους πλέον πολυμαθείς και γλωσσομαθείς κληρικούς της εποχής του, 18ος αιώνας, και από τους προδρόμους για την αφύπνιση και την εξέγερση των υποδούλων Ελλήνων κατά της οθωμανικής κυριαρχίας.

Πέρα των ιερατικών του καθηκόντων εργάστηκε ως εκπαιδευτικός και συνέγραψε διάφορα έργα. Κατατάσσεται μεταξύ των λογίων της εποχής του, γιαυτό και είναι συχνές οι αναφορές στην παρουσία και το έργο του στην ιστορία αλλά και στην λογοτεχνία.

Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη στα τέλη του 1Ζ΄ αιώνα και όταν ενηλικιώθηκε
μόνασε στο Άγιον Όρος, στη Μονή των Ιβήρων. Η συμβολή του Αγίου Όρους στην ελληνική παιδεία και στην λογιοσύνη, γενικά και στην περίπτωσή του, ήταν τεράστια, σημειώνουν οι μελετητές και ιδιαίτερα ο πλέον αρμόδιος, ο Κ. Θ. Δημαράς: “… Πουθενά αλλού δεν ακούστηκε, επί αιώνες, πιο καθαρά η ελληνική πολυφωνία, από όσο έγινε αισθητή στους χώρους της Μοναστικής Πολιτείας…. Αθωνίτες ήταν δύο κληρικοί, των οποίων η συμβολή στην εξέλιξη της εθνικής ιστορίας ήταν καταξιωμένη, ο Θεόκλητος Πολυείδης και ο Κοσμάς ο Αιτωλός…”(Κ. Θ. Δημαράς, Πνευματικός βίος στον τόμο Μακεδονία, 1982, σ. 394) .

Το 1713 χειροτονήθηκε διάκονος, το 1719 ιερέας. Μετά από πρόσκληση της Ελληνικής Κοινότητας Τοκάια Ουγγαρίας μετέβη και οργάνωσε την εκεί Ορθόδοξη Εκκλησία. Την υπηρέτησε ως το 1724 και επέστρεψε στη Μακεδονία. Το επόμενο έτος προήχθη σε Αρχιμανδρίτη και στη συνέχεια σε Επίσκοπο Πολυανής και Βαρδάρων με έδρα την Δοϊράνη. {Η Επισκοπή Πολυανής, μετέπειτα Μητρόπολη, υφίσταται και σήμερα. Έχει εκλείψει το Βαρδάρων, που στη συνέχεια έγινε Βαρδαριωτών και διατηρήθηκε ως πριν από λίγες δεκαετίες. Η περίπτωση των Βαρδαριωτών για την ιστορία του τόπου μας είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά όχι του παρόντος}.

Ο Θεόκλητος το 1731 περιόδευσε στην Γερμανία και την Ρωσία. Για κάποιο χρονικό διάστημα παρέμεινε στην Πετρούπολη και επέστρεψε στη Γερμανία. Το 1736 επανήλθε στην Μακεδονία για να μετακομίσει το 1741 στις πόλεις της Σαξονίας Δρέσδη και Λειψία όπου μελέτησε στις εκεί σπουδαίες και πλούσιες βιβλιοθήκες.

Στη Ληψεία με πρόσκληση και βοήθεια της ελληνικής κοινότητας ίδρυσε μικρό ναό αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα και τιμάται στο όνομα του Αγίου Γεωργίου. Δεν γνωρίζουμε, εμείς τουλάχιστον, τι έγινε κατά τον χρόνο απουσίας του με την Επισκοπή του. Αναφέρεται η παρουσία του και στην Μινόρκα, όπου μεταξύ των ετών 1749 – 1752 ιδρύθηκε και λειτούργησε ο πρώτος Ορθόδοξος ναών της ελληνικής παροικίας στην οποία υποστηρίζεται πως ο Πολυειδή εργάστηκε ως ιερωμένος και δάσκαλος (Ι. Ε. Ε., τ. ΙΑ΄, ς. 240).

Ήταν άριστος γνώστης της ελληνικής γραμματείας, της λατινικής, της ιταλικής και της γερμανικής γλώσσας. Εξέδωσε στην λατινική έργο σχετικό με τα δόγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, συνέγραψε Ιστορία της Ελληνικής Εκκλησίας και μετέφρασε από την ιταλική, στην οποία παλαιότερα είχαν μεταφρασθεί, τους περίφημους χρησμούς του “Αγαθαγγέλου”.

Στην προεισαγωγή του έργου πληροφορεί τους αναγνώστες πως οι χρησμοί αυτοί γράφτηκαν στην ελληνική το 1279 στη Μεσσήνη της Σικελίας, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις του Θεού, μεταφράστηκαν στα ιταλικά στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) το 1555 από τον ιερομόναχο Ιάκωβο Παλαιώτη. Το 1751 τις μετέφρασε και τις ερμήνευσε ο ίδιος. Υποστηρίζεται πως οι προφητείες του “Αγαθαγγέλου” ήταν έργο του ιδίου του Θεοκλήτου και πως μεταχειρίσθηκε το ψέμα για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των συγχρόνων του.

Όπως και να έχει το θέμα, γεγονός είναι πως οι προφητείες του “Αγαθαγγέλου” άσκησαν μεγάλη επίδραση στους Έλληνες της εποχής του και εξέθρεψαν στους υπόδουλους ελπίδες για την απελευθέρωση με τη βοήθεια του “ξανθού γένους”, των Ρώσων. Ο Κ. Θ. Δημαράς σημειώνει, πως ο Θεόκλητος Πολυείδης “…. συνέταξε τον “Αγαθάγγελο”, ένα από τα κύρια γραπτά της ελληνικής χρησμολογίας στα χρόνια της τουρκοκρατίας, κείμενο που ως τις ημέρες μας εξακολουθεί να ενεργεί πάνω στην νεοελληνική συνείδηση …”.

Ο Αθ. Ε. Καραθανάσης υπογραμμίζει, πως “… πρόκειται για αποκαλυπτικό έργο που κατέστη πολύ δημοφιλές ανάμεσα στους λαούς, αφού με τις προφητείες του γέμιζε τις ψυχές των υποδούλων για ανασύσταση της ελληνικής αυτοκρατορίας με τη βοήθεια του “ξανθού γένους”. Ήταν λοιπόν πολύ φυσικό να επιβιώσει στη συνείδηση των Ελλήνων ως τα χρόνια του Αγώνος …”.

Άλλος μελετητής, ο Κ. Α. Βακαλόπουλος, επισημαίνει πως οι προσδοκίες των σκλαβωμένων στα Βαλκάνια επαυξήθηκαν με στραμμένο το βλέμμα προς τη Ρωσία, όταν ανήλθε στον θρόνο η Αικατερίνη η Β΄(1762-1796). Τότε καθοριστική ήταν η παρουσία του Θεόκλητου Πολυείδη, ο οποίος περιόδευσε στην Ρωσία, την Σουηδία και τη Γερμανία, ενημέρωσε τους λαούς αυτούς για το ελληνικό ζήτημα και εκπόνησε τους χρησμούς του Αγαθαγγέλου, που γνώρισαν μεγάλη διάδοση.

Και ο Κιλκισιώτης ακαδημαϊκός δάσκαλος Παναγιώτης Μουλάς έγραψε σχετικά: “… Σε ποσοστό που η πίστη στο “ξανθόν γένος” υποδαυλισμένη από τη δραστήρια ρωσική προπαγάνδα, αποτελεί για τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα την κυριότερη ενσάρκωση των απελευθερωτικών τους ονείρων. Η επιτυχία του “Αγαθαγγέλου” δεν είναι ασφαλώς ανεξήγητη: Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα έργο που συνοψίζει την πλούσια χρησμολογία της εποχής και που προσφέρει μια φανταστική εκπλήρωση σε ό,τι είναι πραγματική επιθυμία…”, (ΙΕΕ, τ. ΙΑ, σ. 304).

Μέσα στην ίδια λογική, για την αφύπνιση του Γένους, υποστηρίχθηκε πως φυλλάδια με τις προφητείες του “Αγαθαγγέλου” κυκλοφόρησε και διένειμε και ο Ρήγας Φεραίος με έκδοση του στη Βιέννη. Με το θέμα ασχολήθηκαν πολλοί και ιδιαίτερα ο Δημ. Καμπερόπουλος που δίνει απαντήσεις σε σχετικό του έργο. Ο “Αγαθάγγελος” εκδόθηκε πάρα πολλές φορές στο εξωτερικό, στην υπόδουλη και την ελεύθερη Ελλάδα.

Εκείνο που έχει σημασία για μας είναι πως ο Θεόκλητος Πολυειδής, πέρα από το έργο και την προσφορά του στην εθνική υπόθεση με τον δικό του τρόπο και στο πνεύμα της εποχής του, υπήρξε Επίσκοπος Πολυανής. Βέβαια πέραν του τίτλου του, δεν έχουμε ικανά στοιχεία για την εδώ δράση και προσφορά του. Με τις ευλογίες, ως φαίνεται του Πατριαρχείου, περιόδευε στην Ευρώπη για να καλλιεργήσει τον Φιλελληνισμό και στους υπόδουλους την ελπίδα για ελευθερία.

ΠΗΓΕΣ:
Α΄ ΕΝΤΥΠΕΣ

– Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Κ., σ. 486.
– Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό “ΗΛΙΟΥ”, τ. 16, σ. 236.
– Αθ. Ε. Καραθανάσης, Ο Ελληνικός κόσμος στα Βαλκάνια και τη Ρωσία, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 317.
– Μακεδονία, 4000 χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού, Εκδοτική Αθηνών, 1982, σ. 394-409.
– Κ. Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Θράκη, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 105.
– Του ιδίου, Νεοελληνική Ιστορία (1204 – 1940), Θεσσαλονίκη 1990, σ. 97.
– Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1975, σ. 120 κ. ε.
– Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΑ΄, σ. 240 και 304, όπου η διαπραγμάτευση της ενότητας “Η λογοτεχνία από την κατάληψη της Κρήτης ως τον Αγώνα (1669-1821), ς. 299-306.

Β΄ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ:
– Βικιπαίδεια
-Προφητεία Αγαθαγγέλου, πλήρες το κείμενο σε μορφή PDF, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
– Ευλογίου Κουρίλα Λαυριώτου, Θεόκλητος ο Πολυειδής, Εν Αθήναις 1935, βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
– Δ. Καραμπερόπουλος, Ήταν τελικά εκδότης του “Αγαθαγγέλου” ο Ρήγας; Αθήνα 2009, ανάτυπο.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα