Εννιά χρόνια χωρίς τον ποιητή του κινηματογράφου

Πολιτισμός /

Γράφει η Σοφία Κεσίδου*

Σήμερα συμπληρώνονται εννιά χρόνια χωρίς τον ποιητή του κινηματογράφου, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.
Τον δημιουργό που κατέγραψε με απίστευτη κινηματογραφική μαεστρία την ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Με τις παθογένειες και τους ολέθρους του, τους ήρωες και τους τυχοδιώκτες του, τους ενθουσιασμούς και τις απογοητεύσεις του. Κατέγραψε μίαν Ελλάδα βαθύτατα λαβωμένη από τον εμφύλιο, μίαν Ελλάδα με ερημωμένα χωριά, μίαν Ελλάδα όμως που οι άνθρωποι της αγωνιούν για να υπάρξουν με αξιοπρέπεια.

Ο Αγγελόπουλος μέσα από ατέλειωτες σιωπές μπόρεσε να φωνάξει τα πιο μεγάλα οράματα, να θρηνήσει τις πιο μεγάλες απώλειες, να κραυγάζει τις πιο μεγάλες διαμαρτυρίες.

Η τέχνη του είναι μια εμπειρία. Μια πρόκληση στην εξουσία. Μια ελεγεία στον ξενιτεμό. Ένας ύμνος στο νόστο.

Πλάνα χειρουργικής ακρίβειας. Φωτογραφία γεμάτη ποίηση. Ιστορία που ξετυλίγεται αργά, βήμα το βήμα.
Τα 13 κινηματογραφικά διαμαντάκια μεγάλου μήκους τον καθιέρωσαν ως έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους σκηνοθέτες του παγκόσμιου σινεμά.

Επιχειρώ μια ενδεικτική αναφορά στις ταινίες μεγάλου μήκους, μικρή αναμόχλευση μνήμης του μεγάλου καλλιτέχνη, αν και όπως λέει ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, «ο Αγγελόπουλος, όπως και άλλοι σύγχρονοι σκηνοθέτες του διεθνούς κινηματογράφου, «ενθαρ¬ρύνει» τους «σπόρους» της τέχνης του να βλαστήσουν, ώστε η ταινία ν’ απλωθεί από το αφηγηματικό κέντρο της σ’ έναν αλη¬θινό θύσανο σημαινομένων, με αποκλίνοντα, αλλά συγ¬χρόνως, αλληλοσυνδεόμενα νήματα, που φτάνουν σε περιοχές απρόβλεπτα μακρινές».

Η «Αναπαράσταση», η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους το 1970 βασίζεται σε πραγματικό γεγονός και χρησιμοποιεί τον αστυνομικό καμ¬βά για να κοιτάξει βαθύτερα: δύο πλάσματα αντιμέτωπα με καταπιεστικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, δύο ανθρώπους που με απελπισμένο και ανίερο τρόπο κάνουν την προσωπική τους επανάσταση. Η ταινία βραβεύεται στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1972 γυρνάει τις «Μέρες του 36″, μια ταινία ιστορική μελέτη για τους αγώνες που οδήγησαν σε μια δικτατορία, αλλά και μια ταινία για την ανάγκη του ανθρώπου να αποδράσει από έναν εκμαυλισμένο κόσμο.

Ακολουθεί μια εμβληματική ταινία, ο «Θίασος», που ιστορικά ακουμπά στο τέλος της Δικτατορίας του Μεταξά και μας φέρνει στον πρώτο καιρό της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, μέσα από την περιπλάνηση ενός μπουλουκιού. Η ταινία θα μπορούσε να είναι υποψήφια για Βραβείο Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, αλλά, σύμφωνα με τα όσα λέει ο παραγωγός της ταινίας, ο Γιώργος Παπαλιός, « η κυβέρνηση Καραμανλή, με το επιχείρημα ότι η ιδεολογία του «Θιάσου» ήταν μονόπλευρη και αριστερή, αρνήθηκε να την υποβάλει ως κρατική εκπροσώπηση στο Φεστιβάλ. Προβλήθηκε όμως ο Θίασος στο «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών» όπου ο Γερμανός σκηνοθέτης Werner Herzog σηκώθηκε, ανέβηκε στη σκηνή και φίλησε τα παπούτσια του Αγγελόπουλου».

Το 1980 με την ταινία «Μεγαλέξανδρος» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ασχολείται με τον σοσιαλισμό και τις ιδεολογικές συγκρούσεις στο χώρο της Αριστεράς, ενώ το 1984 με το «Ταξίδι στα Κύθηρα» προσπαθεί να διαχειριστεί την προσαρμογή ενός πολιτικού πρόσφυγα στην ελληνική πραγματικότητα. Μυθώδης η ερμηνεία του Μάνου Κατράκη. Ακολουθεί ο «Μελισσοκόμος» το 1986 με πρωταγωνιστή το Μαρτσέλο Μαστρογιάνι) και κλείνει την «τριλογία της σιωπής» με το «Τοπίο στην Ομίχλη» το 1988, που βραβεύτηκε με τον Αργυρό Λέοντα του Φεστιβάλ της Βενετίας.

Στην ταινία «Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού» το 1991 μένεις άφωνος τη στιγμή που ο Ηλίας Λογοθέτης με το πόδι μετέωρο στη γραμμή των συνόρων απομυθοποιεί την ύπαρξη τους «Αν κάνω λέει ένα βήμα είμαι αλλού». Δεν ξεχνάμε βέβαια τη διαφωνία του μητροπολίτη Αυγουστίνου (Καντιώτης) με το περιεχόμενο της ταινίας που κατέληξε στον αφορισμό του Αγγελόπουλου.

Το 1995, ο Αγγελόπουλος γυρίζει «Το Βλέμμα του Οδυσσέα», όπου η εναγώνια αναζήτηση ενός φιλμ που κατέγραψε το πρώτο βλέμμα στη βαλκανική χερσόνησο, γίνεται η αναζήτηση μιας άλλης οπτικής του κόσμου.
Το 1998 με την ταινία «Μια Αιωνιότητα και μία μέρα», κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες για να ακολουθήσει η πρώτη ταινία μιας προγραμματισμένης τριλογίας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Το «Λιβάδι που δακρύζει», ταινία απαράμιλλης ποιητικής ομορφιάς, το 2004 είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας, με ιστορική αναφορά από το 1919 έως το 1949 και τις περιπέτειες μιας ομάδας Ελλήνων προσφύγων που εγκαταλείπουν την Οδησσό με την έλευση του Κόκκινου Στρατού και εγκαθίστανται στην Ελλάδα.

Ακολουθεί το 2008 το δεύτερο μέρος της τριλογίας με την « Σκόνη του Χρόνου, με κεντρικό πρόσωπο την Ελένη και αναδρομή στα τελευταία πενήντα χρόνια που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα.

Στο τέλος του 2011 ξεκίνησε τα γυρίσματα της ταινίας «Η άλλη θάλασσα», που θα αποτελούσε και την ολοκλήρωση της τριλογίας. Ο απρόσμενος θάνατος του μεγάλου σκηνοθέτη διέκοψε βίαια το έργο του.

Η εικαστικότητα των πλάνων του όμως, η υπαρξιακή αγωνία των ταινιών του, η βαθιά καλλιέργεια και η διανοητική συγκρότηση του όπως αυτή αποτυπώθηκε στα σενάρια του σε συνδυασμό με τη εξαίσια μουσική της Ελένης Καραίνδρου, του εξασφαλίζουν κεντρική θέση στο πάνθεο του παγκόσμιου κινηματογράφου και στις καρδιές των απανταχού σινεφίλ.

Κλείνω με ένα ανέκδοτο ποίημα του

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία, αλλά δε μπορώ να κάνω το ταξίδι σας.
Είμαι επισκέπτης.
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά..
Κι έπειτα, δε μου ανήκει.
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι».
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου, είχα πει κάποτε με υπεροψία.
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε.
Ότι δεν έχω, καν, όνομα.
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο.
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάζω. Ξεχάστε με στη θάλασσα.
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.»

*Πολίτισσα του Δήμου Κιλκίς

Περισσότερα
Δείτε ακόμα