Όταν μπορούν, λάθος… αν δεν το “προχωρούν”

Αθλητισμός /

Γράφει ο Σταύρος Φάσσος

Σε προηγούμενα σημειώματά της η στήλη αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα της εκ μέρους των ενεργών ποδοσφαιρικών σωματείων ορθολογικής διαχείρισης των οικονομικών τους, ώστε να παραμείνουν ενεργά και κατά την παρούσα γενική δυσμενέστατη συγκυρία της τριπλής κρίσης, δηλαδή της παρατεταμένης οικονομικής, της από διετίας σοβούσης υγειονομικής και της από ολίγων μηνών χρονολογουμένης ενεργειακής.

Αυτή η αναγκαιότητα δεν αφορά μόνο στα οικονομικώς και αγωνιστικώς “αδύναμα” αλλά και στα “ισχυρά”, εκείνα, δηλαδή, με οικονομική επιφάνεια ή κατάσταση, που τα επιτρέπει τουλάχιστον να “πατούν στα πόδια τους”.

Μάλιστα, μπορεί να πει κανείς γιά τα τελευταία, ότι, επειδή έχουν “πέντε φράγκα” παραπάνω τώρα στους “δύσκολους καιρούς”, τούτο δεν σημαίνει, ότι έχουν και την “πολυτέλεια”, να τα “σκορπούν” χωρίς μέτρο αλλά και αντίκρυσμα, καθώς σ’ αυτήν την περίπτωση είναι εύκολο να μεταπέσουν στα “αδύναμα”, εκεί που με τόσο κόπο κατέλαβαν θέση στην “ομοταξία”των “ισχυρών”.

Άλλωστε, και η ιστορία του κιλκισιώτικου ποδοσφαίρου βρίθει παραδειγμάτων σωματείων, που, ενώ από την αφάνεια έφτασαν ψηλά χάρη στην σωστή διαχείριση των οικονομικών τους, στην συνέχεια, επειδή “μέθυσαν” από τις όποιες πρόσκαιρες επιτυχίες και έχασαν την αίσθηση του μέτρου, είτε “κατρακύλησαν” στην γενική κατάταξη δυναμικότητας είτε “καταβαραθρώθηκαν”, φτάνοντας ακόμη και στην απενεργοποίηση, χωρίς, μάλιστα, αυτή να συνδέεται με την πληθυσμιακή συρρίκνωση, όπως σε άλλες περιπτώσεις.

Σε σχέση, λοιπόν, με τα οικονομικά των σωματείων, ισχύει στο έπακρο γιά όλα, ανεξαρτήτως δυναμικότητος και οικονομικής επιφανείας ή καταστάσεως, το “χρη προνοείν και ου μετανοείν”. Σε όλες τις συναλλαγές τους η φειδώ αποτελεί “μονόδρομο”, ταυτοχρόνως με επιλογές είτε επενδυτικού χαρακτήρα (π.χ. έμφαση στις γηπεδικές υποδομές και στα ποδοσφαιρικά “φυτώρια”) είτε ουσιαστικού αντικρύσματος αναφορικά με τους αγωνιστικούς αντικειμενικούς σκοπούς (π.χ. κατάλληλες μετεγγραφές και “λελογισμένες” απολαβές ποδοσφαιριστών-προπονητών).

Χωρίς φειδώ, δηλαδή το “ανάχωμα” στο άσκοπο ή γιά λανθασμένους σκοπούς “σκόρπισμα” χρημάτων, γιά χάρη κάποιου εφημέρου οφέλους, ούτε τα σωματεία ούτε το κιλκισιώτικο ποδόσφαιρο μπορούν να ελπίζουν σε καλύτερες ημέρες.

Από εκεί και πέρα, υπάρχει, όπως αναφέρθηκε, και ένας μικρός αριθμός σωματείων, των οποίων η οικονομική επιφάνεια ή κατάσταση τα επιτρέπει όχι απλώς να επιβιώνουν αλλά και να θέτουν φιλόδοξους αγωνιστικούς αντικειμενικούς σκοπούς, που σημαίνει κατάκτηση του πρωταθλήματος της κατηγορίας τους, άνοδο στην ανώτερη, κατάκτηση του κυπέλλου, όσο το δυνατόν πιό “μακριά” στο κύπελλο Ελλάδος (πρώτα μόνον ερασιτεχνών και κατόπιν ενιαίο), άνοδο στην γ΄εθνική κατηγορία.

Γι’ αυτά τα σωματεία η έννοια της φειδούς προσαρμόζεται εν μέρει στα δεδομένα και στις απαιτήσεις τέτοιων αντικειμενικών σκοπών, που σημαίνει ότι είτε ξεκινούν με επιδίωξη να φτάσουν “μέχρι τέλους”, χωρίς να κινδυνεύσει το οικονομικό υπόβαθρό τους, είτε επιλέγουν να πορευθούν μέχρις εκεί “που τους παίρνει”, “κλειδώνοντας” εκ των προτέρων την οικονομική ασφάλεια.

Και στην μία περίπτωση και στην άλλη η πιό επικίνδυνη “παγίδα” γι’ αυτά τα συγκεκριμένα σωματεία είναι η παλινωδία ή το “είπα-ξείπα”. Από αλλού, δηλαδή, να ξεκινούν και αλλού να καταλήγουν, καταφεύγοντας είτε έτσι είτε αλλιώς… στο οικονομικό.

Από την στιγμή που έχουν δαπανήσει σοβαρά ποσά γιά την ενίσχυσή τους και έχουν βρει “αποκούμπια” είτε οικονομικών παραγόντων είτε χορηγών, αποτελεί κάτι σαν καθήκον τους το να “κυνηγήσουν” τον όποιο φιλόδοξο αντικειμενικό σκοπό, ανταποκρινόμενα στις όποιες οικονομικές απαιτήσεις, χωρίς, φυσικά, καμμία απόκλιση από την λογική και την σύνεση.

Άλλο το “δεν υπάρχει σάλιο” ή έστω, “δεν το επιτρέπουν τα οικονομικά”, άρα “δεν πάμε γιά πρωτάθλημα ή κύπελλο ή άνοδο”, και άλλο, ενώ “λεφτά υπάρχουν” ή, έστω, “έχουμε οκικονομική ευχέρεια”, αλλά… “θα δούμε πώς θα πάει το πράγμα”, που υποδηλώνει είτε ανασφάλεια είτε λανθασμένη αίσθηση διαχείρισης των οικονομικών.

Εν κατακλείδι, όταν ένα σωματείο αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αντικειμενικό σκοπό με οικονομικές απαιτήσεις, τις οποίες δεν αντέχει το ταμείο του, θα ήταν λάθος να εμπλακεί στην διαδικασία επίτευξής του. Όταν, όμως, η ταμειακή κατάστασή του του παρέχει την δυνατότητα να ανταποκριθεί, το λάθος θα ήταν… η μη ανταπόκριση. Διότι, στην προκειμένη περίπτωση συνιστά τραγέλαφο το να συμμετέχει ένα σωματείο με οικονομική ευχέρεια ή, έστω, με λιγότερες οικονομικές δυσκολίες από άλλα σε κατηγορία κατώτερη των δυνατοτήτων του.

Υπό το πρίσμα όλων αυτών, ο επαρκώς στελεχωμένος περυσινός πρωταθλητής ΕΠΣ Κιλκίς ΠΑΟΚ Κρηστώνης, που συγκαταλέγεται στα μεσαίου μονοψηφίου αριθμού σωματεία του νομού με λιγότερο αρνητικές επιπτώσεις στο ταμείο τους από την κρίση, ορθώς επέλεξε να επαναλάβει φέτος την περυσινή πορεία πρωταθλητισμού, με τον νου στην διεκδίκηση της ανόδου στην γ΄εθνική κατηγορία, αλλά και να δώσει το “παρών” στον θεσμό του κυπέλλου Ελλάδος, στους πρώτους δύο γύρους ως κυπέλλου ερασιτεχνών, εν συνεχεία δε ενιαίου, όπως αναφέρθηκε.

Ειδικότερα, από την συμμετοχή του σ’ αυτό ο ίδιος κερδίζει σε φήμη και αποκομίζει κάποιο οικονομικό όφελος, ενώ και το κιλκισιώτικο ποδόσφαιρο διατηρεί έστω και ένα δείγμα εκπροσώπησης σε πανελλήνιο επίπεδο, μετά τον δραματικό εκμηδενισμό της στον χώρο των εθνικών κατηγοριών κατά την περυσινή αγωνιστική περίοδο.

Τούτο σημαίνει, ότι σ’ αυτήν την δευτέρα τη τάξει πανελλήνια διοργάνωση ο ΠΑΟΚ Κρηστώνης δεν πορεύεται μόνος, αλλά τυγχάνει της υποστηρίξεως του συνόλου του χώρου του κιλκισιώτικου ποδοσφαίρου ή, τουλάχιστον, μιάς μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων του που… δεν “φορούν παρωπίδες” οπαδισμού.

Και η περίπτωσή του δείχνει τον “δρόμο”, τον οποίο πρέπει να ακολουθούν σ’ αυτό το θέμα τόσο τα μεσαίου μονοψηφίου αριθμού σωματεία του νομού με κάποια οικονομική ευχέρεια όσο και όλοι οι συντελεστές της λειτουργίας του “οικοδομήματος”του κιλκισιώτικου ποδοσφαίρου.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα