Οι κινηματογράφοι του Κιλκίς «έφυγαν» η εποχή τους ζη και συνεχίζει να μαγεύει

Κοινωνία /

Γράφει ο Πέτρος Σημαιοφορίδης*

Και αυτό το βράδυ, αφού περιπλανήθηκα απογοητευμένος στα κανάλια της σύγχρονης δύναμης της ενημέρωσης και της διασκέδασης, κουρασμένος και από το «σερφάρισμα» στο χαώδες διαδίκτυο, με κυρίευσε ή επιθυμία, αλλά και η νοσταλγία, την κουρασμένη μου ψυχή, λόγω της εποχής πού διανύουμε (δοκιμασμένη από την πανδημία), να ανακουφίσει μιά γλυκιά απόδραση αναδρομής στην «χρυσή εποχή» (1960-1970) των χώρων που φιλοξενούσαν κυρίως την Έβδομη Τέχνη, και εννοώ των κινηματογράφων ή κατά το ορθόν των κινηματοθεάτρων, διότι, εκτός από αίθουσες προβολών ταινιών, φιλοξενούσαν θεατρικές παραστάσεις με περιφερόμενος θιάσους ή τοπικών συλλόγων ή σχολείων. Ακόμη- ακόμη συγκεντρώσεις, ομιλίες φορέων, κομμάτων και άλλες τινές εκδηλώσεις.

Οι χώροι αυτοί ήταν οικογενειακή υπόθεση, με τις περισσότερες φορές οι μανάδες να συνοδεύουν τα παιδιά, αφού οι πατεράδες προτιμούσαν το «μπουρλότ»ή την «πόκα», και αν και αυτές δεν μπορούσαν με τα αδέλφια μας, τους φίλους μας, κυρίως Σάββατο, με βασική προϋπόθεση ότι τελειώσαμε με το διάβασμα.

Εφοδιασμένοι, λοιπόν, με τις κατάλληλες προμήθειες, σακκούλες σπόρια από τον Κωτσούλη, κυρίως άσπρα, να μην κάνουν και πολύ θόρυβο, όπου στο τέλος της παράστασης, άφηναν ένα άσπρο χαλί σε όλη την αίθουσα, ήμασταν πανέτοιμοι γιά να συμπληρώσουμε τις μικρές απολαύσεις με τοπικές περίφημες γκαζόζες-πορτοκαλάδες και τα «ροξ”, (αλήθεια τί νοστιμιά, βρε παιδί μου),στα διαλείμματα.

Στις σιδερένιες προθήκες-τζαμαρίες από την μία το «Σήμερον» και από την άλλη το «Προσεχώς», έρχονταν να συμπληρώσουν οι φανταστικοί ζωγραφιστοί πίνακες, έργα Τέχνης θα έλεγα , πού κοσμούσαν την είσοδο με τους τίτλους και τους πρωταγωνιστές.
Γιά την έκδοση τού εισιτηρίου μετρούσαμε τις δραχμούλες μας και, φυσικά, τις περισσότερες φορές γιά τον πιό φθηνό εξώστη, ό οποίος προσφερόταν γιά να «κρυφτούμε» καμμιά φορά από τις εφόδους των καθηγητών ή των αστυνομικών.

Σε ακατάλληλα έργα, τά ψεμματάκια «έπεφταν σύννεφο» γιά την ηλικία, και, φυσικά, σηκωνόμασταν στις μύτες των ποδιών μας, να δείχνουμε πιό μεγάλοι.

Στην είσοδο ή αξέχαστη φιγούρα τού εφοριακού, πού παρακολουθούσε την ροή των εισιτηρίων (να … μην χάσει το Ελληνικό Δημόσιο), δεν μας πτοούσε να τρέξουμε να πιάσουμε καμμιά καλή θέση στην αίθουσα με εσωτερικό διάκοσμο σκονισμένες κορνίζες Ελλήνων ηθοποιών (Κούρκουλος , Νέγκας, Κακαβάς….. Βουγιουκλάκη, Λάσκαρη…) και ξένων (Γκρέτα Γκάρμπο, Γκάρυ Κούπερ, Τζώννι Βαϊσμύλλερ,Τζων Γουαίην….)

Γιά εμάς η θέση στην κινηματογραφική αίθουσα ήταν μία θέση να συναντήσουμε τους πρωταγωνιστές- ινδάλματα γιά να γίνουμε εμείς οι μελλοντικοί πρωταγωνιστές και να πετάξουμε με τα φτερά των «ιερών τεράτων» γιά τα μεγάλα όνειρά μας στην ζωή, που ερχόταν στόν κόσμο τού καθενός, στις σπουδές, την επαγγελματική αποκατάσταση, την κοινωνική καταξίωση και την οικογενειακή ευτυχία.

Δεν ήταν λίγες οι φορές, πού σπάγαμε τά χέρια μας στο χειροκρότημα και στο σφύριγμα γιά την έναρξη, γιατί καμμιά φορά καθυστερούσε λόγω ελλείψεως θεατών.
Και όταν άρχιζε το έργο και η αγωνία ήταν στο κατακόρυφο, και ξάφνου στην οθόνη έβγαζε μία κηλίδα από το κάψιμο της ταινίας ή από τα καρβουνάκια τής μηχανής, εκεί γινόταν πανδαιμόνιο με φωνές «χασάπη καρβουνάκια» ή το περίφημο «γράμματα χασάπη»!

Στα βόρεια τής πόλης, στην ενορία Αγίου Δημητρίου βρισκόταν ό «Αλέξανδρος», ιδιοκτησίας τής οικογένειας Ποζίδη.Το δικό μου ραντεβού με την Έβδομη Τέχνη ξεκίνησε γύρω στα 1963. Ας ήταν καλά ό γείτονας και συμμαθητής μου στο 2ο δημοτικό σχολείο Παύλος Ποζίδης, ο οποίος βρήκε έναν εντυπωσιακό, τρόπο να μας οδηγεί λαθραία αρκετές φορές στην αίθουσα.

Στο κάτω μέρος κοντά στην οθόνη είχε ένα μικρό παραθυράκι διαστάσεων ούτε 50Χ50 εκατοστών. Μόλις, λοιπόν, άρχιζε ή προβολή, άνοιγε, και εμείς τρυπώναμε μέσα να απολαύσουμε τις ταινίες. Και ένα χαρακτηριστικό: Όταν ρωτούσαμε τον Παύλο τι έργο παίζει ή θα παίξει , απαντούσε … «ένα ελληνικό και ένα δικό μας»!

Είναι αλήθεια, ότι ο «Αλέξανδρος» έβαζε δύο έργα ένα ελληνικό (δράμα ή κωμωδία) και το άλλο κοινωνικό τουρκικό ή, κυρίως, ινδικό. Αλήθεια, ποιός θα ξεχάσει την ινδική ταινία «Γη ποτισμένη με ιδρώτα»; Πρωταγωνίστρια ή Ναργκίς με την κόκκινη βούλα στο μέτωπο.
Ο «Αβέρωφ», ιδιοκτησίας Ε.Τσομπανοπούλου –Παπαβραμίδη, κεντροδυτικά της πόλης απέναντι από το πάρκο. Ο καλός φίλος Βασίλης μου διηγήθηκε ένα από τα πολλά περιστατικά στους κινηματογράφους. Όλοι σχεδόν ήταν κατά βάση χειμερινοί, είχαν, όμως, την δυνατότητα να γίνονται και θερινοί, ανοίγοντας τα πλαϊνά πετάσματα. Στην επάνω πλευρά, έξω από την αίθουσα, είχε μία σειρά από μουριές και δαμασκηνιές, όπου η «τσακαλοπαρέα» από την συνοικία των Δεκαπέντε Μαρτύρων σκαρφάλωνε και «κούρνιαζε «με απόλυτη ησυχία στα δένδρα. Μερικές, όμως, φορές ήταν άτυχοι, διότι ό Ιπποκράτης, ο ιδιοκτήτης τού κινηματογράφου, τούς «χαλούσε» την απόλαυση.

Γιά εμένα αξέχαστη εικόνα ήταν, όταν κάποια μέρα οι πρωταγωνιστές τής επικής ταινίας «Η Οδύσσεια ενός ξερριζωμένου» (Νίκος Ξανθόπουλος, Άντζελα Ζήλεια) παραβρέθηκαν στην «πρεμιέρα». Ο κόσμος είχε κατακλύσει την αίθουσα, τους γύρω δρόμους να δει από κοντά το «Παιδί τού Λαού» με αναφορές στο προσφυγικό και ποντιακό στοιχείο.
Στο κέντρο της πόλης τρείς κινηματογράφοι τής οικογένειας Σταμπουλή. Θυμάμαι τον πατέρα Σταμπουλή, έναν άνθρωπο που οι κινηματογράφοι του ήταν, πιστεύω, όλη του η ζωή να τρέχει από τον έναν στον άλλο. Ίσως ο πιό παλιός, ό «Ορφέας»…Τί ρομάντζο βρε παιδί μου με ταινίες το Ιταλικό δίδυμο Αλ Μπάνο-Ρομίνα Πάουερ, πού έδιναν την ευκαιρία να ξυπνήσουν οι αθώοι εφηβικοί μας έρωτες; Ή, ακόμη, η «Μελωδία της Ευτυχίας» μέ τη Τζούλι Άντριους;

Στο μπαλκόνι τού «Ορφέα» θυμάμαι, ότι έβγαλαν λόγο μεγάλοι πολιτικοί….
Λίγο πιό κάτω το «Άστρον» μέ τά ιταλικά «σπαγγέτι γουέστερν», όπως «Ό καλός, ο κακός και ο άσχημος» με Τζουλιάνο Τζέμμα και Φράνκο Νέρο ή «Μονομαχία στο Ελ Πάσο» με Κλίντ Ήστγουντ.

Και στην μέση των δύο ο θερινός. Η απόλαυση τής δροσιάς και τού γέλιου με Ηλιόπουλο, με Βουτσά, φυσικά Θανάση Βέγγο, να τρέχουμε μαζί του μέχρι και σήμερα να προλάβουμε το γέλιο του, σαν «καλοί μου άνθρωποι «. Ε ναι, να μην ξεχάσουμε και την ασπρόμαυρη με τον Χατζηχρήστο (Ζήκο) ή τον Γεωργίτση καί τόσους άλλους…

Στην είσοδο τής πόλης το «Κολοσσαίον» κοντά στο νοσοκομείο. Ιδιοκτήτες η οικογένεια Λαμπροπούλου, αργότερα η οικογένεια Κανλή και τελευταία η οικογένεια Λεχωνίδη.
Η έγχρωμη υπερπαραγωγή «Δόκτωρ Ζιβάγκο» με τον Ομάρ Σαρίφ και την ξανθιά Τζούλι Κρίστι να «ταξιδεύει» και εμάς επάνω στο έλκηθρο και με συνοδεία την υπέροχη μουσική να μάς χαϊδεύει έως και σήμερα τα αυτιά στα «λευκά» ανέμελα όνειρά μας των παιδικών, των εφηβικών, των μελλοντικών χρόνων!

Τέλος τις ιδιωτικές κινηματογραφικές αίθουσες συμπλήρωνε ένας στρατιωτικός χειμερινός μέσα σε ένα «τολ» του τότε ΚΨΟ (καψό = κέντρο χυχαγωγίας οπλιτών) και ένας θερινός στην θέση ακριβώς δίπλα στο παρκάκι που συνορεύει με την λέσχη αξιωματικών φρουράς (ΛΑΦ) Κιλκίς. Εκεί δώσαμε κάπου το 1966 μία θεατρική παράσταση με το 3ο δημοτικό σχολείο.

Σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς τους κινηματογράφους έχουν κλείσει, αφήνοντας πίσω μία γλυκιά ανάμνηση, γι’ αυτό και εγώ δεν θα προσθέσω καμμία φωτογραφία από αυτούς, αλλά θα αφήσω σε όσους τους ζήσαμε και έχουμε πολλά να μάς φέρουν στην μνήμη να ταξιδέψουμε ξανά ο καθένας με τις δικές του μοναδικές φωτογραφίες τού τότε, γιά δε τους νεώτερους, όχι να διδαχθούν, αλλά να βάλω ένα μικρό γλυκό διαδικτυακό προβληματισμό με το ταπεινό αυτό αφιέρωμα!

*Μαθηματικός

Περισσότερα
Δείτε ακόμα