ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ

Αρθρογραφία /

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης

Όταν πριν από λίγους μήνες άρχισε το τρελό ράλι στις τιμές των καυσίμων κάποιοι έσπευσαν να αστειευθούν γράφοντας ότι έτσι όπως πάει το πράγμα οσονούπω θα παρατήσουμε τα αυτοκίνητα και θα επιστρέψουμε στα κάρα και στα άλογα. Οι περισσότεροι θεώρησαν το αστείο υπερβολικό και μια τέτοια προοπτική εξωφρενική, έλα όμως που ζωή έχει μεγαλύτερη φαντασία και από τους πλέον ευφάνταστους. Όχι μόνο τα αυτοκίνητα θα παραχωρήσουν τη θέση τους στα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια αλλά και τα τεθωρακισμένα του στρατού θα πέσουν σε αχρησία, αφού θα αντικατασταθούν από την ίλη ιππικού που θα αναβιώσει και θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τις επιχειρήσεις του στρατού ξηράς στο φυσικό σύνορο με την Τουρκία, τον Έβρο. Τάδε έφη ο ηλικιωμένος εν αποστρατεία ταξίαρχος τον οποίο πριν από ένα μήνα επανέφερε το Γενικό Επιτελείο Στρατού στην ενεργό υπηρεσία με τον «ψωρομισθό» των 2.500 ευρώ για να ξανασυστήσει το ιππικό, το οποίο θα συντρίψει τους εχθρούς της πατρίδος, όπως συνέβη και στο ένδοξο παρελθόν μας από την αρχαιότητα μέχρι τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 40. Ούτως εχόντων των πραγμάτων και αφού η ελληνική κοινωνία οδεύει με ταχείς ρυθμούς στο μακρινό παρελθόν, καλόν θα είναι να ξεσκονίσουμε τις βασικές μας γνώσεις περί της δερμάτινης εξάρτησης των ίππων και περί των τεχνιτών που κατασκεύαζαν αυτά τα είδη, γνώσεις οι οποίες – πού ξέρετε; – μ’ όλα αυτά τα απίστευτα που συμβαίνουν μπορεί και να μας φανούν χρήσιμες.
ΣΑΓΗ ΙΠΠΑΣΙΑΣ
Η «σαγή ιππασίας» ή «ιπποσκευή» περιελάμβανε το «χαλινό» και τη «σέλα». Υπήρχαν τριών ειδών σέλλες: η στρατιωτική ή γαλλική, η αραβική ή πηδητική και η του περιπάτου ή αγγλική. Η σέλλα αποτελούνταν από τον ξύλινο σκελετό, το «μαξιλάρι» (από κετσέ ή πανιά) και τη δερμάτινη επικάλυψη (από βακέτα). Το δέρμα ραβόταν πάνω σε ξύλινο καλούπι, βρεχόταν και τοποθετούνταν πάνω στο σκελετό, οπότε μόλις στέγνωνε προσαρμοζόταν τελείως.
Ο χαλινός ή χαλινάρι ήταν το σύνολο της σκευής που προσαρμοζόταν στο κεφάλι του αλόγου ή άλλου υποζυγίου και βοηθούσε τον αναβάτη να κατευθύνει την κίνηση του ζώου. Το χαλινάρι αποτελούνταν από 3 μέρη: το μεταλλικό εξάρτημα, τα «χάμουρα» και τα «ηνία» ή «γκέμια». Το μεταλλικό μέρος αποτελούνταν από δυο λεπτά όρθια ελάσματα, που προσαρμοζόταν έξω από το στόμα του ζώου και από ένα λεπτό στρογγυλό σίδερο, που συνέδεε τα δυο αυτά πλαϊνά ελάσματα και έμπαινε μέσα στο στόμα του ζώου. Στις άκρες των εξωτερικών όρθιων ελασμάτων ήταν προσαρμοσμένοι κρίκοι που χρησίμευαν οι μεν επάνω για να συνδεθεί το μεταλλικό εξάρτημα με τα χάμουρα, οι δε κάτω για να δεθούν οι άκρες των ηνίων. Το σίδερο που έμπαινε μέσα στο στόμα του ζώου αναδιπλωνόταν στη μέση του και σχημάτιζε μια σφήνα, τον «κόρακα», που εισχωρούσε πιο βαθιά στο στόμα του ζώου και εφαπτόταν στον ουρανίσκο του. Όταν ο οδηγός του ζώου έσφιγγε τα γκέμια το ανάγκαζε να σταματήσει την πορεία του.
Τα χάμουρα ή «καπίστρι» ήταν ένας συνδυασμός δερμάτινων ιμάντων που περιέβαλαν όλο το κεφάλι του ζώου. Αποτελούνταν από 4 λουριά από δέρμα βοδιού που είχαν πλάτος 2 εκ. και πάχος 2,5-3 χλστ. Από αυτά τα δυο ήταν οριζόντια στο ύψος του μετώπου και πάνω από το στόμα του ζώου και τα δυο κατακόρυφα που συνδεόταν με τα δυο οριζόντια με ραφή ή περτσίνωμα. Ένα πέμπτο λουρί πλάτους 5 εκ. αγκάλιαζε το κεφάλι του ζώου και συνδεόταν με το πάνω οριζόντιο λουρί αφού είχε σχιστεί στο μέσον του πάχους του.
Τα γκέμια ήταν δυο παράλληλα λουριά που η μια άκρη τους ήταν δεμένη στο μεταλλικό εξάρτημα και η άλλη κατέληγε στο χέρι του αναβάτη.
ΣΑΓΗ ΕΛΞΗΣ
Η «λαιμαριά» ή «χαμούτι» ήταν εξάρτημα της ζευκτήριας σαγής και τοποθετούνταν γύρω από το λαιμό του αλόγου για να μην πνίγεται ή τραυματίζεται κατά το ζέψιμο. Για την κατασκευή της τοποθετούνταν δυο δεμάτια σάλμας (σίκαλη) σε ένα ξύλινο καλούπι ώστε να ισιώσουν, «να γίνουν σαν βέργα», και ραβόταν το ένα πάνω στο άλλο. Ο σκελετός συμπληρωνόταν με μαλλί τοποθετημένο σε ύφασμα τσουβαλιού, το οποίο πιεζόταν με ένα ξύλινο εργαλείο για να αποκτήσει κατάλληλο σχήμα. Όλα αυτά μαζί περιβαλλόταν από κατσικίσιο δέρμα και ραβόταν με ένα εργαλείο του χεριού που λεγόταν «σιγκέλ μπιζί». Ανάμεσα στα τμήματα του δέρματος που προεξείχαν προσαρμοζόταν μια σιδερένια στεφάνη, την οποία ο τεχνίτης προμηθευόταν από το εμπόριο επιλέγοντας το κατάλληλο μέγεθος. Κάποιοι τεχνίτες αντί σιδερένιας χρησιμοποιούσαν ξύλινη στεφάνη.
ΣΑΓΗ ΦΟΡΤΩΣΕΩΣ
Η σαγή φορτώσεως περιελάμβανε τους δερμάτινους ιμάντες για την προσαρμογή και στερέωση του σαμαριού πάνω στη ράχη του ζώου. Από τα δερμάτινα αυτά εξαρτήματα τα δυο ήταν στερεωμένα στο πίσω μέρος του σαμαριού. Το ένα από αυτά ήταν ο «γλουτιαίος» ή «καπουλοδέτης» που περιέβαλλε τα καπούλια του ζώου το άλλο η «υπουρίδα» που έμπαινε κάτω από τη ουρά του ζώου. Στο μπροστινό μέρος του σαμαριού έμπαιναν δυο δερμάτινες λωρίδες, μια μικρή και μια μεγάλη, που ήταν στερεωμένες από τη μια και από την άλλη πλευρά του σαμαριού. Από αυτές η μεγάλη είχε συνεχόμενες τρύπες στη σειρά και η μικρή ένα μεταλλικό κρίκο στην άκρη. Κατά το σαμάρωμα η μεγάλη λωρίδα περιέβαλλε το στήθος του ζώου και η άκρη της περνούσε μέσα από τον κρίκο και σφιγγόταν μέχρι να τεντώσουν οι πίσω ιμάντες. Κάτω από την κοιλιά του ζώου περνούσε ένας φαρδύς δερμάτινος ιμάντας, το «έποχο» ή «κολάνι» ή «νίγκλα» που οι άκρες του προσδενόταν στις δυο πλευρές του σαμαριού. Από τις πλαγιαστές παγίδες του σαμαριού κρέμονταν κυκλικά διπλωμένες λωρίδες στις οποίες έμπαιναν οι αναβολείς όπου έβαζε τα πόδια του ο αναβάτης.
Το «χαλινάρι», τα «χάμουρα», το «χαμούτι» και τα υπόλοιπα είδη σαγής που περιέγραψα στο πρώτο μέρος της ανάρτησης μου σίγουρα δεν αποτελούν τον «άγνωστο χι» ούτε το πιο ενδιαφέρον θέμα για τους διαδικτυακούς φίλους που τους αρέσει η λαογραφία. Λογικό το βρίσκω, λοιπόν, να ξενίζει η αναφορά στα δερμάτινα εξαρτήματα που παλαιότερα φορούσαν στα άλογα όταν σήμερα συμβαίνουν γύρω μας του κόσμου τα παράλογα. Αυτό το ήξερα εξαρχής, πριν ακόμη αρχίσω να αναζητώ υλικό για να γράψω το κείμενο μου. Για μένα, όμως, η λαογραφία δεν είναι μόνο τα «πιασάρικα» θέματα, γι’ αυτό και θα αναρτήσω το δεύτερο μέρος του σημειώματος, το οποίο αφορά τους τεχνίτες που κατασκεύαζαν αυτά τα είδη.
Ο σκυτορράπτης ήταν ο κατασκευαστής των εφιππίων (σελλών) και των άλλων ειδών σαγής. Η σαγή ήταν το σύνολο των εξαρτημάτων με τα οποία εφοδιαζόταν το υποζύγιο για την ίππευση, την έλξη των οχημάτων ή την φόρτωση. Οι κατασκευαστές των διαφόρων αυτών δερμάτινων εξαρτημάτων της σαγής τη βυζαντινή περίοδο ονομαζόταν «λωροτόμοι» και σε αυτούς συγκαταλέγονταν οι «χαλινοποιοί» ή «χαμέαι», οι «ηνιορράφοι» και οι «σελλάδες». Την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν γνωστοί ως «σαράτσηδες», ενώ σε μερικές περιοχές ονομάζονταν «καπιστράδες». Στην εμπορική εγκυκλοπαίδεια του 1817 «Ερμής ο Κερδώος» καταγράφονται ως «εφιππιοποιοί».
Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο τεχνίτης που κατασκεύαζε τα είδη σαγής ήταν: κοπτικό εργαλείο με αιχμή σε σχήμα ημικυκλίου που το ονόμαζε «μισοστρόγγυλο» μαχαίρι, κουμπάσο (διαβήτης), σουβλιά, εργαλείο ραψίματος, ξύλινο καλούπι που έμοιαζε με κορμό δέντρου ελλειπτικής διατομής. Το καλούπι είχε ύψος 1 μέτρου και ήταν στενότερο στην κορυφή και φαρδύτερο στη βάση του.
Στο προπολεμικό Κιλκίς τα ιπποειδή χρησιμοποιούνταν για το όργωμα και σαν ζώα μεταφοράς. Ο αριθμός τους σύμφωνα με μελέτη του 1937 που συνέταξε ο Κοσμάς Παρασκευόπουλος ήταν 120 ίπποι, 100 φοράδες, 50 όνοι και 25 ημίονοι. Τα περισσότερα από τα άλογα ανήκαν στη βαλκανική γενιά και ήταν μικρού αναστήματος 1,20-1,40 μ.
Υπήρχαν όμως και αρκετοί ίπποι ξένης προέλευσης, κυρίως Σερβικής, που ήταν πιο μεγαλόσωμοι. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ίππων αγοράστηκε κατά καιρούς από την Ελεύθερη Ζώνη Θεσσαλονίκης. Η συντήρηση των αλόγων ήταν περιορισμένη, γιατί ήταν αρκετά δαπανηρή σε σχέση με τις μέρες εργασίας τους.
Ο μικρός αριθμός των αλόγων στο Κιλκίς είχε σαν συνέπεια και την ύπαρξη μικρού αριθμού τεχνιτών που κατασκεύαζαν και πουλούσαν είδη σαγής. Τα καταστήματα τους βρίσκονταν στην οδό 21ης Ιουνίου στο ύψος του 2ου δημοτικού σχολείου και ήταν μικρές ξύλινες παράγκες, που όπως γράφει ο Σταύρος Λίβας «χωρούσαν μόνο τον καταστηματάρχη κι αυτόν … καθιστόν».
Στα καταστήματα αυτά εκτός από τον απαραίτητο εξοπλισμό των ζώων πωλούνταν και είδη για το στολισμό τους, αφού οι σύγχρονοι Αυτομέδοντες φρόντιζαν να διακοσμούν τόσο την άμαξα όσο και το ζώο που την μετέφερε. Ο Σούλης Φωστηρόπουλος στις αναμνήσεις του από το προπολεμικό Κιλκίς γράφει σχετικά: «Δεν ήταν μόνο τα σαμάρια, ήταν και τα διάφορα χάμουρα, οι πισινέλλες που γυάλιζαν, οι χάνδρες οι πολύτιμες και τα κουδούνια, τα χρυσά διακοσμητικά που άστραφταν στον ήλιο».
Οι σκυτοράπτες της πόλης, παρόλο που δεν κατασκεύαζαν σαμάρια, συνήθιζαν να αυτοαποκαλούνται σαγματοποιοί. Το επάγγελμά τους δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα προσοδοφόρο, άφηνε όμως ένα αξιοπρεπές μεροκάματο. Σύμφωνα με μαρτυρία του τελευταίου εναπομείναντος από αυτούς, του Βασίλη Μακούλη, οι αμοιβές τους στις αρχές της δεκαετίας του 1960 είχαν ως ακολούθως: Η στρατιωτική σέλα στοίχιζε 100-150 δραχμές, ενώ οι υπόλοιπες σέλες ήταν πιο ακριβές. Για την κατασκευή μιας σέλας απαιτούνταν τρεις εργάσιμες ημέρες. Η κατασκευή της λαιμαριάς απαιτούσε οκτώ ώρες εργασίας και στοίχιζε ογδόντα δραχμές.
Άλλοι κατασκευαστές δερματίνων ειδών σαγής που κατά καιρούς δούλεψαν στην πόλη ήταν οι: Αράπογλου Στέργιος, Παπαζαφράντης Δημήτριος, Αντώνης Τσαπάκης και Α. Κουτρένης.
Το επάγγελμα τους άρχισε να φθίνει στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ενώ το τελευταίο εργαστήριο έκλεισε τη δεκαετία του 1980.
Κλείνοντας να επισημάνω ότι στο πρώτο μέρος της ανάρτησης μου παρέλειψα να αναφερθώ στις «παρωπίδες», τις δερμάτινες καλύπτρες που τοποθετούνταν πλευρικά των ματιών των ζεμένων ζώων. Αλλά φαντάζομαι ότι αυτό το εξάρτημα σας είναι γνωστό, αφού εκτός από τα άλογα τοποθετούνται και στους ανθρώπους.
Μόνο που στην περίπτωση των ανθρώπων οι παρωπίδες είναι αόρατες, όπως αόρατη είναι και η σέλα που μας έχουν βάλει στην πλάτη για να μας καβαλάνε, τα γκέμια για να ελέγχουν την πορεία μας, η λαιμαριά για να μην πνιγόμαστε όταν μεταφέρουμε τα κέρδη τους. Ε, τώρα ποιοι είναι αυτοί οι σαράτσηδες που κατασκευάζουν τη σαγή για τα ανθρώπινα υποζύγια αυτό δεν είναι δύσκολο να το δει κάποιος. Εκτός αν έχει παρωπίδες…

*Τοπογράφος – συγγραφέας

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες στην ιστοσελίδα και στο facebook του τεχνικού γραφείου K4station

Περισσότερα
Δείτε ακόμα

Ποινολόγιο Ε.Π.Σ.Κιλκίς

Από την πειθαρχική επιτροπή της ΕΠΣΚ τιμωρήθηκαν, με τις ποινές αποκλεισμού που αναγράφονται δίπλα τους, οι εξής ποδοσφαιριστές: -Β.Μπακαρόπουλος (Κιλκισιακού), […]