Φεβρουάριος 1821 – Η Ελληνική επανάσταση στη Μολδοβλαχία υπό τον Α.Υψηλάντη

Αρθρογραφία /

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Γράφει ο Χρήστος Π. Ίντος


Μετά την κήρυξη της Επανάστασης από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις 24 Φεβρουαρίου 1821 στο Ιάσιο της Μολδαβίας και την έκδοση της ιστορικής του προκήρυξης, πρώτο του μέλημα ήταν η συγκρότηση οργανωμένου και μάχιμου στρατού. Αυτό προσπάθησε στο Ιάσιο με τους αδελφούς και τους συνεργάτες του αντιμετωπίζοντας και λύνοντας δυσκολίες και εμπόδια. Η αρχική δύναμη ήταν 2.000 άνδρες, Έλληνες από την περιοχή και τις παραδουνάβιες χώρες. Ανάμεσα τους είχαν καταταχτεί Σέρβοι, Βούλγαροι, Μαυροβούνιοι και λίγοι Μολδαβοί. Η αναμονή να ξεσηκωθούν παράλληλα οι Σέρβοι δεν έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Ωστόσο ο όρκος των αγωνιστών, η σημαία και τα όπλα τους ευλογήθηκαν στις 26 Φεβρουαρίου 1821 από τον Μητροπολίτη Ιασίου Βενιαμίν στον ναό των Τριών Ιεραρχών.

Μετά παραμονή τεσσάρων ημερών στο Ιάσιο με τη δύναμη που διέθετε ξεκίνησε την 1η Μαρτίου προς την Βλαχία. Στο Φώξανι συγκρότησε τον Ιερό Λόχο που τον πλαισίωσαν εθελοντές από τις ελληνικές παροικίες και σπουδαστές του Ελληνικού Σχολείου της Οδησσού. Οργάνωσε άτακτο ιππικό και στο διπλωματικό επίπεδο έστειλε αποστολή προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις γνωστοποιώντας τα σχέδια της δράσης του. Ήρθε σε συνεννόηση με τον Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου (1780-1821), Ρουμάνο επαναστάτη, ο οποίος με τους Έλληνες Γιωργάκη Ολύμπιο και Ιωάννη Φαρμάκη κατέστρωσε σχέδιο επανάστασης στα πλαίσια της Φιλικής Εταιρίας. Ήταν οι πρώτοι επαναστάτες στη Βλαχία. Με δύναμη 3.000 ανδρών και άλλων τόσων ατάκτων προχώρησαν προς το Βουκουρέστι.

Δεκατέσσερις ημέρες μετά ο Υψηλάντης πέρασε στη Βλαχία. Νωρίτερα έφθασε στη Ρουμανική πρωτεύουσα ο Βλαδιμηρέσκου. Κυριάρχησε στην πόλη και την περιοχή. Πληροφορήθηκε την άφιξη του Υψηλάντη στην ίδια πόλη και φοβούμενος αποτυχία του κινήματος δεν ακολούθησε από τα σχέδια της Φιλικής. Ενημέρωσε τις τουρκικές φρουρές για τους επαναστάτες του Υψηλάντη. Πολλοί πολεμιστές του, κυρίως Έλληνες, μεταξύ αυτών ο Ολύμπιος και ο Φαρμάκης, τάχθηκαν στο πλευρό του Υψηλάντη. Στις 27 Μαρτίου υψώθηκε η επαναστατική σημαία. Ο Υψηλάντης με το κύρος και τις κινήσεις του κυριάρχησε. Η επαναστατική του όμως δραστηριότητα εξόρμησε τον Σουλτάνο. Θεώρησε αχάριστους του Φαναριώτες και όλους τους Έλληνες. Πίστευε πως με τους Ρώσους επιδίωκαν διάλυση της αυτοκρατορίας του.

Θύμα του σουλτανικού εκνευρισμού επρόκειτο να είναι ο ελληνισμός της Πόλης, της Σμύρνης και των άλλων μεγάλων πόλεων. Οθωμανικά στρατεύματα από την ανατολή μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, στα φρούρια της βαλκανικής και στις παραθαλάσσιες περιοχές. Η θανατική απειλή κατά των πιστών της Πόλης ήταν θέμα ωρών και ο Πατριάρχης για τη διάσωση του ποιμνίου, αν και ήταν ορατό και το δικό του τέλος, μαζί με άλλους συνοδικούς, χωρίς να ενδώσει σε συμβουλές ιεραρχών να αναχωρήσουν από την Πόλη, προσκόμισε στον σεϊχουλισμάλη, τον μουσουλμάνο θρησκευτικό ηγέτη, αφοριστικό κείμενο για να κατευνάσει την οργή του Σουλτάνου. Ο μουσουλμάνος θρησκευτικός ηγέτης θανατώθηκε, γιατί θεωρήθηκε πως ήθελε να εξαπατήσει τον Σουλτάνο, και το ίδιο τραγικό τέλος λίγες ημέρες μετά είχε και ο Πατριάρχης, γιατί κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Οι άγριοι διωγμοί των Ελλήνων της Πόλης οδήγησαν πολλούς στον θάνατο.

Ο Ρώσος Τσάρος, που την περίοδο εκείνη συμμετείχε στη διάσκεψη του Λάιμπαχ (Λιουμπλιάνας), διαβεβαίωνε τους άλλους ηγέτες πως δεν έχει σχέση με τον Υψηλάντη. Για να τους πείσει, εξέδωσε διάταγμα και επιστολή προς τον επαναστάτη. Σε δύσκολη θέση βρέθηκε ο Υπουργός του, ο Ιωάννης Καποδίστριας. Παρά ταύτα με έμμεσο τρόπο συνέβαλε στην τελική διαμόρφωση του κειμένου του διατάγματος για να αποτρέψει τα χειρότερα για την Ελληνική Επανάσταση. Έστειλε διπλωματική επιστολή στον Υψηλάντη για την οποία ο Κ. Παπαρρηγόπουλος έγραψε: “…. απεδοκίμαζε μεν το κίνημα, αλλά διελάμβανε εν τω μεταξύ ότι “πολλαί περιστάσεις δικαιολογούσι την ευχήν των Ελλήνων του να μη μείνωσιν εσαεί αδιάφοροι προς την βελτίωσιν της ιδίας αυτών τύχης”.

Ο Γιωργάκης Ολύμπιος βάζει φωτιά στη πυρίτιδα. Το ολοκαύτωμα της Μονής Σέκου, (πηγή, Μουσείο Μπενάκη)

Την 1η Απριλίου 1821 ο Υψηλάντης αναχωρεί από το Βουκουρέστι προς την ορεινή περιοχή του Τιργοβίστι, όπου οργάνωσε τις δυνάμεις του. Συνέστησε το “Γενικόν Βουλευτήριον”, συμβούλιο με αρμοδιότητες πολιτικές, πολεμικές και οικονομικές. Η επαναστατική δραστηριότητα ήταν περιορισμένη. Ισχυρές σουλτανικές δυνάμεις εισήλθαν στη Μολδοβλαχία με σκοπό “ … την εξολόθρευσιν των αποστατών … και την διαχώρισιν των δικαίων από των αδίκων…..”. Η πρώτη σύγκρουση έγινε στον ποταμό Σερέτη και στο Γαλάτσι, όπου 900 περίπου πολεμιστές με ηγέτη τον χιλίαρχο Αθανάσιο Καρπενησιώτη αντέκρουσε επίδεση των Τούρκων. Παρά την επιτυχία τους διατάχθηκαν να κατευθυνθούν προς το Ιάσιο.

Η στάση του Βλαδιμηρέσκου ήταν αμφίρροπη. Υποστηρίζεται, πως στα σχέδιά του ήταν να δολοφονήσει τον Ολύμπιο και σε περίπτωση αποτυχίας του Υψηλάντη να τον συλλάβει και να τον παραδώσει στους Οθωμανούς με σκοπό να του δοθεί η ηγεμονία της Βλαχίας. Στα μέσα Μαΐου, οι Τούρκοι εισήλθαν στο Βουκουρέστι. Ο Ολύμπιος με γενναιότητα έφθασε στο στρατόπεδο Βλαδιμηρέσκου. Έπεισε τους πολεμιστές να προσχωρήσουν στον Υψηλάντη, συνέλαβε τον Ρουμάνο οπλαρχηγό και τον οδήγησε σε δίκη. Τον καταδίκασαν σε θάνατο και η απόφαση εκτελέστηκε. “..Το θλιβερόν τέλος του υπαγορεύθηκε από τις σκληρές ανάγκες του πολέμου..”, υποστηρίχθηκε από το ελληνικό στρατόπεδο.

Οι Τούρκοι προελαύνουν προς την περιοχή στρατοπέδευσης των δυνάμεων του Υψηλάντη. Τους αντιμετώπισε ο χιλίαρχος Κολοκοτρώνης στη μάχη του Νοτσέτου. Οι λανθασμένες πληροφορίες ενός άλλου μαχητή, του Δούκα, ανάγκασαν τον αρχηγό να διατάξει προς βορρά την μετακίνηση του στρατεύματος και οχυρώθηκε στο Δραγατσάνι. Εκεί δόθηκε φονική μάχη στις 7 Ιουνίου υπό τον Καραβιά που ενήργησε εκτός σχεδίου. Οι ιερολοχίτες αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση και οι περισσότεροι έπεσαν στο πεδίο της μάχης “τάγμα εκλεκτών ηρώων, καύχημα νέον”, όπως έγραψε ο Κάλβος.

Λίγες εκατοντάδες Ελλήνων πολέμησαν εναντίον 8.000 Τούρκων. Προκάλεσαν θαυμασμό και συγκίνησαν τον κόσμο που είδε με συμπάθεια τον αγώνα των Επαναστατών. Το ηθικό των μαχητών είχε πέσει. Η καταστροφή διαφαίνονταν και ο Υψηλάντης κοντά στα σύνορα της Αυστρίας ζήτησε να περάσει στη χώρα αυτή, ελπίζοντας από εκεί να βρει διέξοδο προς την Ελλάδα. Ο Ολύμπιος έμεινε πίσω αποχαιρετώντας όλους και ελπίζοντας να φθάσει στην Ελλάδα από άλλον δρόμο, όπως είχε ανεβεί προ πολλού στη Βλαχία. Όταν συναντηθούν θα συνεχίσουν τον αγώνα. Οι αυστριακοί φυλάκισαν τον Υψηλάντη και τον απελευθέρωσαν το 1827. Έχοντας κλονισμένη υγεία δύο μήνες μετά, στις 31 Ιανουαρίου 1828, πέθανε.

Όσοι επαναστάτες έμειναν στη Μολδαβία συνέχισαν τον αγώνα. Στο Σκουλένι στις 17 Ιουνίου 1821, 485 Έλληνες με τον Καρπενησιώτη αντιμετώπισαν 4.000 ιππείς και 2.000 πεζούς Τούρκους. Έδωσαν μάχες, είχαν επιτυχίες αλλά μπροστά στο πλήθος των αντιπάλων έπεσαν σχεδόν όλοι μη εξαιρουμένου του αρχηγού. Ήταν αγωνιστές από όλα τα μέρη της Ελλάδας.

Άλλη μάχη δόθηκε στη Μονή της Σλάτινας, όπου 25 με 26 Ιουλίου 1821 97 Έλληνες αντιμετώπισαν 1.500 Τούρκους. Εκεί έπεσε ο Σάββας Καμινάρης που εγκατέλειψε τον Υψηλάντη πηγαίνοντας με το μέρος των Τούρκων. Αυτοί τελικά τον σκότωσαν μαζί με την φρουρά του! Ένας από τους αγωνιστές, ο χιλίαρχος Ιωάννης Κολοκοτρώνης ή Ντασκούλιας με 275 άνδρες διάσχισε τη Βαλκανική και έφθασε στη νότια Ελλάδα τον Αύγουστο. Συνέχισε με τους εναπομείναντες 100 άνδρες του τον αγώνα στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ταφικό μνημείο του Αλέξανδρου Υψηλάντη στο Πεδίο του Άρεως στην Αθήνα, (πηγή, Διαδίκτυο)

Στα βουνά της Μολδαβίας οι καπετάνιοι Γ. Ολύμπιος και Ι. Φαρμάκης έδιναν τις τελευταίες μάχες. Απέμειναν με 350 άνδρες στις κατάφυτες ορεινές περιοχές και παρακολουθούμενοι από τους Τούρκους συγκεντρώθηκαν στη Μονή του Σέκου. Πολέμησαν, είχαν επιτυχίες και τελικά κυκλώθηκαν από 6.000 Οθωμανούς. Στις 9 Σεπτεμβρίου άρχισε η στενή πολιορκία. Ο Ολύμπιος πιστός στην τιμή και τον όρκο του κλείστηκε στο καμπαναριό της Μονής. Κάλεσε τους συντρόφους του να φύγουν μα εκείνοι δεν τον εγκατέλειψαν. Μη έχοντας άλλη επιλογή παρά τον θάνατο έβαλε φωτιά σε βαρέλι πυρίτιδας. Έφυγε ηρωικά από τη ζωή και παίρνοντας μαζί του όσους ήταν κοντά του, φίλους και εχθρούς.

Ο Φαρμάκης αντιστάθηκε για 14 ακόμη ημέρες. Με 160 στρατιώτες αμυνόμενος και επιτιθέμενος επέφερε απανωτές φθορές στους Τούρκους. Οι τελευταίοι προσέφυγαν στη μεσολάβηση των αυστριακών. Οι όροι που έθεσε ο Φαρμάκης δεν έγιναν δεκτοί. Εν τω μεταξύ έφθασε ο Σελήχ πασάς με 4.000 άνδρες και τέσσερα κανόνια. Ακολούθησαν πολύωρες διαπραγματεύσεις και συμφώνησαν να συναντηθούν οι δύο αντίπαλοι. Ο λόγος δεν τηρήθηκε και με την έξοδο του Φαρμάκη από τη Μονή εισόρμησαν με αλαλαγμούς οι Τούρκοι. Οι Έλληνες δεν παραδίδονταν, έδωσαν μάχη σώμα με σώμα. Αιχμάλωτοι ο Φαρμάκης και 18 αξιωματικοί του μεταφέρθηκαν στο Ιάσιο και από εκεί στη Σιλίστρια. Οι αξιωματικοί θανατώθηκαν με αποκεφαλισμό και ο αντρείος Φαρμάκης οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε τον ίδιο θάνατο.

Αυτή ήταν η επανάσταση των Ελλήνων στη Μολδοβλαχία. Έκλεισε με το τέλος δύο γενναίων Μακεδόνων. Του Γιωργάκη από το Λειβάδι Ολύμπου “που περιβλήθηκε με το φωτοστέφανο του θρύλου”, τηρώντας πιστά ως την τελευταία στιγμή όσα είχε γράψει στον Α. Υψηλάντη “…. υπόσχομαι να αγωνισθώ ως την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, χωρίς ποτέ να με δειλιάσει καμιά ανθρώπινος περίστασις”. Και του Ιωάννη Φαρμάκη από το Μπλάτσι που πέθανε, όπως και οι σύντροφοί του, ως μάρτυρας του Μεγάλου Αγώνα.

Βιβλιογραφία:
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών.
Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών.
Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
Ι. Βασδραβέλλης, Οι πολεμικοί άνδρες της Μακεδονίας κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους, Θεσσαλονίκη 1966.
Α. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354 – 1877, Θεσσαλονίκη 1969.
Ι. Βασδραβέλλης, Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της ελευθερίας αγώνες, Θεσσαλονίκη 1950.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα