Λόγος θεολογικός δεύτερος περί θεολογίας του Αγίου Γρηγόριου του Θεολόγου

Αρθρογραφία /

Του Πολύδωρου Καβακιώτη

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ – ΒΙΟΣ

Ο Ναζιανζηνός ή Θεολόγος Γρηγόριος, γεννήθηκε στη μικρή κωμόπολη Αριανζό κοντά στην Ναζιανζό της Καππαδοκίας, κατά μία εκδοχή το 327 ή 328, ενώ κατ’ άλλη το 329 ή 330. Η μητέρα του Νόννα ήταν ορθόδοξη χριστιανή. Αντιθέτως περιπετειώδης ήταν η συγκρότηση της πίστης του ομώνυμου πατέρα του: αρχικώς ανήκε στη θρησκευτική κοινότητα των Υψισταρίων, μια κοινότητα που προερχόταν από τον συγκρητισμό εθνικών, ιουδαϊκών και χριστιανικών στοιχείων, και λάτρευε αποκλειστικώς ένα και μοναδικό θεό, προσδιοριζόμενο ως Ύψιστο, ενώ αργότερα προσχώρησε στον Χριστιανισμό, του οποίου έγινε και επίσκοπος στη Ναζιανζό, όμως προσχώρησε στο κίνημα του Αρείου.
Ο Θεολόγος Γρηγόριος είχε ως δασκάλους του αρχικώς τον πατέρα του και άλλους συγγενείς, αργότερα σπούδασε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και τελικώς στην Αθήνα, όπου ανέπτυξε στενό φιλικό δεσμό με τον Μ. Βασίλειο, ενώ εξάλλου, μετά την αποπεράτωση των σπουδών του δίδαξε επί ένα έτος στην Αθήνα Ρητορική, το μάθημα της οποίας δίδαξε στη συνέχεια και στη Ναζιανζό.
Αργότερα (356/357) βαπτίστηκε χριστιανός και μετά ένα έτος αποσύρθηκε στην έρημο του Πόντου, όπου ασκήτευε ήδη και o Μ. Βασίλειος. Εκεί ο Θεολόγος Γρηγόριος επιδόθηκε στο συγγραφικό έργο του. Το 361 ή 362, με τις πιέσεις του πατέρα του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Κάτω από ισχυρή πίεση που του άσκησε ο Μ. Βασίλειος χειροτονήθηκε από εκείνον επίσκοπος Σασίμων. Όμως αμέσως επέστρεψε στην ασκητική ζωή του και στο συγγραφικό έργο του.
Μετά τον θάνατο του Μ. Βασιλείου (379) μετέβη στην Κωνστα-ντινούπολη, όπου δραστηριοποιήθηκε κατά των οπαδών του Αρείου, τελικώς δε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος τον εξέλεξε αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση των απόντων επισκόπων Αλεξανδρείας και Μακεδονίας. Ο Γρηγόριος, αποστρεφόμενος τις αντιδικίες και τις ίντριγκες, παραιτήθηκε οικειοθελώς και αποσύρθηκε στην Ναζιανζό, τελικώς δε στη γενέτειρά του Αριανζό, όπου, με προβλήματα υγείας, συνέχισε το πλούσιο συγγραφικό έργο του (λόγους, επιστολές και ποιήματα) έως τον θάνατό του, το 390. Εκείνα τα δύσκολα για τον ίδιο χρόνια είχε γράψει στην Γ’ Προκοπίω επιστολή του (130.1.1-3.5), μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Έχω μεν ούτως, ει δει τάληθές γράφειν, ώστε πάντα σύλλογον φεύγειν Επισκόπων, ότι μηδεμιάς συνόδου τέλος είδον χρηστόν μηδέ λύσιν κακών μάλλον εσχηκός ή προσθήκην. Αει γαρ φιλονεικίαι και φιλαρχίαι (αλλ’ όπως μη με φορτικόν υπολάβης ούτω γράφοντα), και λόγου κρείττονες∙ και θάττον αν τις εγκληθείη κακίαν ετέροις δικάζων ή την εκείνων λύσειε. Δια τούτο είς εμαυτόν συνεστάλην και μόνην ασφάλειαν ψυχής την ησυχίαν ενόμισα. Νυν δε και την αρρωστίαν έχω προστατούσαν της κρίσεως, αεί σχεδόν τα τελευταία πνέων και εις ουδέν εμαυτώ χρήσθαι δυνάμενος».
Ο Γρηγόριος είχε σημαντικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση της Τριαδικής θεολογίας τόσο μεταξύ των ελληνοφώνων και λατινοφώνων θεολόγων και έγινε γνωστός ως «Τριαδικός Θεολόγος». Τα περισσότερα από τα έργα του επηρεάζουν τους σύγχρονους θεολόγους, ειδικά όσον αφορά τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας.
Ο Γρηγόριος είναι άγιος και της Ανατολικής και της Δυτικής Χριστιανικής Εκκλησίας. Στη Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία θεωρείται ως ένας από τους Δασκάλους της Εκκλησίας – στην Ανατολική Ορθόδοξη και στη Δυτική Καθολική Εκκλησία είναι γνωστός ως ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, μαζί με τον Βασίλειο τον Μέγα και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Σε όλη τη ζωή του ο Γρηγόριος αντιμετώπισε διάφορες άκαμπτες επιλογές. Αν θα έπρεπε να ακολουθήσει τις μελέτες ως ρήτορας ή φιλόσοφος; Η ζωή του μοναχού θα ήταν καλύτερη από αυτή του δημόσιου προσώπου; Έπρεπε να ακολουθήσει τη ζωή που ήθελε ή τη ζωή που ήθελαν ο πατέρας του και ο Βασίλειος; Ο Γρηγόριος καταγράφει ότι αυτές οι διαφορές τον βασάνιζαν.
Διδασκαλία
Γνωσιολογία: Κεντρικός στόχος της διδασκαλίας του Γρηγορίου η ερμηνεία του τριαδικού δόγματος και της γνώσης του Θεού. Ο Θεός αποκαλύφθηκε βαθμιαία στον άνθρωπο και σταδιακά. Ο άνθρωπος αποκτά τη γνώση του Θεού μόνο μέσα από αυτά τα στάδια και ανάλογα με την πνευματική του προκοπή. Αυτό έχει μια μικροϊστορική και μια μακροϊστορική σημασία. Αναφέρεται δηλαδή στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά (αλλά και στην ανθρωπότητα ολόκληρη).
Ο Θεός αποκαλύφθηκε αρχικά με τη δημιουργία, κατόπιν με το Νόμο, μετά με την ενανθρώπιση του Υιού και εν τέλει με το Πνεύμα. Αυτά είναι τα στάδια αποκάλυψης του Θεού τα οποία συμβάλλουν στην πνευματική πρόοδο του ανθρώπου. Στα στάδια αυτά η μικροϊστορία και η μακροϊστορία συνάπτονται.
Η φυσική Θεολογία είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να αντιληφθούμε το Θεό και τις ιδιότητές του μέσα από τη δημιουργία. Είναι ένα βασικό στοιχείο στη σκέψη των Καππαδοκών Πατέρων και ιδιαίτερα του Γρηγορίου του Θεολόγου. Είναι γι’ αυτόν ένα πρώιμο στάδιο, η αρχή της πίστης. Η πίστη εκλαμβάνεται από το Γρηγόριο ως Γνώση. Η πίστεως γνώση είναι το βασικότερο αγαθό που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος.
Για το Γρηγόριο υπάρχουν δύο διαδικασίες. Η πρώτη ξεκινάει από τον ίδιο τον άνθρωπο που μέσα από τη δημιουργία προσπαθεί να αντιληφθεί τις ιδιότητες του Θεού, δίνοντάς του κάποια ονόματα. Αυτή η διαδικασία (κατάκτησης της γνώσης) αποτυγχάνει κατά το Γρηγόριο, γι’ αυτό και τη χαρακτηρίζει ως πρώιμο στάδιο γνώσης. Στη δεύτερη έχουμε μια κάθοδο, μια γνώση που προέρχεται από τον ίδιο το Θεό, εμπειρικά.
Ο Γρηγόριος είναι ο κατεξοχήν Θεολόγος της εμπειρίας. Διδάσκει μέσα από το προσωπικό του βίωμα. Η γνώση του για το Θεό δεν είναι διανοητική αλλά εμπειρική. Ζει δηλαδή αυτήν τη γνώση και τη μεταδίδει μέσα από το λόγο του.
Για το Γρηγόριο η γνώση του Θεού δεν μπορεί να βρίσκεται έξω από την εκκλησία. Τα πάντα τελούνται μέσα στην εκκλησία και παίζουν τη σημασία τους μέσα σ’ αυτή. Γι’ αυτό και τα μυστήρια έχουν στόχο να στρέψουν τον άνθρωπο στον Θεό, αποκαθιστώντας τη βλάβη της ανθρώπινης φύσης που έγινε κατά την πτώση.
Χριστολογία: Θεωρεί ότι μέσα από το μυστήριο της σαρκώσεως επιτυγχάνεται το μυστήριο της θεώσεως του ανθρώπου. Ο Γρηγόριος με τη θεωρία του αυτή συνεχίζει τη σκέψη του Μ. Αθανασίου θέλοντας έτσι να καταπολεμήσει τον Απολλινάριο Λαοδικείας.
Τον Γρηγόριο δεν τον ενδιαφέρει να ερμηνεύσει λογικά το μυστήριο της σαρκώσεως. Λέει ότι (όπως δεν μπορεί να ερμηνευθεί το γεγονός «μια φύση τρεις υποστάσεις», έτσι δεν μπορεί να ερμηνευθεί και το γεγονός, «δύο φύσεις, μια υπόσταση”
Κεντρικό θέμα είναι η σωτηρία του ανθρώπου. Ό,τι έχει προσλάβει ο Χριστός αυτό και σώζεται, αυτό και θεώνεται. Αν ο Χριστός προσέλαβε σώμα και άλογη ψυχή, τότε αφήνει έξω από τη σωτηρία το κέντρο του ανθρώπου, τον νου, που μαζί με την ψυχή είναι το κατευθυντήριο εργαλείο της θέωσης. Ο Χριστός προσέλαβε ανθρώπινο νου μαζί με ψυχή και σώμα. Ήταν δηλαδή πλήρης άνθρωπος. Έτσι μόνο επιτυγχάνεται η σωτηρία μας, διότι στον άνθρωπο σώζεται μόνο ότι έρθει σε επαφή με το Θείο. Γι’ αυτό και πρέπει ο Λόγος να προσλάβει όλη την ανθρώπινη φύση και όχι μόνο ένα μέρος της. Διαφορετικά η ενσάρκωση δεν έχει νόημα.
Τριαδολογία: Ο Γρηγόριος είναι ο πρώτος Θεολόγος που ονομάζει Θεό το Άγιο Πνεύμα και κηρύττει ξεκάθαρα την ομοουσιότητά του με τον Πατέρα και τον Υιό. Όλο οι χαρακτηρισμοί στα έργα του μιλούν για τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος.
Μερικά θεολογικά έργα του Γρηγορίου υποστήριζαν, όπως και ο φίλος του Γρηγόριος Νύσσης, την αποκατάσταση των πάντων, σύμφωνα με την οποία ο Θεός θα έφερνε όλα τα δημιουργήματά του σε αρμονία στο Ουράνιο Βασίλειο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι ασεβείς, ακόμη και οι δαίμονες. Στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο(553) η Εκκλησία καταδίκασε αυτή τη διδασκαλία, γιατί δεν στηρίζεται στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός είναι σαφής: «Μέλλει γάρ ο Υιός του ανθρώπου έρχεσθαι εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων αυτού και τότε αποδώσει εκάστω κατά την πράξιν αυτού» (Ματθ.16:27). «Και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως»(Ιωάν.5:29).
Αυτό οδήγησε τους θεολόγους του 190υ αιώνα, Φίλιπ Σχάφφ και Ζ. Β. Χάνσον, να περιγράψουν τη θεολογία του Γρηγορίου καθολική. Αρκετοί σύγχρονοι θεολόγοι, όπως ο Τζον Σαχς, δήλωσαν πώς ο Γρηγόριος έβλεπε μπροστά από την αποκατάσταση, αλλά με συντηρητικό τρόπο. Ωστόσο, δεν είναι τελείως αποδεκτό ότι ο Γρηγόριος πραγματοποίησε το δόγμα της αποκατάστασης.
Ποίηση
Ο Γρηγόριος ήταν γνωστός όχι μόνο ως θεολόγος, αλλά και ως άνθρωπος των γραμμάτων καθώς επίσης και ως ποιητής, αφού έγραψε αρκετά ποιήματα με θεολογικά και ηθικά θέματα. Ολόκληρο το όγδοο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας απαρτίζεται από επιγράμματά του, 254 τον αριθμό, ενώ ακόμη δύο επιγράμματά του (151 και 92) περιλαμβάνονται στο πρώτο βιβλίο1.
1) Άρης Δικταίος, Anthologia Graeca, η λεγόμενη Παλατίνη, εκδόσεις Γκοβόστη, 1980, τ. Α’ σελ. 104.

ΠΗΓΕΣ
• Η Παλαιά Διαθήκη, Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΑΘΗΝΑ 2003.
• Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, του Παναγιώτη Τρεμπέλα, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ». ΑΘΗΝΑ 2005.
• ΕΠΕ – ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑ 4 – ΛΟΓΟΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΙ. ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ“, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1976.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Άννα Κόλτσιου Νικήτα: ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Εκδόσεις Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη, 2000.
2. Χρήστου Αραμπατζή: ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑ ΤΕΙΑΣ, τόμος Α’ Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, 2010.
3. Δρίτσα Δ.— Μπαλιάτσα Δ. — Καραμάτσκου Δ: Λεξικό Πρωτοχριστιανικών, Βυζαντινών και Νεωτέρων Ορθοδόξων Ορών — Εκδόσεις Έννοια Αθήνα 2005.
4. Ελληνόγλωσση Βικιπαιδεία

Εισαγωγικά — Γραμματολογικά στοιχεία του κειμένου1
Εκ των 45 λόγων του αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού οι επτά είναι δογματικοί. Εκ των επτά οι πέντε είναι γνωστοί ως «θεολογικοί λόγοι» και οι άλλοι δύο είναι μεμονωμένοι. Οι πέντε στρέφονται κατά των Ευνομιανών, οι οποίοι ήσαν η κυριότερη μερίδα των Αρειανών. Ο Γρηγόριος τους εξεφώνησε γύρω στο 379-380 ως επίσκοπος Σασίμων, βρισκόμενος στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γρηγόριος τους ονομάζει «Λόγους της Θεολογίας»:
1. ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: Κατά Ευνομιανών Προδιάλεξις.
2. ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: Περί Θεολογίας.
3. ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: Περί Υιού.
4. ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ: Περί Υιού.
5. ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ : Περί Αγίου Πνεύματος.
Γι’ αυτούς (δηλ. τους πέντε Θεολογικούς λόγους) επωνομάσθη και ο ίδιος από τους μεταγενέστερους Θεολόγος.
Τα κείμενα των ως άνω -5- δογματικών λόγων εσχολιάσθησαν κατά την αρχαιότητα από τον Ηλία Κρήτης [PG 36, 757-898].

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στον «Περί της Θεολογίας» λόγο του, αρχίζει με Τριαδολογική περιγραφή, επισημαίνοντας το γεγονός «μία φύση τρεις υποστάσεις».
Ο Γρηγόριος διδάσκει μέσα από το προσωπικό του βίωμα. Ανεβαίνει στο όρος για να εισέλθει στη νεφέλη προκειμένου να πλησιάσει το Θεό.2 Ο άνθρωπος, κατά τον Γρηγόριο, δεν μπορεί να δει και να γνωρίσει τη φύση του Θεού. Αυτό που γνωρίζει είναι αυτό που βρίσκεται μεταξύ της φύσης του Θεού και του κόσμου. Αυτό είναι η λαμπρότητα, το φως και η ενέργεια του Θεού. Αυτή η γνώση μπορεί να γίνει κτήμα μόνον των ικανών και καθαρών στην καρδιά.
Στην ως άνω διαδρομή του προς το όρος, προσκαλεί να ανέβουν μαζί του όσους μπορεί να είναι Ααρών, Ναβάδ ή Αβιούδ. Οι μη εξαγνισμένοι δεν μπορούν να πλησιάσουν στο όρος, διότι κινδυνεύουν.
Οι προσωρινά εξαγνισμένοι μπορούν να παραμείνουν στους πρόποδες του όρους και να ακούουν μόνον τη φωνή και τη σάλπιγγα,3 δηλαδή την στοιχειώδη διδασκαλία της πίστεως.
Οι αιρετικοί (οι οποίοι παρομοιάζονται από τον Γρηγόριο ως θηρία πονηρά και ανήμερα) καλά θα κάνουν να απομακρυνθούν από το όρος, ειδεμή θα λιθοβοληθούν και θα καταστραφούν κατά το καινοδιαθηκικό
«κακούς κακώς απολέσει αυτούς». 4
Ο Γρηγόριος θέλει ν’ απαλλαγεί από τους αιρετικούς και να γράψει τον Θεολογικό λόγο σε λίθινες στερεές πλάκες, έτσι ώστε ο Νόμος να είναι απλός για όσους μένουν κάτω και να έχει μυστικά για τους λίγους που φθάνουν επάνω.
Δέχεται το Πλατωνικό ότι είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τον Θεό, αδύνατο δε να τον εκφράσουμε, συμπληρώνοντας ότι είναι μεν αδύνατο να εκφράσει κανείς τον Θεό, αλλά είναι περισσότερο αδύνατο να τον κατανοήσει.
Η φυσική Θεολογία είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να αντιληφθούμε τον Θεό και τις ιδιότητές του μέσα από τη δημιουργία. Είναι ένα βασικό στοιχείο της σκέψης του Γρηγορίου του Θεολόγου.
Ο Δημιουργός κινεί και διατηρεί τα δημιουργήματα.
Κατά τον Γρηγόριο το θείον είναι ασώματον. Δεν μπορούμε όμως να πούμε, ότι το θείον είναι απολύτως περιγραπτό και κατανοητό στη σκέψη. Η ανθρωπίνη διάνοια δεν μπορεί να συλλάβει το θείον, ούτε και να το φαντασθεί πόσον είναι καθ’ ολοκληρίαν.
Ο Γρηγόριος αναφέρεται στη ρήση του Ιερεμία, ότι όπως είναι ακριβώς αδύνατον να ξεπεράσει κανείς τη σκιά του, έτσι είναι τελείως αδύνατον τα σώματα να πλησιάσουν τα νοητά χωρίς τα σωματικά ιδιώματα. Και τούτο διότι ο νους μας κουράζεται να απομακρυνθεί από τα σωματικά και να συναναστραφεί απ’ ευθείας με τα ασώματα όντα,ώστε να εξετάζει με την αδυναμίαν του πράγματα που ξεπερνούν τις δυνάμεις του.
Εμείς, συνεχίζει ο Γρηγόριος, με το λογικόν αναζητούμε τον Θεό. Το λογικόν (ο νους) ερευνά τα ορατά και έρχεται σε επαφή με τα αρχικώς αισθητά και δι’ αυτών έρχεται σε επαφή με εκείνο που είναι υπεράνω αυτών και δίδει σε αυτά την ύπαρξη.
Αναφέρεται στη συνέχεια στα μέγιστα μεγέθη της Παλαιάς Διαθήκης, Νώε, Αβραάμ, Ιακώβ, Προφήτη Ηλία, Κριτήν Μανωέ, Προφήτες Ησαΐα και Ιεζεκιήλ, οι οποίοι αν και ενεπλάκησαν σε απόρρητα προφητικά οράματα δεν κατενόησαν-ούτε αυτοί,ούτε κανείς άλλος από την τάξη τους- την υπόσταση και την ουσία του Θεού,διότι είναι γραμμένο,ότι (κανείς τους)ούτε είδε,ούτε περιέγραψε τη φύση του Θεού. Όπως επίσης ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μνημονεύει και το Παύλειο: «Εκ μέρους γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν».5 Κατά τον Γρηγόριο τον Θεολόγο,ο Απ. Παύλος δεν προσπαθεί να πλησιάσει τη φύση του Θεού, γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά μόνον τις ενέργειες του Θεού. Στο τέλος ομολογεί ότι οι ενέργειες του Θεού είναι ακατάληπτες.
Αναφέρεται στη συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος στο ζωικό και φυτικό βασίλειο, θέλοντας να καταδείξει ότι μέσα απ’ αυτά γνωρίζει κανείς τον Θεό και γίνεται συνετότερος.
Προσκαλεί ακολούθως τον ακροατή του να ψηλαφήσει μαζί του τον ουρανό και τα ουράνια διά της πίστεως και όχι δια της λογικής. Και καταλήγει ότι εφόσον ο νους μας δεν ημπορεί να κατανοήσει ούτε τη φύση των αγγέλων, πόσω δε μάλλον την πρώτη και μοναδική του Θεού, η οποία υπερβαίνει τα πάντα.
Δίδονται παραδείγματα αποφατικής* περιγραφής του Θεού στον
Δεύτερο Θεολογικό του Γρηγορίου του Θεολόγου
1) ΙΙΙ:14 «…και μικρόν διακύψας, ου την πρώτην τε και ακήρατον φύσιν, και εαυτή, λέγω δή τη τριάδι, γινωσκομένην…».
Πηγή θεολογίας του Γρηγορίου του Θεολόγου επί τη βάσει του Β’ Θεολογικού είναι η Αγία Γραφή (πρβλ: έτρεχον μεν ως Θεόν καταληψόμενος, και ούτως ανήλθον επί το όρος και την νεφέλην διέσχον,…ΙΙΙ:9-10). Ο άνθρωπος κατά τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, δεν είναι δυνατόν σε καμία περίπτωση να δει και να γνωρίζει την ακήρατον (αμιγή, καθαράν, ακεραίαν) φύση του Θεού.
Αυτό που αντιλαμβάνεται ο Γρηγόριος,είναι το ευρισκόμενον μεταξύ της θείας φύσης,{που είναι γνωστή μόνον εις την Τριάδα} ,που μένει στο πρώτο καταπέτασμα και καλύπτεται από τα χερουβείμ και του κόσμου. Αυτό είναι η λαμπρότης, η μεγαλειότης, ή όπως την ονομάζει ο θείος Δαυίδ η μεγαλοπρέπεια που αποκαλύπτεται στα δημιουργήματα που εδημιούργησε και κυβερνά ο Θεός. Σε ελεύθερη απόδοση, η ενέργεια δηλαδή του Θεού. Αυτή τη γνώση μπορεί να τη κατακτήσουν οι κεκαθαρμένοι.
2) ΙV:13 α) «… αλλά φράσαι μεν αδύνατον, ως ο εμός λόγος, νοήσαι δε αδυνατώτερον…
ΙV:16 β) το δε τοσούτον πράγμα τη δοιανοία περιλαβείν πάντως αδύνατον και αμήχανον…»
α’ Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος προσθέτει στην ρήση του Πλάτωνα ότι είναι μεν αδύνατο να εκφράσει κανείς τον Θεό, είναι όμως ακόμη πιο αδύνατο να τον κατανοήσει.
β’ Το να συμπεριλάβει κανείς στη σκέψη του, ένα τόσο σπουδαίο πράγμα, είναι αδύνατο και ακατόρθωτο.
Το μυστήριο του Τριαδικού Θεού, είναι ασύλληπτο από την ανθρώπινη σκέψη, γι’ αυτό είναι αδύνατο να το προσεγγίσουμε λογικά. Γίνεται δεκτό μόνο με την Πίστη.
Σε επίρρωση των ανωτέρω ο άγιος Γρηγόριος υποστηρίζει ότι
και αν φθάσεις μέχρι τρίτου ουρανού και ακούσεις «άρρητα ρήματα»,όπως ο Απ.Παύλος, [Β’ προς Κορινθίους Επιστολής (12:4),],ακόμη και τότε απέχεις από τον Θεό και την τέλεια κατανόησή του,περισσότερον από ό,τι απέχεις από εμάς,το σύνθετο κράμα,που κλίνει προς τα κάτω.
3)V:11-12«…αλλά πολύ προ τούτων η υπέρ ταύτα, και εξ ης ταύτα, φύσις άληπτός τε και απερίληπτος».
Ασφαλώς-κατά τον άγιο Γρηγόριο- είναι ασύλληπτο και απεριόριστο το ον, που υπήρχε πολύ πριν από αυτά και υπεράνω αυτών και από το οποίον προέρχονται αυτά. Είναι χαρακτηριστική η προσπάθεια του Γρηγορίου του Θεολόγου να τονίσει ότι τα πάντα είναι δημιουργήματα του Θεού. Και το συσχετίζει με τον πιο πάνω στο κείμενο στίχο του ψαλμού (8:4), «όψομαι τους ουρανούς έργα των δακτύλων σου σελήνην και αστέρας». Δηλαδή η σελήνη και τα άστρα βρίσκονται στον ουρανό για να εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο σκοπό, που δεν είναι άλλος από το να φωτίζουν τους ανθρώπους πάνω στη γη.
4)VI:7 α) «ούτω και ημίν το ποιητικόν δήλον, και το κινούν και τηρούν τα πεποιημένα, καν μη διανοία περιλαμβάνηται».
VI:11 β) «αλλ’ ουδέ τούτο είναι Θεόν, όπερ εφαντάσθημεν, ή ανετυπωσάμεθα ή λόγος υπέγραψεν».
α’ «Κατά παρόμοιον τρόπον,τονίζει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, είναι εμφανής και σε μας ο δημιουργός που κινεί και διατηρεί τα δημιουργήματα, ακόμη και αν δε χωρεί στη σκέψη μας».Περαιτέρω σημειώνει:
β’ «Αλλά δεν είναι Θεός αυτό που συνέλαβε η φαντασία μας ή εσχημάτισεν η εντύπωσή μας ή εσχεδίασε η λογική μας».
Σύμφωνα με τον προφήτη Ησαΐα, «εκείνα τα οποία μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και ανθρώπινος νους δεν εφαντάσθη, τα οποία ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούν, αυτά ήσαν τα μυστηριώδη και κρυμμένα».[Ησ.νβ:15,ξδ:4,ξε:17].
Κατά δε τον Απόστολο Παύλο, [Α’ προς Κορινθ.: 2:10] τα ανωτέρω υπό του Ησαΐα λεχθέντα, ο Θεός τα εφανέρωσε με το Πνεύμα του. Και μόνον από το Πνεύμα-που προέρχεται από τον Θεό- ήτο δυνατόν να γίνει η φανέρωση. Διότι,συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος, το Πνεύμα ερευνά και γνωρίζει όλα, και αυτά τα βαθύτατα και μυστηριώδη ιδιώματα και σχέδια του Θεού.
5) VII:5-8: «λύσις δε αλλότριον πάντη Θεού και της πρώτης φύσεως ουκ ουν διάστασις, ίνα μη λύσις∙ ουδέ μάχη, ίνα μη διάστασις∙ ουδέ σύνθεσις ίνα μη μάχη».(μάχη=ακμή,αιχμή).
Αναλύει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος:Πώς θ’αποφύγει τη διάλυση κάτι που αποτελείται από στοιχεία;Διότι η σύνθεση προκαλεί αιχμή(ακμή)=μάχη,η δε μάχη[=ακμή] προκαλεί διάσταση,και εκείνη διάλυση.
Η διάλυση όμως είναι κάτι εντελώς ξένον προς τον Θεό και την πρωταρχική φύση. Δεν έχει λοιπόν διάσταση ο Θεός, δια να μην έχει διάλυση, ούτε μάχη=ακμή, διά να μην έχει διάσταση, ούτε σύνθεση, δια να μην έχει μάχη=αιχμή.
Η «πρώτη ουσία” του Αριστοτέλη — η οποία εκφράζει τη συγκεκριμένη ατομική ύπαρξη που διακρίνεται από άλλα ομοειδή όντα με βάση τα δικά της χαρακτηριστικά — χαρακτηρίζεται από τους Καππαδόκες «υπόσταση».
Η «δεύτερη ουσία» είναι για τον Αριστοτέλη το κοινό υλικό υποκείμενο των ομοειδών όντων.
Η «δεύτερη ουσία” για τους Καππαδόκες, χαρακτηρίζεται απλά «ουσία». Προκειμένου λοιπόν για τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας η ουσία αποτελεί το κοινό τους «υποκείμενο», ενώ οι υποστάσεις αποτελούν τα ξεχωριστά πρόσωπα που μετέχουν στο κοινό της ουσίας.
Ολόκληρη η Τριαδολογία των Καππαδοκών συνυφαίνεται προς τη βασική τους αρχή ότι στην Αγία Τριάδα υπάρχει μια ουσία και τρεις υποστάσεις, που διακρίνονται μεταξύ τους από τα διαφορετικά υποστατικά ιδιώματα.{Τα υποστατικά ιδιώματα του Τριαδικού Θεού είναι:ο Πατήρ είναι αγέννητος,οΥιός είναι πρό αιώνων « γεννητός» και το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό}.
6) ΙΧ:15 «Ούτω μεν ουν ου σώμα ημίν ο Θεός…λείπεται δή ασώματον υπολαμβάνειν».
Κατά τη διδασκαλίαν του Γρηγορίου του Θεολόγου, ο Θεός δεν έχει σώμα. Μένει λοιπόν να τον θεωρήσουμε ότι είναι ασώματος. Είναι προφανές, επισημαίνει ο Γρηγόριος, ότι η έκφραση «ασώματος”, δεν μπορεί να περιγράψει την ουσία του Θεού, όπως επίσης ούτε και το αγέννητο και το άναρχο και το αναλλοίωτο και όσα λέγονται περί του Θεού.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1) ΕΠΕ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ. ΛΟΓΟΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΙ, Εισαγωγή-Κείμενον-Μετάφρασις, Υπό ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΣΆΚΚΟΥ, Επόπτης Εκδόσεως ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΥ, ΤΟΜΟΣ 25. ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1976.
2) Εξοδος: 19:3, 24:18
3) Εξοδος: 19:24
4) Μθ: 21:41
5) Α’ προς Κορινθίους 13:9
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΡΟΥ
Αποφατική Θεολογία: είναι ο αποφατικός [από+φάσκω= εκφράζομαι με αρνητικό τρόπο, αρνούμαι] τρόπος προσέγγισης του μυστηρίου της ύπαρξης και της ουσίας του Θεού. Επιδιώκει να προσεγγίσει το μυστήριο του Θεού, ορίζοντας τι δεν είναι ο Θεός και χρησιμοποιώντας έννοιες που τονίζουν την υπερβατικότητα του Θεού και την αδυναμία της ανθρώπινης διάνοιας να περιορίσει τον Θεό σε ανθρώπινα λεκτικά σχήματα και έννοιες: {π.χ. άναρχος, άπειρος, απρόσιτος, ακατάληπτος, απερινόητος κ.α.
ΠΗΓΕΣ
• Η Παλαιά Διαθήκη, Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΑΘΗΝΑ 2003.
• Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, του Παναγιώτη Τρεμπέλα, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ». ΑΘΗΝΑ 2005.
• ΕΠΕ-ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑ 4 – ΛΟΓΟΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΙ. ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1976.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Άννα Κόλτσιου Νικήτα: ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Εκδόσεις Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη, 2000.
2) Χρήστου Αραμπατζή: ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑ-ΤΕΙΑΣ, τόμος Α’ Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, 2010.
3) Δρίτσα Δ.— Μπαλιάτσα Δ. — Καραμάτσκου Δ: Λεξικό Πρωτοχριστιανικών, Βυζαντινών και Νεωτέρων Ορθοδόξων Όρων — Εκδόσεις Έννοια Αθήνα 2005.
4) Ελληνόγλωσση Βικιπαιδεία.

Περισσότερα

Για το Νοσοκομείο Γουμένισσας

Όλα, όσα συντελούνται ιδιαίτερα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια σε βάρος της Γουμένισσας, της πάλαι ποτέ επαρχίας Παιονίας και του σημερινού […]

Αγαπητέ δάσκαλε

«Θυμάμαι την πρώτη μέρα πως κοίταξα κάτω ελπίζοντας πως δεν θα με δεις και όταν σήκωσα τα μάτια μου είδα […]

Δείτε ακόμα