Το παραδοσιακό συγκρότημα νέων του Πολυπέτρου κατά την δεκαετία του ’50

Αρθρογραφία /

Απο αριστερά ο Δημήτρης Κιτσούκης κλαρίνο, ο Κώστας Γραμματικός ούτι, ο Φώτης Μουρτιάδης βιολί και ο Θεόδωρος Μαυρουδής νταούλι

Του Πολυκράτη Παντσίδη

Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός, ότι, πέραν των δύο δεξιοτεχνών της γκάιντας Αθανάσιο (Νάτσο) Μισίρκο (1884-1970) και Νικόλαο Πεχλιβάνη (1884-1960), οι οποίοι γιά πολλές δεκαετίες ασχολούνταν επαγγελματικώς με την παραδοσιακή μουσική, το χωριό μας, το Πολύπετρο, δεν απέκτησε άλλους μουσικούς, άξιους να συνεχίσουν την λαϊκή μουσική παράδοση του τόπου.

Μία και μοναδική απόπειρα ίδρυσης παραδοσιακού μουσικού συγκροτήματος, σημειώθηκε στην δεκαετία του ’50 από νέους της εποχής εκείνης, χωρίς, όμως, να καταστεί εφικτή η εδραίωση και η σε βάθος χρόνου διάρκειά του στην τοπική κοινωνία του χωριού και της γύρω περιοχής. Η προσφορά, ωστόσο, του εν λόγω συγκροτήματος στην πολιτιστική και κοινωνική ζωή του χωριού μας, ήταν αναμφιβόλως σημαντική, δεδομένου ότι η εμφάνισή του συνέπεσε με τα πρώτα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου, την δεκαετία του ‘50. Αξίζει, λοιπόν, την δραστηριότητα αυτή να την μνημονεύσουμε, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο κεφάλαιο της ιστορίας του Πολυπέτρου.

Οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις αρχές της δεκαετίας του ‘50

Αμέσως μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου, στο Πολύπετρο, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, οι άνθρωποι οραματίζονταν ένα νέο ξεκίνημα γεμάτο αισιοδοξία και ελπίδα γιά μία καλύτερη ζωή.

Εξ αιτίας των συνεπειών του μακροχρονίου πολέμου, που προηγήθηκε, οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν εξαιρετικώς αντίξοες. Επόμενο ήταν, να αναζητούν τρόπους να ασχοληθούν και με άλλα πράγματα, γιά να ξεφύγουν από την σκληρή καθημερινή τους πραγματικότητα. Η μικρή κλειστή κοινωνία του χωριού τους δεν διέθετε τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες, που θα μπορούσε να προσφέρει η μεγάλη πόλη.

Έτσι, λοιπόν, οι κάτοικοι του Πολυπέτρου, με μπροστάρηδες τους νέους της εποχής, ανέλαβαν δυναμικές πρωτοβουλίες. Συγκρότησαν μία παραδοσιακή μουσική ορχήστρα. Ίδρυσαν (ανεπισήμως) γιά πρώτη φορά ποδοσφαιρική ομάδα. Διοργάνωσαν τα πανηγύρια του χωριού με την συμμετοχή γνωστών συγκροτημάτων από την ευρύτερη περιοχή, και όχι μόνο. Πραγματοποίησαν χοροεσπερίδες στα καφενεία και σε υπαίθριους χώρους με παραδοσιακούς και μοντέρνους χορούς, που έδιναν την δυνατότητα στους νέους, αγόρια και κορίτσια, για πρώτη φορά να χορεύουν μαζί, και, επί πλέον, καθιέρωσαν την βόλτα της Κυριακής[i] που επίσης ενίσχυε την συναναστροφή των δυο φύλων. Παράλληλα, η επαναλειτουργία του δημοτικού σχολείου και η ίδρυση του «Σπιτιού του Παιδιού» (1956) από το Βασιλικό Ίδρυμα Πρόνοιας, με τις δράσεις που ανέπτυσσαν, βοήθησαν σημαντικά στην ανάπτυξη του επιπέδου ζωής των κατοίκων. Σημαντική κοινωνική αλλαγή σημειώθηκε και στον τρόπο λειτουργίας της παραδοσιακής οικογένειας, η οποία άρχισε να αποδεσμεύεται από περιορισμούς, που έθεταν οι παρωχημένες ηθικές αξίες παλαιοτέρων εποχών. Έτσι, λοιπόν, οι γονείς δειλά – δειλά άρχισαν να ενδιαφέρονται γιά ένα καλύτερο μέλλον γιά τα παιδιά τους ενθαρρύνοντάς τα να αποκτήσουν περαιτέρω γνώση μέσω της φοίτησής τους σε ανώτερες βαθμίδες εκπαίδευσης.

Η ίδρυση του μουσικού συγκροτήματος

Την αρχή της νέας αυτής πολιτιστικής και κοινωνικής κατάστασης, που διαμορφώνεται στο Πολύπετρο την δεκαετία του ‘50 κάνει, με την εμφάνισή της, η παραδοσιακή μουσική ορχήστρα του χωριού. Ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1951 από μία ομάδα νέων αγοριών του χωριού μας, με έκδηλη την ανάγκη να εκφράσουν τις νεανικές τους ανησυχίες.

Επρόκειτο γιά ένα μουσικό σχήμα με παραδοσιακά όργανα που ασχολείται με την δημοτική μουσική όλων των περιοχών της χώρας μας αλλά και με την μοντέρνα μουσική της εποχής εκείνης του ‘50.

Το συγκρότημα αποτελείται από τους εξής οργανοπαίκτες – ιδρυτικά μέλη: Φώτη Μουρτιάδη (1935), στο βιολί, Δημήτρη Κιτσούκη (1934), στο κλαρίνο, Θεόδωρο Μαυρουδή στο νταούλι και «ντραμς» (1931-2013) και Κώστα Γραμματικό στο ούτι (1933 – 2003). Στην πορεία εισχώρησαν συμπληρωματικώς και οι Ηλίας Γραμματικός (1935-2021) ούτι, Ιορδάνης Σαββόγλου (1932-2005) κλαρίνο και Διονύσης Μαυρουδής κλαρίνο (1933-1981).

Τα νεαρά αυτά μέλη του συγκροτήματος σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφεραν να γίνουν τα πιό δημοφιλή πρόσωπα στο χωριό, συμβάλοντας ουσιαστικώς στην ψυχαγωγία των κατοίκων του.

Εκτός από την συμμετοχή τους στα καθιερωμένα μουσικά δρώμενα, που έως τότε γίνονταν στο χωριό (γάμους, αρραβώνες, πανηγύρια), το συγκρότημα καθιέρωσε και το απογευματινό γλέντι της Κυριακής μετά την «βόλτα», αρχικώς στο καφενείο του Κύρου Κυριάκου και στην συνέχεια στο εξοχικό κέντρο διασκέδασης στο Πλατανόρεμα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.[ii]

Η φήμη του συγκροτήματος γρήγορα εξαπλώθηκε και στην ευρύτερη περιοχή, καθώς πολύ συχνά καλούνταν να συμμετάσχουν σε γάμους και πανηγύρια. Η αίγλη και η γοητεία, που αντανακλούσε το συγκρότημα, συμπαρέσυρε αρκετούς νεαρούς του χωριού στην ενασχόληση με την μουσική. Ο Στυλιανός Μπεκτασιάδης του Ιορδάνη απέκτησε βιολί, ο Δημήτρης Μπεκτασιάδης του Άνθιμου ακκορντεόν, ο Οδυσσέας Παντσίδης βιολί, ο Αριστομένης (Μένος) Αλέκογλου μπουζούκι, ο Χαράλαμπος Κυφωνίδης κιθάρα, ο Κώστας Μισίρκος εγγονός του γκαϊντατζή Νάτσου Μισίρκου προσπάθησε να παίξει την γκάιντα του παππού του.

Το συγκρότημα συγκέντρωνε όλες εκείνες τις βασικές προϋποθέσεις, που χρειαζόταν γιά να ‘βάλει τα θεμέλια» της μουσικής παράδοσης στο Πολύπετρο και να αφήσει παρακαταθήκη γιά τις επόμενες γενιές. Τα μέλη του ήταν νέοι, κοινωνικοί με χιούμορ, διέθεταν το μεράκι και το ταλέντο και είχαν πολλή όρεξη για δουλειά.

Όλα αυτά ίσως κάτω από άλλες συνθήκες να τους εξασφάλιζαν μία λαμπρή επαγγελματική σταδιοδρομία στο χώρο αυτό. Στο Πολύπετρο, όμως, οι δυνατότητες ανάδειξής τους ήταν όχι μόνο περιορισμένες αλλά και μηδενικές.

Η διάλυση της ορχήστρας

Το συγκρότημα ήταν ενεργό γιά περίπου μία δεκαετία, από της ιδρύσεώς του έως και το 1961 με μία διακοπή περίπου δύο χρόνων (1957, 1958) λόγω της στρατεύσεως δύο εκ των βασικών στελεχών του, των Δημήτρη Κιτσούκη και Φώτη Μουρτιάδη.

Συγκεκριμένοι αντικειμενικοί λόγοι καθόρισαν την μικρή διάρκεια δράσης του συγκροτήματος έως και την πλήρη διάλυσή του.

Οι λόγοι ήταν:

  • Εξαρχής γιά τα μέλη του συγκροτήματος η μουσική, δεν ήταν στόχος επαγγελματικής αποκατάστασης, αλλά το μέσο γιά την δημιουργική και ευχάριστη αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου τους.
  • Ο χρόνος, που διέθεταν τα μέλη του συγκροτήματος γιά την ενασχόλησή τους με την μουσική δεν ήταν απεριόριστος, καθώς η ανέχεια, που μάστιζε τα πρώτα εκείνα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου τους κατοίκους του χωριού, τους ανάγκαζε από πολύ μικρή ηλικία να εργάζονται στο χωράφι και στο βόσκημα των ζώων, γιά να στηρίξουν με τις μικρές τους δυνάμεις, την αξιοπρεπή επιβίωση της πολυμελής οικογένειας τους.
  • Όταν κάποιο από τα μέλη πήγαινε στο στρατό, η ομάδα αποδυναμωνόταν και αποσυντονιζόταν.
  • Αλλά ο σπουδαιότερος λόγος, που οδήγησε στην οριστική διάλυση του συγκροτήματος ήταν, όταν δύο από τα τέσσερα βασικά μέλη της ομάδας, ο Φώτης Μουρτιάδης το 1962 και ο Δημήτρης Κιτσούκης το 1964, μετανάστευσαν στην τότε Δυτική Γερμανία για ανεύρεση εργασίας.

Η αξιέπαινη αυτή προσπάθεια, δυστυχώς, δεν είχε την τύχη να ευδοκιμήσει. Τα μουσικά όργανα των μουσικών του χωριού μας, έπαυσαν να ηχούν χαρμόσυνα στο χωριό, και μαζί τους κάθε ελπίδα γιά μουσική συνέχεια στο Πολύπετρο.

Έως και σήμερα το χωριό μας δεν κατάφερε να δημιουργήσει κάποια μουσική «κομπανία» ή κάποιον παραδοσιακό ερμηνευτή. Μεμονωμένες εξαιρετικές φωνές υπήρξαν στο παραδοσιακό τραγούδι, οι οποίες, όμως, δεν εξελίχθησαν επαγγελματικώς. Πολύ αργότερα και έως σήμερα συγχωριανοί μας, που δεν διαμένουν στο Πολύπετρο, ασχοληθήκαν και ασχολούνται με την μουσική και το τραγούδι, σε επαγγελματικό ή ερασιτεχνικό επίπεδο με επιτυχία. Γιά αυτούς θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Απο αριστερά ο Δημήτρης Κιτσούκης κλαρίνο, ο Κώστας Γραμματικός ούτι, ο Φώτης Μουρτιάδης βιολί και ο Θεόδωρος Μαυρουδής νταούλι

Μνήμες από τους οργανοπαίκτες

Την σύντομη διαδρομή του συγκροτήματος με το θετικό «αποτύπωμά» τους, έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε μέσα από τις αφηγήσεις τριών εκ των μελών του, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορία του, καθώς και τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη στο χωριό μας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΙΤΣΟΥΚΗΣ του Γεωργίου και της Βασιλικής

Ιδρυτικό μέλος συγκροτήματος.

«Γεννήθηκα το 1934. Το 1950 δεν είχα πάει ακόμα στο στρατό, ήμουν 16 χρονών, βοσκούσα τα πρόβατα του πατέρα μου. Έβλεπα στα πανηγύρια του χωριού, τους οργανοπαίκτες, και μου άρεσε το κλαρίνο. Μια λαχτάρα με έπιασε να το αποκτήσω. Το μυαλό μου στριφογύριζε γύρω από αυτό. Πώς να το πω στον πατέρα μου! Ήταν φτωχός. Μιάν ημέρα αποφάσισα να του το πω. Και ο πατέρας μου, δεν μου χάλασε το χατίρι. Πήγαμε στνο Στάθη και από εκεί από έναν κλαριντζή που το όνομά του ήταν Θωμάς Τζέκος αγοράσαμε ένα μεταχειρισμένο κλαρίνο. Λεφτά δεν είχαμε και το αγοράσαμε με σιτάρι.

Η Τούμπα τότε είχε πολύ καλούς παραδοσιακούς μουσικούς. Ήταν πολύ γνωστοί στην περιοχή μας και πήγαιναν σε γάμους και πανηγύρια.

Αποφασίσαμε με τον φίλο μου Φώτη Μουρτιάδη να πάμε στην Τούμπα να μάθουμε, εγώ κλαρίνο και ο Φώτης βιολί, που μόλις είχε αγοράσει. Εγώ πήγα στον κλαριντζή Νικολάκη Δαφλίδη και ο Φώτης στον βιολιτζή Λιονταρή Δοντσίδη, γαμβρό του Δαλφίδη. Θυμάμαι την πρώτη μέρα, ξεκινήσαμε με τα πόδια να πάμε στην Τούμπα και στα χέρια μας κρατούσαμε τα όργανα. Εγώ είχα εκεί την γιαγιά μου και κοιμόμουν στο σπίτι της. Ο Φώτης έμενε στο σπίτι του Λιονταρή. Δύο μήνες κράτησε η εκπαίδευση. Μου μάθαινε τις φωνές του οργάνου. Η ψιλή φωνή ήταν «σ ι μι ντο» και η χονδρή «λα μι ντο». Έμαθα τους δρόμους «Τρες ποτ». Τα έπαιρνα εύκολα, και σε ένα μήνα «μπήκα στο νόημα».

Για να πληρώσω τον Νικολάκη, ο μπαμπάς μου πούλησε ένα γουρουνάκι 40 κιλών.

Εν τω μεταξύ, και οι φίλοι μου αγόρασαν όργανα, ο Κώστας Γραμματικός ούτι και ο Θεόδωρος Μαυρουδής ντραμς. Ντραμς έλεγαν το νταούλι που είχε ενσωματωμένο ένα μεταλλικό ταψί. Ο Κώστας είχε μια θεία στο Στάθη, την επισκεπτόταν συχνά και από εκεί βρήκε ένα ούτι και το αγόρασε. Ο Θόδωρος δεν θυμάμαι από πού πήρε το ντραμς, όμως καταπιανόταν με αυτά από μικρός, κατασκεύαζε μόνος του φλογέρες και προσπάθησε μόνος του να κατασκευάσει και γκάιντα. Όλοι μας τότε μικρά τσομπανάκια μάθαμε να κατασκευάζουμε φλογέρες και να τις παίζουμε από πολύ μικρή ηλικία. Όταν τελείωσε η εκπαίδευση μας και γυρίσαμε στο χωριό, κάναμε το συγκρότημα.

Ξεκινήσαμε δειλά – δειλά και γρήγορα παίζαμε σε γάμους. Πηγαίναμε και σε άλλα χωριά. Όταν κάποιος από την ομάδα δεν μπορούσε να έρθει σε μια εκδήλωση που μας καλούσαν στην θέση του παίρναμε οργανοπαίκτη από άλλο χωριό. Αναπληρωματικό βιολιτζή είχαμε τον Σάββα Χρυσοστομίδη από τον Γερακώνα και ντραμς τον Γιώργο Φωτιάδη από το Δυτικό Πέλλας. Για κλαρίνο τον Ιορδάνη Σαββόγλου και Διονύση Μαυρουδή».

 

ΦΩΤΗΣ ΜΟΥΡΤΙΑΔΗΣ του Βασιλείου και της Σοφίας

Ιδρυτικό μέλος συγκροτήματος.

«Γεννήθηκα το 1935. Από πολύ μικρός που θυμάμαι τον εαυτό μου, τραγουδούσα. Είχαμε και μια μουσική παράδοση από την πλευρά του πατέρα μου. Τα αδέλφια του ο Δημήτρης και ο Παναγιώτης, στο χωριό τους το Κίζδερβεντ ήταν σπουδαίοι μουσικοί. Ο Δημήτρης έπαιζε λαούτο και ο Παναγιώτης βιολί. Ο Παναγιώτης με τον ερχομό στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή. Οι Κιζδερβενιώτες τον ήξεραν όλοι. Παναγιώτη Κεμανετζή τον αποκαλούσαν. Ίσως να κληρονόμησα από αυτούς το «μικρόβιο» της μουσικής.

Το 1950, σε ηλικία 15 χρονών, δίχως να το γνωρίζω, ο αδελφός μου Αβραάμ, μεγαλύτερος κατά τέσσερα χρόνια από μένα, όταν τελείωσε την εξαμηνιαία εργασία του, του Αγίου Δημητρίου, ως τσομπάνης στην Αγροσυκιά στα πρόβατα ενός Σαρακατσάνου, Τσεκούρας ονομαζόταν. Με τα χρήματα που πήρε πήγε στην Θεσσαλονίκη με τον φίλο του Αριστομένη Αλέκογλου και αγόρασε το πρώτο του κοστούμι και ένα βιολί δώρο για μένα. Δεν μου είπε, ότι θα μου πάρει βιολί, μου έκανε έκπληξη. Η χαρά μου δεν περιγραφόταν, είχα στα χέρια μου ένα ολοκαίνουργιο βιολί και μάλιστα δικό μου!

Τότε, και ο φίλος μου Δημήτρης Κιτσούκης, αγόρασε και αυτός ένα κλαρίνο, νομίζω λίγες ημέρες πριν από εμένα. Σκεφτήκαμε, ότι έπρεπε να πάρουμε κάποια μαθήματα, γιά να μάθουμε να παίζουμε τα όργανα. Έτσι επήγαμε στους παραδοσιακούς μουσικούς της Τούμπας. Εγώ στον βιολιστή Λιονταρή Δοντσίδη και ο Δημήτρης στον Νικολάκη Δαφλίδη για κλαρίνο.

Με τα πόδια πηγαίναμε και ερχόμασταν. Άλλοτε μέναμε γιά ένα μικρό διάστημα εκεί. Η εκπαίδευση μας ήταν πρακτική, αλλά το μεράκι μας ήταν τόσο μεγάλο που γρήγορα αναπτύξαμε μεγάλη πρόοδο και σε λίγους μήνες το ρεπερτόριο μας ήταν ικανό να βγάλει το γλέντι ενός γάμου.

Έτσι κάναμε το συγκρότημα. Ήταν τετραμελές. Εγώ έπαιζα βιολί, ο Δημήτρης κλαρίνο, ο Θόδωρος Μαυρουδής νταούλι, ο Κώστας Γραμματικός ούτι, και όταν ο Κώστας πήγε φαντάρος, την θέση του πήρε ο αδελφός του Ηλίας. Αυτή ήταν η ομάδα μας.

Εκτός από τους γάμους, τα πανηγύρια και τους αρραβώνες, κάθε Κυριακή τα Καλοκαίρια είχαμε για στέκι το καφενείο του μπάρμπα Κύρου Κυριάκου. Εκεί παίζαμε και διασκέδαζε όλη η νεολαία του χωριού. Βγάζαμε και μεροκάματο από τις δραχμές, που μας πετούσαν. Ο μπάρμπα Κύρος μας πρόσφερε το μεζέ και το τσίπουρο. Πηγαίναμε σε γάμους στην Αγριοσυκιά, στην Παλιά Πέλλα, στα Άθυρα, στην Καστανερή σε αρκετά χωριά, που δεν θυμάμαι να στα πω, μέχρι και στην Κρώμνη πήγαμε.

Τα χρόνια εκείνα ήταν έθιμο τα παιδιά, που πήγαιναν φαντάροι, το βράδυ της παραμονής της παρουσίασής τους στον στρατό, διοργάνωναν γλέντι σε κάποιο καφενείο του χωριού και καλούσαν τους φίλους και τα κορίτσια της ηλικίας τους. Παίζαμε και σε αυτά τα γλέντια.

Είχαμε πολύ μεράκι, κάναμε πρόβες πολλές μέσα στην εβδομάδα για να μαθαίνουμε καλά να παίζουμε τα τραγούδια. Την μία ημέρα πηγαίναμε για πρόβα στο σπίτι του ενός, την άλλη στου άλλου. Παίζαμε και τραγουδούσαμε όλα τα τραγούδια της εποχής εκείνης.

Το εξοχικό κέντρο

Ήταν όταν απολύθηκα από το στρατό το 1959. Με τον αδελφό μου Γιώργο και τον Δημήτρη Σαββόγλου, ανοίξαμε ένα κέντρο διασκέδασης δίπλα στο ποτάμι και το λειτουργούσαμε τους καλοκαιρινούς μήνες. Εκεί η οικογένειά μου είχε ένα μαντρί από πλιθιά. Ένα μέρος του το μετατρέψαμε σε μαγαζί, και ο κόσμος το ονόμασε εξοχικό κέντρο. Κάναμε ένα πάγκο, φέραμε τραπέζια και καρέκλες για τους πελάτες και σερβίραμε από ξηρούς καρπούς και αναψυκτικά μέχρι τσίπουρα, μπύρες και μεζέδες. Πάνω σε ένα πλατάνι ψηλά κρεμάσαμε και ένα ηχείο, και η μουσική ακουγόταν σε όλο το χωριό. Παίζαμε μουσική από ένα πικάπ που αγοράσαμε και από ένα γραμμόφωνο. Τις Κυριακές, αλλά και πολλές γιορτές, η ορχήστρα μας «έβγαζε» κανονικό «ζωντανό» πρόγραμμα.

Γρήγορα το μαγαζί μας έγινε γνωστό και στα γύρω χωριά. Γινόταν «χαμός» από κόσμο. Ήταν και η βόλτα της Κυριακής, που είχαμε πολλά αγόρια και κορίτσια της παντρειάς. Αγόρια από άλλα χωριά, ερχόταν με τα πόδια για να γαμπρίσουν και να διασκεδάσουν στο μαγαζί μας. Όταν τελείωνε η βόλτα όλοι κατέληγαν στο κέντρο μας να απολαύσουν το πρόγραμμα, που βγάζαμε. Χόρευαν ασταμάτητα. Ήταν μια τρέλλα. Το μαγαζί λειτούργησε για τρία Καλοκαίρια έως το Καλοκαίρι του 1961. Μετά το 1962 έφυγα στην Γερμανία, και το μαγαζί έκλεισε και το συγκρότημά μας διαλύθηκε».

ΗΛΙΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ του Αθανασίου και της Γεωργίας

Μέλος συγκροτήματος.

«Εγώ γεννήθηκα το 1935. Μπήκα στην ομάδα πριν πάω φαντάρος. Ο αδελφός μου Κώστας είχε αγοράσει ένα ούτι από το Στάθη. Έπαιζε στην ορχήστρα που έκαναν με τα άλλα παιδιά. Όταν ο Κώστας πήγε φαντάρος, το ούτι το πήρα εγώ. Δεν πήγα να μάθω σε κάποιον, όπως ο Φώτης Μουρτιάδης και ο Μήτσος Κιτσούκης. Μόνος, ό,τι κατάφερα έμαθα, βλέποντας τον αδελφό μου.

Ο γάμος στην Ν.Κρώμνη

Θα σου πω γιά το γάμο στην Κρώμνη. Εντόπιο χωριό, παλιά το έλεγαν Κορνισιόρ. Ένας πλούσιος Κεχαγιάς ήταν ο πατέρας του γαμβρού, ήρθε και μας βρήκε εδώ στο χωριό, μας είδε να παίζουμε σε ένα γάμο στο Μελίσσι. Συμφωνήσαμε. Πήγαμε στα Γιαννιτσά, δεν θυμάμαι με τι πήγαμε, Σάββατο ήταν πρωί. Εκεί στην πλατεία «Μάγγου» αφού φάγαμε από ένα πατσά, σκεπτόμασταν με τι θα πάμε στην Κρώμνη.

Κάποια στιγμή είδα ένα φορτηγάκι που έγραφε έδρα Κρώμνη. Τον ρώτησα, ρε πατριώτη είσαι από την Κρώμνη. Και ανεβήκαμε στη καρότσα. Το ονόμαζαν «πύραυλο», διότι ήταν το μόνο που κατάφερνε να ανεβαίνει στην Κρώμνη που ήταν σκαρφαλωμένη στις πλαγιές του Πάικου.

Ήμασταν τέσσερα άτομα, εγώ, ο Φώτης, ο Μήτσος και ο Γιώργος Φωτιάδης από το Δυτικό που έπαιζε ντραμς, τον πήραμε στην θέση του Θόδωρου Μαυρουδή, που δεν μπορούσε να έρθει.

Τότε κατασκεύαζαν τον δρόμο για την Κρώμνη, είχε πολύ λάσπη και ο οδηγός δυσκολευόταν να μπει στο χωριό από τις λάσπες και μας κατέβασε σε κάποιο σημείο του δρόμου. Περπατήσαμε αρκετά μέσα στις λάσπες, για να μπούμε στο χωριό. Βρήκαμε το σπίτι του γαμβρού. Κουρδίσαμε τα όργανά μας. Τα κορίτσια μας βλέπανε από μακριά, εμείς νέοι τα λέγαμε καμιά κουβέντα, αυτά ντρεπότανε και γελούσαν. Στην αρχή δεν χορεύανε. Τα δύο κορίτσια του δασοφύλακα ξεκίνησαν το χορό. Μετά πιάστηκαν και τα άλλα, και δεν σταματούσαν.

Όταν πήγαμε να πάρουμε τον κουμπάρο είχε νυχτώσει, οι γυναίκες μας περίμεναν με καντήλες πετρελαίου στο χέρι. Κάπνιζαν τόσο πολύ, που τα άσπρα μας πουκάμισα, που φορούσαμε ως μουσικοί, στο τέλος έγιναν μαύρα, κατάμαυρα. Ένα πουκάμισο είχαμε όλο κι όλο, αυτό φορούσαμε όλες τις ημέρες του γάμου. Είχα αγοράσει και ένα καινούργιο σακκάκι καρό, έγινε από την κάπνα κατάμαυρο και αυτό.

Κάποια στιγμή ο κουμπάρος, στο δρόμο που πηγαίναμε από το σπίτι του προς το σπίτι του γαμβρού, μεθυσμένος ανέβηκε σε ένα βράχο και μου ζητούσε επίμονα να του τραγουδήσω ένα αμανέ τουρκικό, αλλιώς δεν είχε σκοπό να κατέβει. Ντρεπόμουνα να του πω δεν ξέρω. Τι μουσικοί θα ήμασταν, άμα δεν ξέραμε να παίζουμε και αμανέδες. Το πήρα επάνω μου, οι άλλοι δεν ήξεραν. Τούρκικα δεν ήξερα ντίπ. Παίρνω το ούτι κάνω πως το κουρδίζω, κρα, κρακ κρα. Παίρνω το ανάλογο ύφος του μεγάλου οργανοπαίκτη, και αρχίζω τον αμανέ με λέξεις τουρκικές που τις χρησιμοποιούμε και εμείς στην γλώσσα μας. Ότι ερχόταν στην γκλάβα μου το» έρριχνα»! Ο Φώτης και οι άλλοι προσπαθούσαν να κρατήσουν τα γέλια τους. Ίδρωσα… θα με πάρουν χαμπάρι είπα… δεν την γλιτώνω θα με δείρουν!

Αλλά αυτοί ενθουσιαστήκανε, εντόπιοι ήταν, όσα τουρκικά ήξερα εγώ, τόσα ήξεραν και αυτοί, ήταν και μεθυσμένοι ο κουμπάρος και η παρέα του. Ένας πήρε ένα κεραμίδι για δίσκο και μάζευε από τον κόσμο δραχμές. Το γέμισε, μου το έφερε, το αδειάζει στην τσέπη μου. Λέω στους άλλους, μάγκες αυτά είναι δικά μου. Είχαμε πολλή πλάκα, γελούσαμε με τους εαυτούς μας.

Δευτέρα πρωί, επιστρέψαμε στο χωριό μέσω Ράμνας (Ομαλού). Στην Ράμνα μας νύχτωσε. Εγώ με τον Γιώργο Φωτιάδη κοιμηθήκαμε στο σπίτι του Χρήστου Δίκλη, ήταν γνωστός μας από τότε που έμεναν στο χωριό μας ως ανταρτόπληκτοι. Ο Φώτης με τον Δημήτρη Κιτσούκη κοιμήθηκαν στο σπίτι του Δημήτρη Τερζή.

Όταν ήταν να πάω φαντάρος, δήλωσα μουσικός. Και με έκαναν σαλπιγκτή. Πέρασα ωραία, ούτε σκοπιά τίποτα, διπλή μερίδα μας τάιζαν. Όταν γύρισα από τον στρατό, η μάνα μου δεν με γνώρισε, πάχυνα! Και ο αδελφός μου ο Κώστας, στον στρατό ήταν σαλπιγκτής στην Βασιλική Φρουρά».

ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΣΑΒΒΟΓΛΟΥ του Χρήστου και της Σοφίας

Μέλος συγκροτήματος.

Γιά τον Ιορδάνη Σαββόγλου μας πληροφορεί η αδελφή του Χριστίνα Σαββόγλου – Κουκουλεκίδου.

«Ο αδελφός μου, όταν απολύθηκε από τον στρατό, πήγε γιά ένα διάστημα και δούλεψε ως εργάτης μαζί με άλλους χωριανούς μας στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ήταν το 1956 περίπου. Από εκεί αγόρασε το κλαρίνο, και όταν γύρισε στο χωριό πήγε και έμαθε κλαρίνο πρώτα σε έναν μουσικό της Γουμένισσας και μετά στον Νικολάκη Δαφλίδη, στην Τούμπα. Όταν έμαθε να παίζει, συμμετείχε και στο συγκρότημα των μουσικών του χωριού μας. Από πολύ μικρός του άρεζε η μουσική, κατασκεύαζε φλογέρες και ήξερε να τις παίζει από μόνος του. Όταν συμμετείχε στο συγκρότημα, θυμάμαι που μαζεύονταν στο σπίτι μας και έκαναν πρόβες».

Ο ΚΙΖΔΕΡΒΕΝΙΩΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΡΤΙΑΔΗΣ

Αξίζει να αναφέρουμε ένα ακόμη γεγονός, που σχετίζεται με την μουσική στο Πολύπετρο, αλλά δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε. Ήταν με την άφιξη των προσφύγων Μικρασιατών – Κιζδερβενιωτών το 1924 στο Πολύπετρο.

Είναι γνωστό, ότι οι Κιζδερβενιώτες διέθεταν σπουδαίους οργανοπαίκτες στο Κίζδερβεντ, και συνέχισαν να παίζουν και στους νέους τόπους διαμονής τους στην Ελλάδα.

Ο Κιζδερβενιώτης Δημήτρης Μουρτιάδης, φημισμένος λαουτάρης από το Κίζδερβεντ, προερχόταν από μουσική οικογένεια, στο Πολύπετρο, όμως, όπου εγκαταστάθηκε, δεν ξανάπιασε στα χέρια του το λαούτο.

Χάθηκε μια καλή ευκαιρία να συνεχιστεί η κιζδερβενιώτικη μουσική παράδοση στο χωριό μας.

[i] Η ΒΟΛΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Η βόλτα της Κυριακής έως και το 1957, γινόταν στον δρόμο της δυτικής εισόδου του χωριού. Με την εγκατάσταση των προσφύγων του εμφυλίου από τα χωριά του Πάικου στο Πολύπετρο (1947-1950) η βόλτα μεταφέρθηκε στον δρόμο από την πλατεία έως το σπίτι του Νικολάου Μπεκτασιάδη (Ντερέμπεη). Καθοριστικό ρόλο στην μεταφορά της βόλτας έπαιξε το καφενείο του πρόσφυγα εκ Κάρπης Μίνσιου Λάζαρου γνωστός ως Μπαηγάνης που άνοιξε την ίδια εποχή και τις Κυριακές λειτουργούσε ως κέντρο διασκέδασης για τους νέους με μουσική που άκουγαν από το γραμμόφωνο. Το 1966 με αφορμή το άνοιγμα του καφενείου του Αβραάμ Μουρτιάδη επέστρεψε και πάλι, στην δυτική είσοδο του χωριού, δίχως να αλλάξει έως σήμερα.

Γιά πρώτη φορά, δειλά – δειλά, τόσο στην «βόλτα» όσο και στο γλέντι που ακολουθούσε, αγόρια και κορίτσια άρχισαν να επικοινωνούν από κοντά, κάτι που έως τότε τα αυστηρά ήθη της εποχής δεν το επέτρεπαν.

[ii] ΤΟ ΓΛΕΝΤΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Το γλέντι της Κυριακής άφησε εποχή στο καφενείο του Κυριάκου Κύρου (πρώην Μπαηγάνη) και μετά στο εξοχικό κέντρο στο Πλατανόρεμα κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ΄΄50. Αγόρια και κορίτσια διασκέδαζαν υπό τους ήχους της νεανικής ορχήστρας Πολυπέτρου, χορεύοντας εκτός από τους παραδοσιακούς χορούς και μοντέρνους στους ρυθμούς του ταγκό, του τουίστ, του βαλς, του μπούκι–μπούκι, του τσα-τσα και άλλων της εποχής εκείνης. Αυθεντία στο «μπούκι – μπούκι ήταν η Λεμονιά Αλέκογλου – Βουδούρη που το χόρευε με τον αδελφό της Αριστομένη και τον ανιψιό της από ξάδελφο Δημήτρη (Μίμη) Πιπιλακίδη. Στο τουϊστ «την παράσταση έκλεβε» η Ανδρομάχη (Νίκη) Αθανασιάδου – Οργαντζή,που το χόρευε με τον Αναστάση Οργαντζή σημερινό σύζυγό της. Ενώ πολύ δημοφιλές ήταν και το θρακιώτικο τραγούδι την εποχή εκείνη το «Τσαλιά αγκάθια πάτησα», που χορευόταν από τα κορίτσια σε ρυθμό χασάπικο αργό.

Τα αγόρια στο γλέντι αυτό έβρισκαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον στο κορίτσι που ήθελαν. Του πρόσφεραν λουκούμι στέλνοντάς το με ένα μικρό αγόρι ή με τον καφετζή. Αν το κορίτσι δεχόταν το λουκούμι, σήμαινε πως ανταποκρινόταν στο κάλεσμα του αγοριού. Βεβαίως, όλα αυτά τα νέα ήθη της διασκέδασης στο γλέντι της Κυριακής, που έφερναν τους νέους και τις νέες πιό κοντά, δεν περνούσαν απαρατήρητα. Την άλλη ημέρα γίνονταν …«πρωτοσέλιδα ειδήσεων» στις γειτονιές του χωριού!

Εκτός από το γλέντι της Κυριακής, την ίδια εποχή παρόμοια γλέντια καταγράφονται και στα άλλα καφενεία του χωριού κατά την διάρκεια του έτους, είτε με την μουσική ορχήστρα είτε με το γραμμόφωνο. Τα καφενεία αυτά ήταν, του Νικολάου Μπεκτασιάδη, του Άνθιμου Μπεκτασιάδη, του Νέστορα Γραμματικού, του Γεωργίου Χειμωνίδη.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η ΒΟΛΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Η βόλτα της Κυριακής έως και το 1957, γινόταν στον δρόμο της δυτικής εισόδου του χωριού. Με την εγκατάσταση των προσφύγων του εμφυλίου από τα χωριά του Πάικου στο Πολύπετρο (1947-1950) η βόλτα μεταφέρθηκε στον δρόμο από την πλατεία έως το σπίτι του Νικολάου Μπεκτασιάδη (Ντερέμπεη). Καθοριστικό ρόλο στην μεταφορά της βόλτας έπαιξε το καφενείο του πρόσφυγα εκ Κάρπης Μίνσιου Λάζαρου γνωστός ως Μπαηγάνης που άνοιξε την ίδια εποχή και τις Κυριακές λειτουργούσε ως κέντρο διασκέδασης για τους νέους με μουσική που άκουγαν από το γραμμόφωνο. Το 1966 με αφορμή το άνοιγμα του καφενείου του Αβραάμ Μουρτιάδη επέστρεψε και πάλι, στην δυτική είσοδο του χωριού, δίχως να αλλάξει έως σήμερα.

Γιά πρώτη φορά, δειλά – δειλά, τόσο στην «βόλτα» όσο και στο γλέντι που ακολουθούσε, αγόρια και κορίτσια άρχισαν να επικοινωνούν από κοντά, κάτι που έως τότε τα αυστηρά ήθη της εποχής δεν το επέτρεπαν.

[1] ΤΟ ΓΛΕΝΤΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Το γλέντι της Κυριακής άφησε εποχή στο καφενείο του Κυριάκου Κύρου (πρώην Μπαηγάνη) και μετά στο εξοχικό κέντρο στο Πλατανόρεμα κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ΄΄50. Αγόρια και κορίτσια διασκέδαζαν υπό τους ήχους της νεανικής ορχήστρας Πολυπέτρου, χορεύοντας εκτός από τους παραδοσιακούς χορούς και μοντέρνους στους ρυθμούς του ταγκό, του τουίστ, του βαλς, του μπούκι–μπούκι, του τσα-τσα και άλλων της εποχής εκείνης. Αυθεντία στο «μπούκι – μπούκι ήταν η Λεμονιά Αλέκογλου – Βουδούρη που το χόρευε με τον αδελφό της Αριστομένη και τον ανιψιό της από ξάδελφο Δημήτρη (Μίμη) Πιπιλακίδη. Στο τουϊστ «την παράσταση έκλεβε» η Ανδρομάχη (Νίκη) Αθανασιάδου – Οργαντζή,που το χόρευε με τον Αναστάση Οργαντζή σημερινό σύζυγό της. Ενώ πολύ δημοφιλές ήταν και το θρακιώτικο τραγούδι την εποχή εκείνη το «Τσαλιά αγκάθια πάτησα», που χορευόταν από τα κορίτσια σε ρυθμό χασάπικο αργό.

Τα αγόρια στο γλέντι αυτό έβρισκαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον στο κορίτσι που ήθελαν. Του πρόσφεραν λουκούμι στέλνοντάς το με ένα μικρό αγόρι ή με τον καφετζή. Αν το κορίτσι δεχόταν το λουκούμι, σήμαινε πως ανταποκρινόταν στο κάλεσμα του αγοριού. Βεβαίως, όλα αυτά τα νέα ήθη της διασκέδασης στο γλέντι της Κυριακής, που έφερναν τους νέους και τις νέες πιό κοντά, δεν περνούσαν απαρατήρητα. Την άλλη ημέρα γίνονταν … «πρωτοσέλιδα ειδήσεων» στις γειτονιές του χωριού!

Εκτός από το γλέντι της Κυριακής, την ίδια εποχή παρόμοια γλέντια καταγράφονται και στα άλλα καφενεία του χωριού κατά την διάρκεια του έτους, είτε με την μουσική ορχήστρα είτε με το γραμμόφωνο. Τα καφενεία αυτά ήταν, του Νικολάου Μπεκτασιάδη, του Άνθιμου Μπεκτασιάδη, του Νέστορα Γραμματικού, του Γεωργίου Χειμωνίδη.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα

Προσπάθεια συγκάλυψης περιστατικού σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο της εκπαίδευσης καταλογίζει στην κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ

«Προσπάθεια συγκάλυψης περιστατικού σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο της εκπαίδευσης;» Αυτό το ερώτημα θέτουν προς τους υπουργούς παιδείας και θρησκευμάτων και […]