Γράφει ο/η Δημήτρης Ορφανίδης

Ο Μενέλαος Λουντέμης στην Παιονία

Αρθρογραφία /

Γράφει ο Χρήστος Ίντος

Ένας από τους πολυγραφότατους και πολυδιαβασμένους Έλληνες συγγραφείς των νεότερων χρόνων είναι ο Μενέλαος Λουντέμης. Πολυγραφότατος, γιατί ασχολήθηκε με όλα τα είδη του γραπτού λόγου, διήγημα, μυθιστόρημα, δοκίμιο, ποίημα, ταξιδιωτικά, θεατρικά, παιδικά, μεταφράσεις.

Οι τίτλοι των έργων του πέρασαν στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και ταξίδεψαν στα πέρατα της γης. Μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, έγιναν αντικείμενο μελέτης και αναλύσεων, όπως και η δύσκολη και πολυτάραχη ζωή του. Κι αν ακόμη κάποιος δεν έχει διαβάσει τα πιο γνωστά έργα του όπως, Ένα παιδί μετράει τα άστρα, Αγέλαστη άνοιξη, Οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος, τουλάχιστον τα έχει ακούσει.

Είναι, όπως προαναφέραμε και πολυδιαβασμένος στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τα έργα του έχουν τύχει επαλειμμένων εκδόσεων από πολλούς εκδοτικούς οίκους, δείγμα, πως ο συγγραφέας κατάφερε να μιλήσει στις καρδιές των ανθρώπων και η φήμη του να περνάει από γενιά σε γενιά. Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά το θάνατό του, διαβάζεται, αναγνωρίζεται η προσφορά και το έργο του στα γράμματα και γίνεται αντικείμενο μελέτης από ειδικούς.

Το ονοματεπώνυμο Μενέλαος Λουντέμης είναι ψευδώνυμο του Δημήτριου Βαλασιάδη που γεννήθηκε το 1912 στην Αγία Κυριακή της Γιάλοβας της Μικράς Ασίας. Αναγκάστηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ξεριζωμένος όπως τόσοι άλλοι Έλληνες των Αλησμόνητων Πατρίδων, να έρθει στον ελλαδικό χώρο και να εγκατασταθεί με την οικογένειά του μετά ταλαιπωρίες και περιπέτειες στην περιοχή του Ν. Πέλλας, στον Εξαπλάτανο Αλμωπίας.
Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, δούλεψε από μικρός σε έναν τόπο που προσπαθούσε να ορθοποδήσει.

Ο Μ. Λουντέμης

Δοκιμάστηκε σκληρά. Όλα τα αντιμετώπισε με ψυχραιμία, νηφαλιότητα, μεράκι για ζωή και πρόοδο. Το πέτυχε αγωνιζόμενος και γράφοντας. Σαν μεγάλωσε η ενασχόλησή του με τα κοινά και τα πολιτικά τον έφεραν αντιμέτωπο με καταστάσεις και δεδομένα που δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο την πορεία της ζωής του.

Εξορίστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο χωρίς να εκτελεστεί η ποινή, πήγε στο εξωτερικό, κατηγορήθηκε για προδοσία, στερήθηκε την ελληνική ιθαγένεια, αυτοεξορίστηκε στη Ρουμανία, όπου έζησε ως το 1976 και επέστρεψε στην Πατρίδα. Από το 1940 είχε παντρευτεί και είχε αποκτήσει μια κόρη. Έμεινε έκπληκτος από τη θερμή υποδοχή που του επιφύλαξαν ανώνυμοι Έλληνες. Τον είχαν γνωρίσει από τα έργα του. Του έμελε όμως να ζήσει πολύ λίγο χρόνο πίσω στην Αθήνα, γιατί στις αρχές της επόμενης χρονιάς προδόθηκε από την καρδιά του.
Ο Μ. Λουντέμης, που το ψευδώνυμο του επιθέτου του το παρήγαγε από τον ποταμό Λουδία, όπως λένε, όσοι τον γνώρισαν από κοντά, είναι η περίπτωση αυτοδημιούργητου, αυτοδίδακτου, πολύμοχθου εργάτη των γραμμάτων. Κατόρθωσε μετά την Πέλλα, την Κεντρική Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη να βρεθεί στην Αθήνα, να μπει στους κύκλους των λογοτεχνών και στην εταιρεία τους. Να κάνει φίλους τους ποιητές Άγγελο Σικελιανό, Μιλτιάδη Μαλακάση, Κώστα Βάρναλη και άλλους.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Λουντέμης πέρασε πολλές δυσκολίες στη ζωή του στα παιδικά του χρόνια και μετέπειτα. Την πολύτιμη αυτή εμπειρία την κατάθεσε, την αποτύπωσε στο συγγραφικό του έργο, ιδιαίτερα στο μυθιστορηματικό. Οι ιστορίες που έγραψε δεν ήταν άλλο παρά η ίδια η ζωή του, ιδιαίτερα όσα αναφέρονται στα τέσσερα πρώτα μυθιστορήματά του: Συννεφιάζει, Ένα παιδί μετράει τα άστρα, Αγέλαστη άνοιξη και Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας.

Είναι η γνωστή τετραλογία του Μέλιου. Ο Μέλιος Καρδάς είναι ο κεντρικός ήρωας αυτών των έργων. Ο Μέλιος είναι ο Μενέλαος, ο Κρήφ, όπως αλλιώς τον ονομάζει, δηλαδή ο κουτσός, γιατί έτσι τον φώναζαν στο χωριό, όταν ήταν μικρός, λόγω χωλότητας του ενός ποδιού του.

Στο Συννεφιάζει έχουμε τη ζωή στο χωριό, στον Εξαπλάτανο και τη γύρω περιοχή. Στο ένα παιδί μετράει τα άστρα ο αγώνας για δουλειά, μάθηση και τόσα άλλα δίνεται στην Έδεσσα. Στην Αγέλαστη άνοιξη περιλαμβάνονται οι περιπέτειες και οι δράσεις του σε τόπους της Κεντρικής Μακεδονίας.

Ο ήρωας του έργου δεν είναι τώρα εργάτης, βοσκός, ψάλτης, όπως στα προηγούμενα, αλλά ιδιωτικός δάσκαλος, οικοδιδάσκαλος, όπως ειρωνικά τον χαρακτήρισε συνάδελφός του στο παρακείμενο χωριό. Στο τέταρτο βιβλίο, Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας, ο ήρωας της ιστορίας είναι στη Θεσσαλονίκη, όπου ελπίζει σε κάτι καλύτερο.

Αποκαλυπτήρια πλάκας στο ΔΣ Αξιοχωρίου με αναφορά στην παραμονή στην περιοχή του Μ. Λουντέμη

Για να έρθουμε στο θέμα που μας αφορά θα σταθούμε στην Αγέλαστη άνοιξη. Γράφει η Γιώτα Κοτσαύτη: «… Ο Μέλιος, διωγμένος από όλα τα Γυμνάσια της χώρας, με όλα του τα όνειρα του να έχουν ναυαγήσει, φεύγει από την Έδεσσα δίχως προορισμό. Περιπλανιέται σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας και, όταν στον δρόμο του συναντάει ανθρώπους βασανισμένους, γίνεται ένα μαζί τους, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να τους βοηθήσει. Για ένα μεγάλο διάστημα εργάζεται ως δάσκαλος σ’ ένα χωριό.

Οι περιπέτειές του εκεί, οι δυσκολίες, η ζωή υπό τα άγρυπνα βλέμματα των καχύποπτων και δύσπιστων χωρικών, οι έχθρες, αλλά και οι φιλίες που κάνει, αποτελούν το περιεχόμενο του βιβλίου. Στόχος του η επιστροφή στην Έδεσσα, η συνάντηση με αγαπημένα πρόσωπα. Στόχος που γίνεται τελικά πραγματικότητα, για να του δώσει πίκρες, που θα καθορίσουν την πορεία της ζωής του και το μέλλον του. Γεγονότα που θα τον οδηγήσουν ξανά σε δρόμους άγνωστους, αβέβαιους και εχθρικούς…».

Τα γεγονότα στο συγκεκριμένο έργο, πραγματικά ή φανταστικά, διαδραματίζονται στην περιοχή της σημερινής Παιονίας από τη Γουμένισσα ίσαμε τη λίμνη Αματόβου και τα γύρω χωριά της. Το έργο είναι μυθιστόρημα και όχι ιστορία. Μέσα όμως από την αφήγηση και την πλοκή του διαφαίνονται ξεκάθαρα ο χώρος και ο χρόνος των γεγονότων. Και για όποιον ξέρει ή μελετά τα βιογραφικά του συγγραφέα διαπιστώνει πως ο κεντρικός ήρωας είναι ο ίδιος. Βέβαια τα μυθοπλαστικά στοιχεία είναι απαραίτητα σε ένα τέτοιο έργο.

Οι άνθρωποι που ο Μέλιος συναντάει στο δρόμο του, μετά την φυγή του από την Έδεσσα είναι: ο Πυθαγόρας, η Κρινοδάχτυλη, η Αγγελοκάμωτη, ο Στρατής, η Ξακουστή, ο Παρμενίων, ο Παναγιώταρος, ο Περήφανος, ο Μητρο-Κεχαγιάς και οι κεχαγιάδες του χωριού που δούλεψε δάσκαλος, η Αλάφω, η «Σκουφούλα», ο «Καημέναγας», οι μικροί μαθητές, ο δάσκαλος του διπλανού χωριού, ο καπετάν Γκόνος από τη Γουμένισσα του οποίου τα άτι, τον Βάρδα, το αγοράσει και σαν Αϊ – Γιώργης έτρεχε καβαλάρης στους κάμπους. Τέλος αναφέρονται και οι «δασκαλοδάσκαλοι» που τον αξιολόγησαν μετά από καταγγελία. Πρόκειται για τους Μίλτο Κουντουρά και Αλέξανδρο Δελμούζο, γνωστά ονόματα της ιστορίας της ελληνικής εκπαίδευσης. Βέβαια δεν λείπουν ήρωες των προηγούμενων έργων του. Όπως η Αγράμπελη, ο πρώτος του έρωτας από τα μαθητικά θρανία.

Η Αγέλαστη Άνοιξη είναι η ιστορία ενός ιδιωτικού δασκάλου των αρχών της δεκαετίας του 1930 σε ένα χωριό της Παιονίας που του δίνει το όνομα Αξιοκώμη. Μια χωρική του είπε πως ονομάζεται Ξεχασμένη, γιατί το έχουν ξεχάσει όλοι. Το θυμούνται στις εκλογές. Είναι δίπλα στην λίμνη Αματόβου (Άσπρου) που τότε η Εταιρεία Φουντέσιον είχε αναλάβει το έργο της αποξήρανσής της. Περνούν τα ονόματα αυτά στο έργο, όπως και ο εγγλέζος γιατρός της εταιρείας που θα φανεί χρήσιμος σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης. Στα γύρω χωριά ο συγγραφέας δίνει δικά του ονόματα, Βοϊλαριό, Παλούκι ή Ευρυάλιον, Αξιοχώρα με μεγάλο ζωοπάζαρο, ενώ σε άλλα κρατά το πραγματικό Γουμένισσα, Γοργόπη, Αξιούπολη.

Το ακροατήριο στην εκδήλωση του Αξιοχωρίου (10-06-2018)

Γνωρίζει καλά τα χωριά, όπως και τους ανθρώπους, τους παλιούς μα και τους νέους κατοίκους της εποχής εκείνης που ήρθαν ξεριζωμένοι, πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όπως ήταν και ο ίδιος. Πιο καλά γνώρισε τους κεχαγιάδες και του τσέλιγκες που ανάλαβε να μάθει γράμματα στα παιδιά τους επί μισθώσει, τρία χιλιάρικα για τρεις μήνες, τόσο ήθελαν οι γονείς να είναι η σχολική περίοδος. Τον άλλο καιρό τα παιδιά ήταν βοηθοί στα κοπάδια.

Κατόρθωσε να τους πείσει πως δεν είναι «σαλτανάτι», πολυτέλεια, στο σχολείο ο χάρτης, η σημαία, η πινακίδα με την επωνυμία, η υδρόγειος σφαίρα, τα μολύβια, τα χαρτιά και άλλα βασικά για τη λειτουργία του. Το βιβλίο είναι ένας ύμνος στον καλό και σωστό δάσκαλο, στον δίκαιο άνθρωπο, στον αγωνιστή που προσπαθεί για το καλό μικρών και μεγάλων, άσχετα από την καταγωγή και τον τόπο διαμονής.

Από όλη τη μεστή και γλαφυρή αναφορά στην περιοχή μας, όσον αφορά τον τόπο ξεχωρίζουν δύο περιγραφές: Της Αξιοκώμης και της Γουμένισσας. Για την πρώτη γράφει: «Το χωριουδάκι είναι μικρό, χαμηλό, ξεκομμένο.
Κουρνιάζει στην πισινή πλαγιά του λόφου. Έτσι ούτε που το υποψιάζεσαι από τη δημοσιά. Είναι ένας λόφος, ένα νησί. Γύρω – τριγύρω του κόψανε ρεματιές, ανοίξανε κανάλια, και τραβούν τα νερά κατά τη θάλασσα.

Αυτή τη δουλειά εκείνοι που την κάνανε τη λένε «αποχέτευση», πιο καθαρά «αποχετευτικά έργα»……. Στα παλιά τα χρόνια, λέει, εδώ ήταν ρουμάνι. Κάθε νύχτα κλέανε τα τσακάλια. Μα αργότερα πλάκωσε η προσφυγιά, έσπειραν τον κάμπο χωριά. Το χώμα ήταν φρυμένο, λίγο ….. δεν έθρεφε τίποτα. Να γιατί σπάσανε τη λίμνη. …. Κακορίζικη ήταν και εδώ η ζωή. Βαρεμένη, χτικιάρικη όπως δα σε όλα τα χωριά του κάμπου. Τα δέντρα αραιά. Αραιότερα κι απ΄ τα καράβια. Απανεμιά. Δε φυσούσε καθόλου. Ή φυσούσε πολύ δυνατά …..» .

Και στον αντίποδα, στη δυτικά πλευρά της Παιονίας μας μεταφέρει ψάχνοντας ο δάσκαλος να αγοράσει καλό άλογο. «….Η πλατειούλα ήταν ισκιερή, κουρνιασμένη κάτω απ’ το Πάικο, όλη μια μοσκοβολιά. Καρπερός τόπος, ολοπράσινα περιβόλια, γεμάτα μουριές, μηλιές, ροδακινιές….Δρόμοι πολλοί σ’ έβγαζαν από την πόλη κι’ άλλοι σ’ έφερναν στην πόλη, όπου κορίτσια τραγουδούσαν μες στα κουκουλάδικα. Οι καφενέδες έβραζαν απ’ τους χωριάτες που έπιναν ρακί κι έπαιζαν με άχτι τάβλι. Δέντρα πολύκλαδα ίσκιωναν την πλατεία, μα και χωρίς αυτά η πλατεία θα ήταν όμορφη. Όλο μπακάλικα, καφενεδάκια, μανιφατούρες και μπαρμπεριά και δίπλα τα κουκουλάδικα με τα κορίτσια….» .

Πως πίσω από το μυθιστόρημα κρύβονταν πραγματική ιστορία, η ιστορία ενός δασκάλου που υπηρέτησε στην περιοχή μας, επιβεβαιώθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Ήμασταν υποψιασμένοι από παλιά, όταν πρωτοδιαβάσαμε το βιβλίο. Η ευκαιρία να τον γνωρίσουμε δόθηκε πολύ αργότερα.

Ο Λουντέμης ως ιδιωτικός δάσκαλος εργάστηκε σε οικισμούς του νομού Κιλκίς, ιδιαίτερα του σημερινού Δήμου Παιονίας και σε τσιφλίκια. Σε αυτούς τους οικισμούς ζούσε μικρός αριθμός οικογενειών τα παιδιά των οποίων δεν μπορούσαν να φοιτήσουν στα δημόσια σχολεία των μεγάλων οικισμών έστω και σε εκείνους που λειτουργούσε μονοθέσιο σχολείο. Οι οικογένειες των κτηνοτρόφων ήταν αναγκασμένες να μετακινούνται ανάλογα με την εποχή του έτους. Να κατεβαίνουν στα χειμαδιά και να ανεβαίνουν στα δροσερά βουνά τα καλοκαίρια.

Ένας από τους οικισμούς που εργάστηκε ήταν το Συρράκο του δήμου Παιονίας. Ακολουθούσε τις μετακινούμενες οικογένειες, έμεινε μαζί τους στα αυτοσχέδια τσαντίρια, ένα από αυτά χρησιμοποιούνταν για σχολείο, ανέβαινε μαζί τους στις πλαγιές του Πάικου, κατέβαινε στους κάμπους της κοιλάδας του Αξιού.

Τα σχετικά με το δασκαλίκι του Λουντέμη στο Συρράκο γύρω στο 1930, τους μαθητές του, το σχολείο του, τους κατοίκους του οικισμού και τις συνθήκες της εργασία εκεί μας τα παρέθεσε στην εργασία του για το Σχολείο του Συρράκου ο συνάδελφος Αναστάσιος Τζουμέρκας, εργασία που συμπεριλήφθηκε στο συλλογικό έργο «Τα σχολεία μας από την ίδρυσή τους ως το 2000» των Εκπαιδευτικών της 3ης Περιφέρειας Σχολικού Συμβούλου ΠΕ Ν. Κιλκίς που επιμεληθήκαμε και εκδόθηκε το 2004 από τη Νομαρχία Κιλκίς.

Σημειώνει ο συνάδελφος: «Ο Μ. Λουντέμης ακολουθώντας τη μικρή αυτή κοινωνία στις μετακινήσεις της δίδαξε στα παιδιά τους κάτω από τα άστρα και μετρώντας τα έφτασε στη διαπίστωση πως τίποτε δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στο φωτισμένο μυαλό ενός μικρού Μέλιου και να επιβάλλει το «ή παπάς παπάς, ή ζευγάς, ζευγάς» και για να ο παραλλάξουμε τον λόγο αυτόν «ή δάσκαλος ή κεχαγιάς», ο καθένας στο είδος του.

Για τις συνθήκες εργασίες του δασκάλου μας παρέθεσε ο συνάδελφος μαρτυρία επιζόντος την εποχή της καταγραφής της εργασίας κατοίκου του οικισμού: « … Δύο παλούκια καρφώναμε στη γη και βάζαμε το τετράδιο ή σκύβαμε καταγής και γράφαμε. Κάτω από τις μεγάλες οξιές και στο παχύ τους ίσκιο ή μέσα στην ξύλινη καλύβα του οικισμού μάθαμε τα πρώτα μας γράμματα …».

Θα μπορούσε να αναφέρει πολλά κανείς κάνοντας ανάλυση του έργου με το οποίο ασχοληθήκαμε. Στην προκειμένη περίπτωση ο στόχος ήταν να γίνει γνωστό, πως ο Μενέλαος Λουντέμης όχι μόνο έκανε τον δάσκαλο σε οικισμούς της Παιονίας, αλλά και το πολυδιαβασμένο έργο του «Αγέλαστη Άνοιξη» γεννήθηκε στο μυαλό του από την παραμονή και περιπετειώδη εργασία του εδώ, στα μέρη μας.

Περισσότερα άρθρα