Οδοιπορικό μνήμης, γνώσης και αυτογνωσίας στην ιερή γη του Πόντου και του Καυκάσου

Αρθρογραφία /

Η Ανατολή ασκούσε στον Έλληνα ανέκαθεν μια έλξη γοητευτική, από την εποχή του μύθου και του θρύλου, του Φρίξου και της Έλλης, του Ιάσονα και της Αργοναυτικής εκστρατείας, από τα χρόνια της Οδύσσειας, της Ιλιάδας και της Μήδειας, της Ιφιγένειας εν Ταύροις και του Προμηθέα του Δεσμώτη, φθάνοντας ως το Βυζάντιο, την αυτοκρατορία των Κομνηνών, και τη Μικρασιατική καταστροφή, όπου βίαια και άγρια ξεριζώθηκε ο ελληνισμός της Ανατολής από τις πατρογονικές του εστίες, ύστερα από συνεχή κι αδιάλειπτη παρουσία τριών χιλιάδων ετών.

Μέρη του Πόντου και του Καυκάσου, από όπου έλκουν την καταγωγή τους οι πρόγονοί μας θελήσαμε να επισκεφθούμε, μια ωραία παρέα Κιλκισιωτών, με το ταξιδιωτικό γραφείο του Φωκίωνα Φουντουκίδη και υπεύθυνο της αποστολής το δημοσιογράφο και εκδότη Γιώργο Περπερίδη.
Μεσάνυχτα Κυριακής 10 Αυγούστου. Το λεωφορείο με οδηγό το Βλαδίμηρο Στεφανίδη αναχωρεί για ένα προσκυνηματικό ταξίδι στα χνάρια των παππούδων μας, έχοντας ο καθένας μας μαζί του, εκτός από τις συνήθεις αποσκευές, σκέψεις και όνειρα για τις πόλεις και τα χωριά, όπου ζούσαν οι δικοί του. Κοινός μας πόθος ήταν να δούμε από κοντά τη γη, τα σπίτια τους, έρημες κι ερειπωμένες εκκλησίες. Να νιώσουμε τη χαρά και τη συγκίνηση και να αισθανθούμε το πνεύμα της ανασαιμιάς τους στα απάτητα βουνά του Καυκάσου και του Πόντου.

Πρώτος σταθμός η πόλη του σαφρανιού, η Σαφράμπολη. Πόλη γραφική, αξιοποιημένη, με παλιά αρχοντικά, με ελληνικό οικισμό και με καλή αγορά. Από εκεί, μέσω της Κασταμονής, αφού πρώτα επισκεφθήκαμε το κάστρο και την πλατεία συνεχίσαμε φθάνοντας το απομεσήμερο στην πρώτη αποικία των Μιλησίων, τη Σινώπη. Στη Σινώπη, στην κεντρική είσοδο της πόλης, μάς «υποδέχθηκε» ο Διογένης ο κυνικός, που κρατά το φανάρι ζητώντας να βρει τον Άνθρωπο. Η Σινώπη είναι πόλη παραλιακή, με εξαιρετικό αρχαιολογικό μουσείο, λιμάνι και ψαροταβέρνες που θυμίζει σε πολλά Ελλάδα.

Από τη Σινώπη συνεχίσαμε την παραλιακή οδό προς ανατολάς και το βράδυ καταλήξαμε στην Αμισό (Σαμψούντα). Μαζί με τη δική μας ομάδα, την ομάδα του Κιλκίς, είχαμε και τρία άτομα από την Καβάλα. Τον Παναγιώτη, το γαμπρό του Γιώργο και την εγγονή του την Ελένη, φοιτήτρια μεταπτυχιακού στη Γερμανία, ένα εξαίρετο, μορφωμένο κορίτσι. Στις πέντε το πρωί οι ενδιφερόμενοι Καβαλιώτες με τη συνοδεία του διερμηνέα μας Γιασαρένκο επισκεφθήκαμε το χωριό των γονιών του Παναγιώτη, λίγα χλμ. έξω από τη Σαμψούντα, που το λένε Κεσιλί. Οι άνθρωποι που συναντήσαμε ήταν φιλόξενοι, και παρότι τους ξυπνήσαμε, μας υποδέχθηκαν εγκάρδια. Ο Παναγιώτης κατασυγκινημένος πήρε από τον κήπο τους λίγο χώμα σε μια σακούλα κι από τη βρύση του χωριού νερό μέσα σ’ ένα μπουκαλάκι. Η Σαμψούντα είναι σύγχρονη πόλη, αναβαθμισμένη με πάρκα, κήπους, γήπεδα τένις και διάφορα ιστορικά εκθέματα στην παραλία. Αφού επισκεφθήκαμε το μουσείο της πόλης και είδαμε την αγορά της, πριν μας προλάβει το μεσημέρι, αναχωρήσαμε για την Τραπεζούντα, κάνοντας μια στάση μερικών ωρών στα Κοτύωρα για να επισκεφθούν κάποιοι τα πατρογωνικά χωριά τους και να δουν οι άλλοι τα αξιοθέατα της πόλης.

Κάποιοι, μάλιστα, ανέβηκαν στην κορυφή του βουνού με τελεφερίκ για να απολαύσουν πανοραμικά την πόλη και να πιουν τον καφέ τους.
Επίσης, επισκεφθήκαμε το ιερό ναό της Υπαπαντής του Χριστού, την Καρυπίδειο Σχολή και την πλούσια αγορά της. Είναι χωρίς αμφιβολία από τις ωραιότερες πόλεις του Πόντου. Στολίδι πραγματικό. Μια διαμαντόπετρα που κοσμεί το δαχτυλίδι της Μαύρης Θάλασσας. Η Σοφία Μιχαηλίδου, ήταν έμπλεη από χαρά καθώς βρήκε το σπίτι του παππού της, διατηρημένο πια ως αχυρώνα. Έσκυψε ευλαβικά άναψε ένα κερί, με το βλέμμα της ψηλά να συνοδεύει τη φλόγα του, στέλνοντας την ευχή και το μήνυμα ότι: «δεν σας ξεχάσαμε. Ήρθαμε να σας βρούμε. Να δούμε που μένατε και πως ζούσατε».

Τετάρτη βράδυ φθάσαμε στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Κομνηνών, την Τραπεζούντα και καταλύσαμε στο ξενοδοχείο μας, λίγο έξω από την πόλη, με θέα τη θάλασσα, χτισμένο μέσα σε πανεπιστημιακό χώρο, κατάφυτο από δέντρα, στολισμένο από ανθόκηπους, φροντισμένο, περιποιημένο, δίχως συνθήματα και γράφιτι στους τοίχους των κτηρίων.

Πέμπτη 13 Αυγούστου χωριστήκαμε σε ομάδες με βάση τα μέρη που επιθυμούσαμε να δούμε. Ορισμένοι πήγαν στο Καρς και στα χωριά της Κιόλας, το Ζεμζελέκ και το Κογκ. Ο Παναγιώτης ο Καραγιαννίδης, που επισκέφθηκε το Ζεμζελέκ μαζί με το Νίκο Καζαντζίδη και τη γυναίκα του Αφέντρα, ενθουσιάσθηκε τόσο, που προχώρησε σε «αρραβώνα» με εντόπια, με τη συγκατάθεση της συζύγου του Μαρίας….

Ο Χαράλαμπος Τσιραμπίδης, όταν αντίκρισε το σπίτι των γονιών του, στο Κογκ, πήγε και χτύπησε την πόρτα του. Οι μνήμες όμως που κατοικούσαν μέσα ήταν βουβές. Οι τοίχοι από τα τραύματα του χρόνου ραγισμένοι και η σκεπή έδειχνε να μην αντέχει στο βάρος των καιρών. Τι να είμαστε, άλλωστε, εξόν από μνήμες σκέφθηκε, καθώς τα δάκρυά του μιλούσαν με τη δική τους γλώσσα για τη συγκίνησή του.

Η Κιόλα Γκιόλα (Göle) είναι ένα οροπέδιο με πολλά νερά και πλούσια βλάστηση. Βρίσκεται σε υψόμετρο, κατά μέσο όρο 2000 μ. Περιβάλλεται από χαμηλούς λόφους, από τα υψώματα του Σογανλούκ, που σχηματίζουν μια πλατιά λεκάνη που τη διασχίζει ο ποταμός Κύρος (Kuraçay), του οποίου οι πηγές βρίσκονται κοντά στο χωριό Βαρκενές. Στα νερά του Κύρου ποταμού κολυμπούν σε αφθονία οι πέστροφες. Το χόρτο φθάνει το ύψος ενός κανονικού ανθρώπου κι αποτελεί εξαιρετική τροφή για τα ζώα. Ο καθένας από εμάς βίωσε το ταξίδι με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, ανάλογα με τα αποθέματα μνήμης μέσα του, τις αφηγήσεις και τα πρόσωπα που τον συνέδεαν με τα μέρη που επισκέφθηκε.

Ο Θόδωρος ο Πασσαλίδης, που από προηγούμενο ταξίδι του φρόντισε κι έδωσε σ’ έναν Τούρκο από την Πουλαντζάκη χρήματα για να φροντίζει το νεκροταφείο, όπου αναπαύονται οι πρόγονοί του, όταν πήγε και το είδε, χάρηκε, γιατί ο άνθρωπος εκείνος, αν κι άλλης θρησκείας, κράτησε το λόγο του. Άλλωστε, χώμα είμαστε όλοι και σ’ αυτό καταλήγουμε, όποια θρησκεία κι αν έχουμε!

Ο Κώστας Περπερίδης από την Αξιούπολη, κέρδισε χρόνια ζωής, όταν εκπλήρωσε το τάμα του, ανάβοντας στην εκκλησία του χωριού κερί στη μνήμη των προγόνων του, παίρνοντας συνάμα μαζί του για την Ελλάδα λίγο χώμα.
Μια, επίσης, κορυφαία συγκινητική στιγμή ήταν, όταν η Ανθούσα συνάντησε την ξαδέρφη της, που έμεινε πίσω στην Τουρκία. Κράτησε όμως τη συγγένεια, όπως και τη γλώσσα της. Λαός, εξάλλου, που χάνει τη γλώσσα του, παύει να είναι λαός. Η γλώσσα μας είναι η τελευταία εθνική και πολιτισμική έπαλξη και πρέπει να την υπερασπιζόμαστε.

Μία ομάδα δέκα ατόμων ακολούθησε τη διαδρομή Σάντα-Αργυρούπολη-Κρώμνη, για να καταλήξει στη Λαραχανή και στη Σκόπια της περιοχής Παναγίας Σουμελά.
Η Ξανθούλα, με τη φιλοσοφική και λογοτεχνική ματιά που τη διακρίνει, αποτύπωσε κι εντύπωσε τα μέρη των προγόνων της με το δικό της τρόπο. Μαγεύτηκε από τα δύσβατα μονοπάτια, από τα τυλιγμένα στη αχλή και την ομίχλη βουνά, από τα πανύψηλα έλατα, τα κελαρυστά νερά του Πυξίτη και τα τοξωτά γιοφύρια των Σανταίων χτιστών. Αλλά κι ως εκπαιδευτικός θαύμασε το τριώροφο σχολείο στο κέντρο της Σάντας. Συνάντησε ηλικιωμένους και νέους, στους οποίους έδωσε την επωνυμία, «Καλάς» του Πόντου. Είχαν πρωτόγονη περιβολή και οι γυναίκες τους ήταν φορτωμένες με δεμάτια χόρτου, σαν κινούμενοι θάμνοι σε απόκρημνες πλαγιές, που το συνηθισμένο βλέμμα φοβάται μόνο και μόνο στη θωριά τους.

Διασχίζοντας την Αργυρούπολη το τοπίο άλλαξε όψη. Έγινε πέτρινο. Η πόλη είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Κάνη, στην πλαγιά του παρακείμενου βουνού. Ψηλά στην παλιά πόλη, σε θέση περίοπτη φαντάζει το Φροντιστήριο. Ένα μεγαλόπρεπο διώροφο κτήριο από το οποίο σώζονται οι τοίχοι του μόνο, και που δείχνει, κατά πως λέει ο Σεφέρης, «η ζωή δε χάνεται τόσο εύκολα». Η γλώσσα των ερειπίων είναι η γλώσσα της εύγλωττης σιγής, που δείχνει με το δικό της έκπαγλο τρόπο, την ιστορία των προγόνων μας στα μέρη εκείνα.
Στην Αργυρούπολη, συνεχίζει η Ξανθούλα, δοκιμάσαμε «λαβάσα» αχνιστά, αγορασμένα από κιόσκι με ψησταριές, όπου ο καθένας μπορεί να ψήνει. Και σαν θεόσταλτο σημάδι στη διαδρομή αυτή ένας αετός προπορευόταν, σαν να ήθελε να μας δείξει το δρόμο –λάβαρο ποντιακό- προσθέτει με δάκρυα και χαρά θυμίζοντάς την ομηρική φράση: «δακρυόεν γελάσασα». Αυτή, άλλωστε είναι η ζωή μας. Γέλιο και δάκρυ μαζί. Και τυχεροί όσοι στο ζύγι της βαραίνει το γέλιο.

Μην ξεχάσουμε ακόμη τα απέραντα παρχάρια της Κρώμνης με τις δεκαεννέα εκκλησίες ασκεπείς, να μαρτυρούν την πληγωμένη αλήθεια με τον καλύτερο τρόπο. Να μιλούν με τη γλώσσα των ερειπίων για την παρουσία των δικών μας ανθρώπων στα «ουρανόβατα» βουνά.

Kι ύστερα, μπήκαμε σε μια εκκλησία του Αληθινού, που με τις αγιογραφίες της να κοσμούν τον τρούλο, και τη μυρωδιά από στάβλο έντονη. Μαζί με τον γέροντα Σέργιο, η ομάδα της Λαραχανής και της Σάντας έψαλαν τον ύμνο της Παναγίας: «εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλειπες Θεοτόκε…». Η ψαλμωδία άρχισε με συγκίνηση, συνέχισε με λυγμό και τελείωσε με αναφιλητά. Δάκρυ είναι το αίμα και το πενταπόσταγμα της ματωμένης σκέψης. Της σκέψης που πονά και αγαπά. Δεν υπάρχει τίποτε στη φύση που να μη δακρύζει με το δικό του τρόπο, από την πέτρα της Νιόβης ως το μαστιχόδεντρο. Πόσο μάλλον ο ευαίσθητος άνθρωπος. Ο καμωμένος από μνήμη και αγάπη. Γιατί μόνον ο πόνος και η αγάπη μπορεί να γίνει δάκρυ.

Αφού άναψαν κεριά στη μνήμη των προγόνων τους στην εκκλησία του Αληθινού πήγαν κατόπιν στη Λαραχανή. Εκεί βρήκαν ποντιόφωνους άνδρες και εκατοντάχρονους γέροντες στο καφενείο του χωριού, που τους μίλησαν ονομαστικά για των δικών τους τα σπίτια και τους έδειξαν πού βρίσκονταν. Κι ύστερα τραγούδησαν ποντιακά δίστοιχα, έπαιξαν λύρα και στήθηκε ένα αυτοσχέδιο πανηγύρι μπροστά στα καφενεία, πάνω στο δρόμο. Σταμάτησε η κίνηση των αυτοκινήτων συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι και την ώρα του αποχωρισμού με τα μάτια τους θολά από τη συγκίνηση και την ομίχλη του χρόνου είπαν: «Μη ανασπάλλετεν εμάς. Εμείς απ’ εσάς είμεστεν, να έρχουστουν». Κι ύστερα η Σκόπια, άλλη πονεμένη γενέτειρα, ανάμεσα στα βουνά Τράντος και Λάβρος (προς τη Λιβερά). Φιλόξενοι άνθρωποι γέμισαν σακούλες με φουντούκια, για να τα απολαύσουμε αλλά και για να τα φυτέψουμε στην Ελλάδα, να μας θυμίζουν τους προγόνους μας. Χώμα αγιασμένο πήραμε ευλαβικά για να πάμε στα κοιμητήρια των παππούδων μας στη νέα πατρίδα.

Ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο, αφού προμηθευτήκαμε προσκλήσεις από την ΠΟΕ (Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδας), πήγαμε στην Παναγία Σουμελά, που βρίσκεται 15 χλμ. έξω από την Ματσούκα, για να παρακολουθήσουμε τη θεία λειτουργία, χοροστατούντος του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου.
Η μονή της Σουμελά είναι γαντζωμένη στην απόκρημνη πλευρά του βράχου, του όρους Μελά. Νοτισμένη απ’ τη δροσιά του βουνού και τραγουδισμένη από τα κρυστάλλινα νερά του Δαφνοπόταμου. Σύμφωνα με την παράδοση το 386 μ.Χ. δύο Αθηναίοι μοναχοί, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος, οδηγήθηκαν στις δεντροσκέπαστες κορυφές του βουνού, μετά από την αποκάλυψη της Παναγίας στο σημείο, που μεταφέρθηκε από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, την οποία ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Τοιχογραφίες ανεκτίμητης θρησκευτικής κα ιστορικής αξίας, κοσμούν το θόλο και τους τοίχους της μονής, που είναι χτισμένη μέσα σε πέτρινη σπηλιά. Οι πιο πολλές αγιογραφίες είναι μουντζουρωμένες και βεβηλωμένες από εποχές που άφησαν τα πυρωμένα σημάδια τους, προκαλώντας λαβωματιές, που η θύμησή τους ακόμη πονάει. Η ικανοποίηση και η χαρά όλων μας ήταν μεγάλη. Η στιγμή του ανάμματος του κεριού ήταν ιερή. Στο φως του έλαμπε το πνεύμα της πίστης μας.

Στην εποχή των Μεγάλων Κομνηνών η μονή γνώρισε τεράστια ακτινοβολία. Ο Αλέξιος Γ΄ Μέγας Κομνηνός (1349-1390) ανακαίνισε το ναό στη σημερινή του μορφή. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκατέλειψαν τη μονή βιαίως και οι τελευταίοι μοναχοί. Πρόλαβαν όμως κι έκρυψαν την εικόνα, το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και το βαρύτιμο σταυρό του Αυτοκράτορα Μανουήλ του Γ΄ (1391-1417). Τη μονή προίκισαν με περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και της Τραπεζούντας.

Μια άλλη αξιόλογη στιγμή ήταν, όταν επιστρέφοντας από την Παναγία Σουμελά, σταματήσαμε στης «τρίχας το γιοφύρι» και στήσαμε χορό. Προηγουμένως, κατεβαίνοντας από το μονοπάτι του όρους Μελά η Λένα, μην αντέχοντας τη συγκίνηση της ημέρας, έγειρε στην αγκαλιά της φίλης της δακρυρροούσα, εμφανώς συνεπαρμένη.
Η Τραπεζούντα είναι πόλη παραλιακή, με λιμάνι, αεροδρόμιο, πλούσια αγορά, χτισμένη αμφιθεατρικά στις πλαγιές και τα ριζά του Μίθριου όρους. Χτίστηκε από Σινωπείς το 756 π.Χ. και ήταν πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Κομνηνών μέχρι την πτώση της στους Τούρκους το 1461. Στην Τραπεζούντα υπάρχει ο Ιερός ναός της Αγ. Σοφίας, που δυστυχώς έχει μετατραπεί πρόσφατα σε τζαμί. Επίσης, πολλές βυζαντινές εκκλησίες, όπως ο Άγιος Ευγένιος ο Τραπεζούντιος, το περιώνυμο Φροντιστήριο της Τραπεζούντος, η βίλα Καπαγιαννίδη, η βίλα Θεοφυλάκτου.

Στο Ουζούνγκιολ (Σεράχο), την ωραιότερη λίμνη στην περιοχή του Όφεως είδαμε και συναντήσαμε ποντιόφωνους πολλούς. Στα μέρη αυτά, που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τις ελβετικές Άλπεις, μιλούν ποντιακά, κάτι που το έδειξε ο Φατίχ ο σερβιτόρος, ο οποίος, όταν πλησίασε να πάρει παραγγελία, είπε στη Ζωή: Εμείς είμεστε απ’ εσάς».

Ο Σάκης, η Δέσποινα, ο γράφων, ο Γρηγόρης και η Ξένια με τη συνοδεία της Πόντιας Αυσέ, που λειτούργησε ως μεταφράστρια και ξεναγός, αλλά κυρίως ως φίλη κατευθυνθήκαμε στα χωριά προέλευσης των χωριανών μας με σταθμούς την Ίμερα, τη Σερίενα, τη Ζιγόνα και το Καζαπινάρ. Οι εμπειρίες ήταν μοναδικές και οι συζητήσεις με τους ντόπιους κατοίκους συγκινητικές, με πολλές εκπλήξεις και ευχάριστες αναμνήσεις. Ένα συναπάντημα με το βαθύτερο εαυτό μας, σε μέρη που έχουν την απαρχή τους οι ρίζες μας.

Η επίσκεψη στη μονή του Αγ. Γεωργίου Περιστερεώτα, στην περιοχή της Γαλίαινας, ήταν μια ακόμη μοναδική εμπειρία. Τα ερείπια της μονής βρίσκονται στην περιοχή της Γαλίαινας σε απόσταση 30 χλμ. από την Τραπεζούντα. Ιδρύθηκε στα 752 μ.Χ. και κατά την παράδοση οφείλει το όνομά του στα τρία θεόσταλτα περιστέρια, που οδήγησαν τους τρεις ασκητές από τα Σούρμενα, για να κτίσουν το παρεκκλήσι. Να σημειώσω πως, όταν κάηκε μεγάλο μέρος του μοναστηρίου το 1905, οι Έλληνες της περιοχής του Αρταχάν και του Καρς έκαναν έρανο και συγκέντρωσαν 6.000 χρυσές λίρες για την επισκευή του. Με θαυμασμό ομολογώ πως ο Σάκης, η Δέσποινα και η Πόντια φίλη Μέρβε, από την Ότσαινα, ανέβηκαν ως την κορυφή.

Μια, επίσης, ιδιαίτερη στιγμή ήταν, όταν σταματήσαμε στην Κερασούντα απέναντι από την εκκλησία του Αγ. Νικολάου, για προσκύνημα και τη στιγμή εκείνη που θα αναχωρούσαμε, βγαίνει ένας άνδρας στο μπαλκόνι του σπιτιού του και μας δείχνει ένα κάδρο και κεντημένη τη λέξη «καλημέρα» με τα μάτια του βουρκωμένα από συγκίνηση. Η εικόνα αυτή δεν άφησε ασυγκίνητη τη Ζωή, που καθόταν δίπλα μου, η οποία ξέσπασε σε λυγμούς!
Κατά την επιστροφή περάσαμε από την Αμάσεια. Είναι η πόλη φρουρός μέσα σε φαράγγι που το διασχίζει ο Ίρις ποταμός. Κατά μήκος του ποταμού, μέσα σε ανθοστόλιστους κήπους, υπάρχει το άγαλμα του Στράβωνα, του πρώτου γεωγράφου του κόσμου. Πιο πέρα στην κεντρική πλατεία της πόλης αυτής λειτούργησαν τα περιβόητα δικαστήρια Ανεξαρτησίας, όπου από τους 174 καταδικασθέντες Ποντίους οι 69 εκτελέσθηκαν. Ο ελληνικός πνευματικός και οικονομικός ανθός έσβησε μέσα σε συνθήκες βίαιες. Στους θεόρατους βράχους που υψώνονται κατά μήκος του ποταμού βρίσκονται οι πέντε πέτρινοι τάφοι των Μιθριδατιδών φωταγωγημένοι σε χρώματα εναλλασσόμενα τις νύχτες.

Ιδιαίτερης αναμνηστικής αξίας ήταν η επίσκεψη μας στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Η παρέα μας, ο Παναγιώτης, η Ελένη και ο Γιώργος από την Καβάλα, ο Κωνσταντίνος και η Ξανθούλα, ο Δημήτρης και η Σοφία, η Ελένη, η Ξένια και γράφων, νοικιάσαμε ένα καραβάκι κι από την πόλη πήγαμε στο γραφικό νησί της Χάλκης που ανήκει στα Πριγκηπονήσια.

Στη Χάλκη δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα και η ανάβαση στη Σχολή, που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου, έγινε με καροτσέρι, αφού γίναμε ομάδες ανά τρεις για να αντέχουν τα άλογα. Το τοπίο είναι μαγευτικό, ο αύλειος χώρος στολισμένος με λουλούδια, δέντρα πολλά και πράσινο, έδειχναν όλα τους τη μεγαλοπρέπεια του χώρου γενικά, που δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι ανάλογο στον τόπο μας. Οι αίθουσες διδασκαλίες ήταν ψηλοτάβανες, τα παράθυρα μεγάλα, τα θρανία κλασικά, οι τουαλέτες μαρμάρινες και ένας χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος για άναμμα κεριών και προσευχή.

Στην επιστροφή μείναμε δυο βράδια στην Κωνσταντινούπολη, την Πόλη των πόλεων που ενώνει Δύση και Ανατολή, Ευρώπη και Ασία, με 20 περίπου εκατομμύρια κατοίκους. Είναι μια σύγχρονη πόλη, με πολλούς διαφορετικούς πολιτισμούς, στην οποία υπάρχει αρμονικά ο φερεντζές με το τζιν και η μαύρη μπούρκα με τη μίνι φούστα. Επισκεφθήκαμε την Αγία Σοφία, τον Ιππόδρομο, το Υδραγωγείο του Ιουστινιανού και το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

Ένα ταξίδι στον Πόντο είναι η επαφή με τις ίδιες τις ρίζες μας. Το ταξίδι μας, ήταν καλά οργανωμένο, στο γκρουπ υπήρχε ομοιογένεια, άριστη επικοινωνία. Είδαμε, μάθαμε και αισθανθήκαμε τόσα πολλά που ανυπομονούμε να το επαναλάβουμε. Ένα ταξίδι στα μέρη των παππούδων και των γιαγιάδων μας είναι το αντάμωμα με το προγονικό μας παρελθόν και είμαστε τυχεροί όσοι το ζήσαμε. Περάσαμε μέρες γεμάτες από ωραίες συγκινήσεις και όμορφες εντυπώσεις.
Μέρες μετά ακόμη ξυπνάμε και κοιμόμαστε μ’ αυτές τις εικόνες που μάτωσαν την ψυχή μας και χάραξαν το νου μας.

Περισσότερα
Παύλος και Μάγδα Φύσσα. Ζωγραφία.

Κι όμως φοβόμουν…

Θυμάμαι οι άνθρωποι ήταν τόσο οργισμένοι από το κακό που μας βρήκε όταν μπήκαμε στα μνημόνια που έψαχναν τρόπο να […]

Δείτε ακόμα