200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Αρθρογραφία /

Γράφει ο Χρήστος Π. Ίντος

Σε προηγούμενο σημείωμα αναφερθήκαμε στα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, στους εορτασμούς της εκατονταετηρίδας (1921) και στη σημερινή κατάσταση ενόψει των επετειακών εκδηλώσεων του τρέχοντος έτους. Με το παρόν κείμενο και στη συνέχεια με άλλα θα αναφερθούμε στα χρόνια της μακραίωνης σκλαβιάς στον βορειοελλαδικό χώρο, ιδιαίτερα στον νομό μας, στην Επανάσταση αλλά και σε άλλα γεγονότα μέχρι την έλευση της Ελευθερίας στον τόπο μας.

Η Κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς
Οι Οθωμανοί εκμεταλλευόμενοι τις διενέξεις των βυζαντινών ηγεμόνων με αρχηγό τον Ορχάν κατέλαβαν το 1354 την χερσόνησο της Καλλίπολης. Από εκεί εξαπέλυσαν επιδρομές στο εσωτερικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Προχώρησαν βορειότερα χωρίς να συναντήσουν εμπόδια από τους Βυζαντινούς, τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Εξάλλου αυτοί είχαν διαχωριστεί σε μικρά κρατίδια. Οι πόλεις της Θράκης και της Μακεδονίας, μία μετά την άλλη έπεφταν στα χέρια των επιδρομέων. Στα 1383 κυρίευσαν τις Σέρρες, το Μοναστήρι και στην περιοχή μας το φρούριο Αβρέτ Χισάρ (Γυναικόκαστρο). Η Βέροια είχε πέσει, αντιστέκονταν η Έδεσσα, πολιορκήθηκε και παραδόθηκε, όπως αναφέρει σχετικός θρύλος, μετά από προδοσία το 1389.

Αντιστέκονταν η Θεσσαλονίκη, ο κατακτητής όμως της βαλκανικής Μουράτ ο Α΄ την πήρε από τους Βενετούς το 1386. Την ίδια χρονιά κατανίκησε τη σύμπραξη των χριστιανών ηγεμόνων στη γνωστή φονική μάχη του Κοσσυφοπεδίου. Εκεί έπεσε και ο ίδιος νεκρός. Ο διάδοχός του Βαγιαζήτ το 1393 ή 1394 κάλεσε στις Σέρρες τους χριστιανούς ηγεμόνες να δηλώσουν υποτέλεια απειλώντας σε περίπτωση άρνησης αποκεφαλισμούς και καταστροφή.

Το 1430 συντελέστηκε η τελευταία άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς με αρχηγό τον Μουράτ τον Β΄, ο οποίος διέκοψε τις όποιες φιλικές σχέσεις προκατόχων του με το Βυζάντιο και επέβαλε την κυριαρχία του σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Από το 1451 και μετά η Μακεδονία, η Θεσσαλία, μέρος της Στερεάς Ελλάδας, η Βουλγαρία και η Θράκη, εκτός από την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα, ήταν στα χέρι των Οθωμανών.

Η Κωνσταντινούπολη κρατούσε ακόμα και τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄, ο οποίος παραιτήθηκε, τον διαδέχθηκε ο γιος του Ιωάννης ο Η΄ (1425-1480). Αυτός, για να αποτρέψει το μοιραίο της Πόλης συνθηκολόγησε με τον Μουράτ. Μετά τον θάνατο του Ιωάννη οι άρχοντες, η εκκλησία και ο λαός αξίωσαν να αναλάβει τον θρόνο ο Δεσπότης του Μιστρά Κωνσταντίνος Παλαιολόγος που διακρίνονταν για το φλογερό πατριωτισμό, τις διοικητικές ικανότητες και την ευσέβεια. Λίγο αργότερα πέθανε στην Ανρδιανούπολη ο Μουράτ ο Β΄ και τον διαδέχθηκε ο νεαρός γιος του Μωάμεθ ο Β΄. Η τραγική κατάσταση της Πόλης οδήγησε στην Άλωση παρά τη σθεναρή αντίσταση του τελευταίου Αυτοκράτορα και όσων απέμειναν να την υπερασπιστούν. Τότε γράφτηκαν οι συγκλονιστικότερες σελίδες του ελληνισμού και άρχιζε σκλαβιά αιώνων.

Το Μαυσωλείο του Γαζή Εβρενός στα Γιαννιτσά μετά την αναπαλαίωσή του 2014, (πηγή, Βικιπαίδεια)

Οι Οθωμανοί μετά την κατάληψη της Μακεδονίας εγκατέστησαν εποίκους ιδιαίτερα στα πεδινά γόνιμα και καρποφόρα εδάφη. Οι επικεφαλής έγιναν τιμαριούχοι έχοντας στην κατοχή τους απέραντες εκτάσεις. Στην κοιλάδα του Αξιού, στις περιοχές της Θεσσαλονίκης και των Σερρών εγκαταστάθηκαν οι Γιουρούκοι, γεωργοί και κτηνοτρόφοι, οι οποίοι κατά τον Beaujour … συγκρατούσαν τους νικημένους αλλά όχι υποταγμένους Έλληνες ….. και στο παραμικρό άκουσμα ανταρσίας οπλίζονταν και κατέβαιναν στα ελληνικά χωριά για να επιβάλλουν την τάξη…. Οι επιδρομές των Γιουρούκων, η καταστροφική τους μανία, οι ληστρικές τους ενέργειες και ο βάρβαρος τρόπος συμπεριφοράς ανάγκασαν τους ντόπιους χριστιανικούς πληθυσμούς να εγκαταλείψουν τους οικισμούς, να συνενωθούν σε μεγαλύτερους ή να αναζητήσουν εγκατάσταση σε απόμακρες ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές.

Από όλα όσα έχουν σχέση με τις αλώσεις των Μακεδονικών πόλεων και την υποταγή των βορείων ελληνικών περιοχών στους Ασιάτες κατακτητές στη Γουμένισσα και στην περιοχή της ως σήμερα διασώζονται δύο ονόματα. Του Κράλη (βασιλιά) Μάρκου και του Κελ (κασιδιάρη) Πέτρου. Ο πρώτος εξυμνήθηκε πολύ από το σερβικό λαό, ιδιαίτερα με τραγούδια, τα οποία διαδόθηκαν σε όλα τα Βαλκάνια. Κατορθώματα του έγιναν θρύλοι και με την πάροδο των αιώνων μυθοποιήθηκαν. Έτσι στην αγροτική περιοχή της Γουμένισσας υπάρχει τοποθεσία που είναι γνωστή ως «πατωσιά του Μάρκου» (Μάρκουβα τράγα). Εκεί, λέει ο μύθος, στάθηκε ο Κράλης με το άλογό του μετά από πέταγμα ξεκινώντας από την «πέτρα του καλόγερου», λίθος περίτεχνος, σωζόμενος ως σήμερα στην ομώνυμη αγροτική περιοχή.

Οι ιστορικοί μας πληροφορούν πως ο Κράλης Μάρκος δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας ηγεμόνας, ο οποίος για να κρατήσει την εξουσία του δήλωσε υποτέλεια στον σουλτάνο, αναγνώρισε την επικυριαρχία αυτού στη Βαλκανική και ακολούθησε την οθωμανική στρατιά εναντίον πολλών χριστιανών ηγεμόνων. Το1395 σκοτώθηκε στη Βλαχία πολεμώντας δίπλα στον Βαγιαζήτ τον Α΄ και την περιοχή που επόπτευε, περιήλθε στα χέρια μωαμεθανών αξιωματούχων.

Ο Κελ Πέτρος ήταν ο προδότης της Έδεσσας. Εκείνος που το 1389 οδήγησε του Μωαμεθανούς στην ωραία Μακεδονική πόλη, την οποία καιρό πολιορκούσαν και δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Ο προδότης ήθελε να γίνει σπουδαίος. Αλλαξοπίστησε και πίεσε την κόρη του να κάνει το ίδιο. Εκείνη αρνήθηκε με σθένος και μετά από πολλά βασανιστήρια θάφτηκε ζωντανή. Είναι η τοπική Αγία νεομάρτυς Παρθένα η Εδεσσαία . Η διάσωση των δύο παραπάνω παραδόσεων και ονομάτων στην περιοχή μας είναι δείγμα την συνέχειας των ανθρώπων του χώρου αυτού από τα χρόνια εκείνα ως και σήμερα.

Στην περιοχή του Αξιού ήταν εγκατεστημένοι μωαμεθανοί από τα μεσαιωνικά χρόνια. Πρόκειται για τους βαρδαριώτες Τούρκους. Εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του Αξιού γύρω στον 10ο αιώνα με τη φροντίδα βυζαντινών αυτοκρατόρων. Ήταν αιχμάλωτοι των ουγγρικών επιδρομών στην Ασία. Ο Στύλπων Κυριακίδης την εγκατάστασή τους την τοποθετεί στα χρόνια του Ρωμανού του Β΄ (959-963) ή του Νικηφόρου Φωκά (963-969). Σήμερα γίνεται δεκτό πως το γεγονός συντελέστηκε επί Ρωμανού του Α΄ του Λεκαπινού (920-944) και είναι πολύ πιθανό αυτοί οι μετανάστες από τη χώρα των Μαγυάρων να ονόμασαν τον Αξιό Var-Daria, δηλαδή μεγάλο ποτάμι. Από το όνομα αυτό προήλθε το Βαρδάριος και Βαρδάρης.

Δυτικότερα του Αξιού, στα Γιαννιτσά, εγκαταστάθηκαν οι Γιουρούκοι του Εβρενός, φυλή του πολέμαρχου κατακτητή, των οποίων η καταγωγή προέρχονταν από το Σαρουχάν της Ασίας. Έδωσαν το όνομα Γενιτσε – Βαρδάρ ή Γιανιτσε – Παζάρ , δηλαδή νέα περιοχή του Βαρδαρίου (Αξιού) ή νέα αγορά του Βαρδαρίου. Οι Γιουρούκοι ακολουθώντας τον αρχηγό τους Γαζή Αχμέτ Εβρενός (1330-1417) μετά τις επιδρομές στη Θράκη και τη Μακεδονία και την υποταγή αυτών ίδρυσαν τη νέα πόλη, όπου και ενταφιάστηκε ο αρχηγός τους. Στη δικαιοδοσία του αρχικά και στη συνέχεια των απογόνων του περιήλθαν απέραντες εκτάσεις στον μακεδονικό κάμπο.

Μεταξύ των γνωστών χωριών των Γιουρούκων ή Κονιάρων όπως κάποιοι από αυτούς ονομάζονταν, διότι προέρχονταν από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας, ήταν και το Ασικλάρ (τόπος φωτός), ο σημερινός Εύρωπος της Παιονίας . Οι Γιουρούκοι κάτοικοι έφυγαν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1912 και έμεινε η ανάμνηση της σκληρότητας και του βίαιου χαρακτήρα τους .

1 Α.Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354 – 1877, σ. 24 – 61, Θεσσαλονίκη 1969.
2 Α.Ε. Βακαλόπουλου, όπου παραπάνω, σ. 44-45.
3 Μητροπολίτου Εδέσσης και Πέλλης Διονυσίου, Ακολουθία της Αγίας ενδόξου νοεμάρτυρος Παρθένας της Εδεσσαίας, Αθήνα 1958, σ. 24-26.
4 Γ. Ι. Θεοχαρίδου, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους (285-1354), Μακεδονική Βιβλιοθήκη αριθμ. 4, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, σ. 308-9, Θεσσαλονίκη 1980.
5 Σχετικά με την ετυμολογία του ονόματος βλέπετε, Β. Δημητριάδη, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, ΕΜΣ.ΜΒ, Θεσσαλονίκην 1973, σελ. 62 – 64.
6 Άλλα χωριά τους ήταν το Κισαλάρ (Αχλαδοχώρι), το Ασάρμπεη, το Νιδίρ (Άνυδρο), το Γιαγιάκιοι και η Καμάρτζα (Καλλίπολη).
7 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι΄, σ. 68, Εκδοτική Αθηνών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α. Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1877, Θεσσαλονίκη 1969.
Μητροπολίτου Εδέσσης και Πέλλης Διονυσίου, Ακολουθία της Αγίας ενδόξου νοεμάρτυρος Παρθένας της Εδεσσαίας, Αθήνα 1958.
Θεοχαρίδου, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους (285-1354), Θεσσαλονίκη 1980.
Β. Δημητριάδη, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, Θεσσαλονίκην 1973.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι΄, Εκδοτική Αθηνών.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα