Πέρασαν 95 χρόνια και όμως οι μνήμες παραμένουν ζωντανές

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΜΥΡΝΗ

Ο Ρεπούσιος συνωστισμός στη Σμύρνη άρχισε στις 26 Αυγούστου 1922 και τελείωσε στις 31 Αυγούστου 1922. Στη Φώτο η τελευταία πράξη της τραγωδίας. Αναμοχλεύοντας τα αρχεία μου βρήκα μια ακόμη αληθινή αφηγηματική ιστορία που καταμαρτυρεί το δράμα της περιόδου εκείνης αλλά και το δράμα του προσφυγικού Ελληνισμο.

Ο ελληνισμός ζεί και βασιλεύει στη σημερινή Τουρκία

Την εβδομάδα της διακαινησίμου του 2013 ἔτυχε να συμμετάσχω σε μία εκδρομή στην Τουρκία. Ὁ οδηγός τοῦ λεωφορείου, Πόντιος στην καταγωγή, ήταν εύθυμος και με τα πολλά πιάσαμε κουβέντα. Λόγῳ της καταγωγής του γνώριζε, όπως ὁ ἴδιος είπε, άπταιστα Τουρκικά ἀπὸ τοις παππούδες του. Ὁ συγκεκριμένος οδηγός ἔκανε συχνό ἐκδρομὲς στην Τουρκία και εἶχε πολλὲς εμπειρίες. Καθώς ήρθε ἡ κουβέντα στοάς κρυπτοχριστιανοὺς και στον ξεριζωμό τοῦ 1922, διηγήθηκε τὴν παρακάτω ιστορία.

“Τό 1982 ήμουν νεαρός οδηγός καὶ μόλις εἶχα μπει στη δουλειά. Μοῦ εἶχαν αναθέσει μία εκδρομών στα Τουρκικά παράλια με προορισμό τη Σμύρνη. Ανάμεσα στοὺς επιβάτες τοῦ λεωφορείου ήταν και μία γιαγιά 82 ἐτῶν, ἡ οποία ήταν ξεκομμένη ἀπὸ τοις υπόλοιπους επιβάτες. Αν καὶ εἶχε προχωρημένη ηλικία, ήταν «κοτσονάτη», σοβαρή μεν αλλά δραστήρια.

Φτάσαμε λοιπόν τὸ βράδυ στὴ Σμύρνη καὶ αποβιβαστήκαμε. Ξαφνικά μὲ πλησίασε καὶ μοῦ ζήτησε νὰ τὴν πάω σὲ μία συνοικία κοντά στο Κορδελιό, γιατί ἐκεῖ βρισκόταν τὸ σπίτι της ποὺ εἶχε εγκαταλείψει τὸ 1922 με τη Μικρασιατική καταστροφή. Ντράπηκα να της πῶ όχι, γιατί ήμουν καὶ μικρότερός της στην ηλικία αλλά και επειδή τη σεβόμουν.

Κάλεσα ἕνα ταξὶ νὰ μις πάει. Πήρα όμως μαζί μου ἕνα καλό παιδί, τὸν ξεναγό μας, Πομμάκο στην καταγωγή, γιατί γνώριζε καλύτερα τὰ μέρη αλλά καὶ τὴ γλώσσα. Όταν φθάσαμε στο Κορδελιό, ἡ κυρα-Δέσποινα, ἔτσι ήταν τὸ άνομα της, άρχισε νὰ αναγνωρίζει τὴν περιοχή καὶ νὰ μας καθοδηγεί: «ἐδῶ ήταν ὁ φούρνος, ἐδῶ ήταν τὸ μπακάλικο τοῦ κυρ-Γιώργου», καὶ ξαφνικά μας εἶπε νὰ σταματήσουμε: «ἐδῶ ήταν τὸ σπίτι μου…».

Τὸ σπίτι τῆς κυρα-Δέσποινας φαινόταν εγκαταλελειμμένο, τὸ διπλανό όμως σπίτι φαινόταν κατοικήσιμο. Κατέβηκα λοιπόν ἐγὼ πρώτος ἀπὸ τὸ αυτοκίνητο καὶ αποφάσισα νὰ χτυπήσω τὴν πόρτα τοῦ κατοικημένου σπιτιού. Όταν άνοιξε ἡ πόρτα, βγήκε μία κυρία ηλικιωμένη, στα χρόνια τῆς κυρα-Δέσποινας. Ἡ κυρα-Δέσποινα, μόλις τὴν εἶδε, κατέβασε τὸ παράθυρο καὶ τὴν αποκάλεσε μὲ τὸ άνομα της: «Ἀϊσέ». Ἡ Τουρκάλα ἔμεινε σύξυλη: «Δέσποινα ἐσὺ είσαι;» τῆς εἶπε.

Προτοῦ τὴν καταστροφή τῆς Σμύρνης, οἱ δύο γυναίκες ήταν γειτόνισσες. Μόλις ἡ Τουρκάλα συνήλκε, άρχισε νὰ γίνεται επιθετική καὶ νὰ μας διώχνει, ἂν καὶ οἱ Τούρκοι στὴ φιλοξενία είναι τυπικοί, αὐτὴ μὲ πολὺ δυσκολία μας ἔβαλε στὸ σπίτι της καὶ μας πρόσφερε ἕνα τσάϊ. Ὅταν κάθισε μαζί μας ἡ κυρα-Δέσποινα τῆς εἶπε: «Ἀϊσέ, ὅταν ἔφυγα ἀπὸ ἐδῶ, στὴν καταστροφή άφησα ἕνα μωρό οχτώ μηνών πίσω. Ξέρεις τί απέγινε;». Τότε ήταν ποὺ ἡ Ἀϊσὲ ἔγινε ἔξαλλη καὶ ἤθελε νὰ μας διώξει λέγοντας: «Δεν ξέρω για τί λές. Νὰ γυρίσετε στη Θεσσαλονίκη καὶ νὰ μὴν ξανάρθετε. Νὰ φύγετε, όπου νὰ ΄ναι θὰ ἔρθει ὁ γιός μου».

Καὶ ξαφνικά άνοιξε ἡ πόρτα καὶ μπήκα μέσα ἕνας άνδρας, ὁ ὁποῖος εἶχε στρατιωτική ενδυμασία καὶ ἀπὸ τὴν περιβολή του φαινόταν ὅτι ήταν ψηλόβαθμος στρατιωτικός. Ὁ Πομάκος εναγής ποὺ εἶχα μαζί μου μοῦ εξήγησε μυστικά ότι ὁ ανδρός ποὺ εἶχε μπει στὸ σπίτι, ἦταν ψηλόβαθμος αξιωματικός τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ. Μόλις ἡ κυρα-Δέσποινα εἶδε τὸν ὑποτιθέμενο γιὸ της Ἀϊσέ, άρχισε νὰ τρέμει καὶ χλόμιασε. Ἐκεῖνος μᾶς ρώτησε ποιοι ήμαστε καὶ τί θέλουμε. Ἐγὼ ὅπως σᾶς εἶπα γνώριζα Τουρκικά, πήρα τὸν λόγο καὶ τοῦ εξήγησα ὅτι ήμαστε ἀπὸ τὴν Ελλάδα καὶ ὅτι φέραμε τὴν κυρα-Δέσποινα νὰ δεῖ τὸ σπίτι ποὺ εἶχε εγκαταλείψει στὴ Μικρασιατική καταστροφή. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ μᾶς κοίταξε όλους, μᾶς εἶπε νὰ περιμένουμε λίγο καὶ χάθηκε σὲ κάποιο δωμάτιο. Λίγο αργότερα, βγήκε κρατώντας ἕναν φάκελο. Μοῦ τὸν ἔδωσε καὶ μοῦ εἶπε νὰ τὸν δώσω στὴν κυρα-Δέσποινα, στον γυρισμό, όταν φτάνουμε στὰ σύνορα. Μᾶς χαιρέτησε όλους, μὰ ἡ ματιά του ἔμεινε στὴν κυρα-Δέσποινα…

Φύγαμε καὶ ξεκινήσαμε γιὰ τὸ ξενοδοχείο. Ἡ κυρα-Δέσποινα ήταν αμίλητη καὶ εἶχε χάσει τὴ ζωντάνια της, όπως φάνηκε στὸ ὑπόλοιπο τῆς ἐκδρομῆς. Ἡ έκπληξη μας ἦταν στο γυρισμό, όταν ανοίξαμε τὸν φάκελο καὶ τῆς τὸν δώσαμε. Μέσα στὸν φάκελο ὑπήρχε ἕνας χρυσός σταυρός καὶ ἕνα γράμμα ποὺ ἔγραφε στὰ Τουρκικά: «αὐτὸς είναι ὁ σταυρός τῆς βαφτίσεως. Ξέρω ὅτι είμαι Ἕλληνας καὶ είμαι γιός σου. Τώρα είμαι Μουσουλμάνος καὶ στρατηγός. Δὲν μπορώ νὰ κάνω ἀλλιῶς. Μὴν ξαναέρθεις…».

Φθάσαμε τελικά στὴ Θεσσαλονίκη καὶ δὲν ξαναείδα τὴν κυρα-Δέσποινα. Αργότερα, έμαθα ὅτι πέθανε μερικοὺς μήνες μετά τὸ ταξίδι στὴ Σμύρνη…”.

Ὁ οδηγός τελείωσε τὴν ιστορία συγκινημένος καὶ μας εἶπε ότι ὁ «χαμένος» γιός τῆς κυρ-Δέσποινας ήταν ὁ τρίτος στην τάξη στρατηγός στην Τουρκία ονόματι Ἀρκάν. Οἱ Τούρκοι γνώριζαν τὴν καταγωγή του, αλλά τὸν κρατούσαν λόγῳ τῶν ικανοτήτων του. Αὐτὴ είναι μία ἀπὸ τὶς πάμπολλες ιστορίες ποὺ συνέβησαν στὰ χρόνια τοῦ ξεριζωμού τῶν Ρώμη ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία και όχι μόνον. Ὡς απαύγασμα, αντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ Ελληνισμός ζει στην Τουρκία καὶ ὅτι πάρα πολλοὶ ἀπὸ αυτούς εἶναι ὄχι μόνο κρυπτοχριστιανοὶ, αλλά κατέχουν καὶ κομβικὲς θέσεις στὸ σημερινό γειτονικό κράτος. Τὰ αδέλφια μας προσμένουν τὴν ώρα τῆς Ανάστασης τοῦ γένους, καὶ εμείς ἀπὸ τὴν πλευρὰ μας καλούμαστε νὰ πράξουμε όσα ἔλεγε ὁ Άγιος Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης: «Οὐδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι καὶ πολεμούντες τοῖς κατέχουσι τὴν Κωνσταντινούπολιν», αλλά καὶ κάθε χώμα ρωμαίικο…

Το κείμενο είναι του κ. Ἀθανασίου Μπλατζούκα