Τα Χριστούγεννα στα σχολικά βιβλία Γλώσσας

Αρθρογραφία /

«Από πολλά χρόνια τώρα γίνεται συστηματική προσπάθεια διαρκώς αυξανόμενη να πολεμηθεί η πίστις. Να βγει από τα ελληνικά σχολεία ο Χριστός. Να διαστρεβλωθεί η ιστορία μας. Να ευτελισθεί η σημασία των μεγάλων εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα που τόσο ζει ο λαός μας. Να παύσει η Ορθόδοξος Εκκλησία να είναι η ψυχή του Γένους μας».
Άγιον Όρος, 1984

Χριστούγεννα σε λίγες μέρες, «χαρά στον κόσμο», μέρες τρανές, μέρες ευλογημένες. Κουράζονται, ατονούν καμμιά φορά οι μαθητές μας από τον κάματο της μάθησης. Τους λέω: «υπομονή, έρχονται τα Χριστούγεννα». Και να, τα πρόσωπά τους φέγγουν, χαμογελούν, η προσμονή της εύμορφης γιορτής τα παρηγορεί. Αντέχουν ακόμη λίγες διαιρέσεις κλασμάτων και τας κατά βαρβάρων νίκας του πιστού, εν Χριστώ τω Θεώ, αυτοκράτορα των Ρωμαίων Ηρακλείου. (Είναι εκπληκτική η λεγόμενη «βυζαντινή» ιστορία. Έξοχα μαθήματα υπερηφάνειας. Η ρωμαίικη χιλιόχρονη αυτοκρατορία επιδείκνυε την ισχύ της, στέλνοντας στους γειτονικούς λαούς, όχι υπερσύγχρονα βομβαρδιστικά, αλλά τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο. Καμαρώνουν τα παιδιά. Αυτό θέλουμε. «Η εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες, ό,τι ο αυτοσεβασμός για τα άτομα: η αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωσή τους»). (Ρόρτι).
Σύμφωνα όμως με το Αναλυτικό Πρόγραμμα πρέπει να διδάξουμε και το επίκαιρο κεφάλαιο των βιβλίων της γλώσσας, το οποίο αναφέρεται στα Χριστούγεννα. Διδάσκω στην Πέμπτη Δημοτικού. Αρχίζω αμέσως την οδυνηρή περιδιάβαση στο εν λόγω κεφάλαιο.
Στην σελίδα 23, την πρώτη της ενότητας, παρατίθενται δύο πίνακες ζωγραφικής και ένα ποίημα. Ο πρώτος πίνακας διακωμωδεί απροκάλυπτα την ορθόδοξη εικόνα της γέννησης του Χριστού. Μπροστά σε μια κούνια, στέκονται έξι παιδιά και παραστέκονται ένας ταύρος, ένας γάιδαρος και δύο πρόβατα, με «πρόσωπα» ανθρώπινα, όπως στα κινούμενα σχέδια. Ο πίνακας είναι δημιούργημα της συγγραφικής ομάδας. Η δεύτερη είναι του Monnier και απεικονίζει ένα παιδί που στολίζει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το ποίημα είναι κάποιου Baldwin, του τύπου «το χιόνι γέμισε μ’ ασήμι τη γη», τα γνωστά γλυκερά και χαζοχαρούμενα τραγουδάκια της Δύσης, των Φράγκων.
Στη σελίδα 24, περιέχεται ένα κείμενο με τίτλο «Χριστουγεννιάτικο δώρο». (Κατά το πνεύμα της εποχής και των ημερών, όπως διαλαλούν και οι κοσμοπολίτες της μιας πεντάρας, Χριστούγεννα ίσον δώρα). Εν ολίγοις, υπάρχει ένα παιδί, ο Άντη, που ζει σε στρατόπεδο προσφύγων του ΟΗΕ, ορφανό, που λυπάται γιατί δεν θα πάρει κανένα δώρο. Αρχίζει, δηλαδή, το φαρμάκωμα της ψυχής των παιδιών. Διευκρίνιση. Ότι οι κοινωνίες, η ανθρωπότητα γενικά, είχαν, έχουν και θα έχουν ένα μεγάλο μέρος τους βουτηγμένο στο σκοτάδι, δεν σημαίνει πως λόγω ρεαλισμού ή πολυπολιτισμικότητας, πρέπει να το προβάλλουμε στα βιβλία του Δημοτικού και να μαυρίζουμε την ψυχή των μαθητών. Όχι για να κρυβόμαστε υποκριτικά, αλλά γιατί ο νους των μικρών παιδιών δεν χωράει, δεν μπορεί να ερμηνεύσει το κακό, οπότε, το μόνο που αποφέρει μια τέτοια προσπάθεια, είναι να διαταράσσεται η πνευματική τους ισορροπία. Τι να απαντήσουν τα παιδιά στην ερώτηση «γιατί ο Άντη δεν μπορεί να ζήσει τη μαγεία των Χριστουγέννων»; Είναι υπεύθυνα τα παιδιά για το κακό του πολέμου; Ή θα αρχίσει ο δάσκαλος τις γεωπολιτικές αναλύσεις; Συμβαίνουν τόσα άσχημα στον κόσμο, πνιγμένη ελληνική η οικογένεια από τα οικονομικά δεινά και τον τρόμο της αβεβαιότητας, ας αφήσουμε τα μικρά παιδιά να χαρούν, τι τα φορτώνουμε με δυστυχία και ενοχές;
(Και αν υπάρχουν παιδιά στην τάξη ορφανά από πατέρα, όπως είχα παλαιότερα, τι θα γίνει. Θα ματώσει η καρδιά τους, αν διαβάσουμε αυτό το κείμενο. Όταν τα βιβλία γράφονται από ανθρώπους που δεν έχουν πατήσει το ποδάρι τους σε τάξη, τι περιμένεις; Αναισθησία, αθλιότητες και λάθη εγκληματικά).
Η σελίδα 25, προτρέπει τα παιδιά να κατασκευάσουν ευχετικές κάρτες. Αξιοσημείωτη λεπτομέρεια. Στα πέντε υποδείγματα που προτείνει, πουθενά δεν αναγράφεται η παραδοσιακή ευχή: «καλά Χριστούγεννα».
Στις σελίδες 26-27, αναγράφεται εκτενές κείμενο με τον εξής «ιδιοφυή» τίτλο: «Φρικαντέλα, η μάγισσα που μισούσε τα κάλαντα». (Μαγεία Χριστουγέννων πριν, μάγισσα τώρα, μαγική σκόνη πιο κάτω, καταπώς φαίνεται οι συγγραφείς εμπνέονται από τον ερεβώδη κόσμο του Χάρυ Πότερ, την τρισάθλια αυτή σειρά βιβλίων μιας λοξής Αγγλίδας. Υπενθυμίζω πως το υπ. Παιδείας απαγόρευσε την παρακολούθηση της κινηματογραφικής μεταφοράς τού ψυχοφθόρου σκουπιδιού από τους μαθητές. Θράσος κι αυτό! Να τρέχουμε τα σχολεία να παρακολουθήσουμε ξενόφερτες μαγαρισιές!).
Κατά το κείμενο, η κακιά μάγισσα, όταν πήγαν κάτι παιδιά να της πουν τα κάλαντα «βγαίνει στο μπαλκόνι και μπήγει τις φωνές: «Σκασμός σκουπιδόπαιδα, αν δεν σταματήσετε να λέτε τα κάλαντα θα το μετανιώσετε πικρά». Μπορεί δάσκαλος, με στοιχειώδη πνευματική εντιμότητα, να σταθεί ενώπιον των μαθητών του και να διαβάσει τέτοια φράση: «σκασμός σκουπιδόπαιδα»; Η μάγισσα μάλιστα «οργίστηκε και με το μαγικό ραβδί της, τα μεταμόρφωσε σε βατραχάκια, γατούλες, κατσίκια, παπάκια και λοιπά ζωντανά. Τέλος πάντων, με τα πολλά ηρέμησε η μέγαιρα και άκουσε τα κάλαντα. Ερωτώ: Η νεοελληνική λογοτεχνία κοσμείται από απαράμιλλης ομορφιάς κείμενα και ποιήματα για τα Χριστούγεννα, γραμμένα από επιφανείς του λόγου και του πνεύματος (Σολωμός, Καρκαβίτσας, Μωραϊτίδης, Κόντογλου, Παπαδιαμάντης), αυτό το κουρελούργημα βρήκαν να βάλλουν; Τα Χριστούγεννα είναι γιορτή Ορθόδοξη, γιορτή αρωματισμένη από την παράδοση του Γένους μας, τι δουλειά έχουν σκύβαλα για κακόψυχες μάγισσες στα σχολεία; Πού να καταλάβουν οι βέβηλοι ότι η παράδοσή μας είναι η βασιλική οδός για να επιβιώσουμε στον… «κουκουλοφόρο» καιρό μας; Η παράδοσή μας και το εξ αυτής απορρέον ρωμαίικο ήθος μάς έδωσε ήρωες της πίστεως και της πατρίδας σαν τον Πατροκοσμά και τον Μακρυγιάννη, που άκουγαν και διάβαζαν «Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας», και όχι για μάγισσες που μισούν τα κάλαντα.
Σελίδα 29. Κείμενο με τίτλο: «Τα Χριστούγεννα στον κόσμο. Πολωνία, Μεξικό, Καναδάς, Γαλλία, Ουγγαρία και Ελλάδα την ημέρα των Φώτων». Κεντρική ιδέα σ’ όλη αυτή την πλανητική περιήγηση είναι ότι οι άνθρωποι του κόσμου, τα Χριστούγεννα διασκεδάζουν, τρώνε, πηγαίνουν «πικ νικ», ντύνονται μάγοι, Αη-Βασίληδες -το γνωστό ξωτικό που διαφημίζει αναψυκτικά και λοιπά εμπορεύματα- είναι πολύ ευτυχισμένοι, χαρούμενοι, πλούσιοι, αξιοζήλευτοι. Προσοχή! Τα Θεοφάνεια, η ημέρα των Φώτων, στην πατρίδας μας, δεν είναι η «βάπτισις του Χριστού» και η φανέρωση της Αγίας Τριάδος Όχι. Αυτά είναι «θρησκόληπτα» πράγματα. «Στη χώρα μας», γράφει το περιοδικό ποικίλης ύλης-βιβλίο γλώσσας, «ρίχνουμε το σταυρό στη θάλασσα για να τον πιάσει ο καλύτερος και γρηγορότερος κολυμβητής», και τέλος. Οπότε, εύλογα, μπορεί να μας ρωτήσει κάποιος μαθητής: και γιατί δεν το κάνουμε αυτό το καλοκαίρι που είναι ζεστή η θάλασσα και παχιές οι μύγες; Ας απαντήσουν τα σαΐνια του πρώην Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Τα Θεοφάνεια είναι αγώνας κολύμβησης.
Σελίδα 30. Προτρέπονται οι μαθητές την ημέρα της χριστουγεννιάτικης γιορτής στο σχολείο να φτιάξουν «χριστουγεννιάτικο κορμό με μπισκότα». Και ακολουθεί η συνταγή. Την πιο όμορφη και συγκινητική γιορτή του σχολείου τα παιδιά δεν θα ψάλλουν κάλαντα, αλλά θα μαγειρεύουν. Απορώ και εξίσταμαι. «Η γαρ άνοια αυτών έκδηλος έσται πάσιν». (Τιμ. Β΄ γ, 9). (Όπως έχω γράψει και άλλοτε στα νέα βιβλία υπάρχουν 30-35 συνταγές μαγειρικής, οι οποίες αντικατέστησαν τα θαυμάσια δημοτικά μας τραγούδια).
Σελίδες 30-31. Κείμενο με τίτλο «το δάσος που ταξίδευε». Κι εδώ μαγικά ραβδιά, μαγικά σύνεργα, μαγική χρυσόσκονη, έλατα που βαρέθηκαν στο δάσος και ο Αη Βασίλης τα λυπήθηκε και τα πήρε, εν είδει χαλκομανίας μαζί του, και, στο τέλος, κρανιοκενείς ερωτήσεις, του τύπου «φανταστείτε ότι είστε έλατα στο παλτό του Αη Βασίλη. Πού θα θέλατε να ριζώσετε;». Το θέμα δεν είναι πού θα ριζώσουν τα παιδιά, αλλά πώς θα ξεριζώσουμε από την Παιδεία μας τις ανθρωποκάμπιες (Κόντογλου), που γράφουν βιβλία, όχι για μαθητές, αλλά για τηλεθεατές, σαν αυτά τα άταφα, αξιολύπητα πτώματα που συνωστίζονται στα καθημερινά κοπροριάλιτι.
Στο Ανθολόγιο τέλος των Ε’ και ΣΤ’, που συνοδεύει το γλωσσικό μάθημα, υπάρχει χριστουγεννιάτικο κείμενο με τίτλο «τα Χριστούγεννα του Τα Κι Κο».(σελ. 166). Σ’ αυτή την γραπτή πολυπολιτισμική σάχλα υπάρχει η εξής βλάσφημη παραπομπή. «Τα μάτια του γατιού ήταν γλυκά. Τα μάτια του Χριστού ήταν γλυκά».Δεν σέβονται ούτε το πρόσωπο του Σωτήρος οι μιξοέλληνες. Συγκρίνουν τα μάτια μιας γάτας, με τα μάτια του Χριστού, τα μάτια που αγκαλιάζουν, φιλάνθρωπα, όλο τον κόσμο.
Τι να πει κανείς; Μαραζωμένα σχολεία που μαραίνουν ολόδροσες παιδικές ψυχές…Και για να γευτούμε Χριστούγεννα, ρωμαίικα, παραπέμπω στον επίλογο του εξαίσιου διηγήματος του Κόντογλου «Το βλογημένο μαντρϊ», το οποίο υπήρχε στα παλαιότερα βιβλία, αλλά φρόντισαν να το λογοκρίνουν οι εκκλησιομάχοι.
« …Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα – Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.
Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:
«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».
Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».
Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:
«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».
Του λέγει ο Άγιος:
«Αλήθεια, τον ξέχασα!».
Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:
«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».
Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».
Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:
«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».
Του λέγει ο Άγιος:
«Έκοψα, ευλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος! Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:
«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».
Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης : «Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».
Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:
«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος».

Περισσότερα
Δείτε ακόμα