Η Μικρασιατική εκστρατεία – Το ξερίζωμα του Ελληνισμού

Γενικά /

«Ο πόλεμος είναι η πιό τραγική από όλες τις ανθρώπινες περιπέτειες. Είναι ηλίθια, γιατί επιλύει ελάχιστα ανθρώπινα προβλήματα γιά πολύ λίγο καιρό, τραγική δε εξ αιτίας της μεγάλης καταστροφής σε ανθρώπινες ζωές, σε πολιτισμό και πλούτο»
ΑΪΖΕΝΧΑΟΥΕΡ

Φέτος συμπληρώθηκαν 98 χρόνια από το ξερίζωμα του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία και την καταστροφή της Σμύρνης.

Ο Ελληνισμός, όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, με μνημόσυνα και άλλες εκδηλώσεις τίμησε την μνήμη των αξιωματικών και στρατιωτών, που έπεσαν στα πεδία της Μ. Ασίας, καθώς και την μνήμη των χιλιάδων αμάχων Μικρασιατών, που εσφαγιάσθηκαν από τα στίφη των βαρβάρων αλλά και από τον τακτικό τουρκικό στρατό. Με τις εκδηλώσεις αυτές παραμένουν ζωντανές οι αναμνήσεις των αξέχαστων Πατρίδων και μεταφέρονται από γενέα σε γενά. Όμως, αυτό δεν αρκεί. Θα πρέπει οι μνήμες να συνοδεύονται και από περίσκεψη, που δυστυχώς, αρκετές φορές λείπει από τον ελληνικό λαό. Θα πρέπει να σκεφτόμαστε, να αναζητούμε το «γιατί», γιά να μας γίνονται τα παθήματα, μαθήματα.

Γιά την Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή, που ίσως είναι η πιό αιματηρή σελίδα της Ιστορίας του ελληνικού Εθνους, έχουν γραφεί πολλά βιβλία και άρθρα, που δυστυχώς τα πιό πολλά από όσα έχω διαβάσει είναι εμποτισμένα από τον φανατισμό και το διχαστικό πνεύμα της εποχής, που ακολούθησε τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), την λαμπερή δόξα των οποίων θόλωσαν και οδήγησαν την Πατρίδα στην εθνική τραγωδία του 1922. Γιά να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο «γιατί», θα κάνουμε μία σύντομη ιστορική αναδρομή. Η Μικρασιατική Εκστρατεία και η Καταστροφή, που την ακολούθησε έχουν τις ρίζες τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Την εποχή εκείνη δύο μεγάλοι συνασπισμοί κρατών, η ΑΝΤΑΝΤ (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία) και οι Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία) συγκρούονται μεταξύ τους γιά την κυριαρχία επί της Ευρώπης. Ο κάθε συνασπισμός, προκειμένου να αυξήσει την δύναμή του προσπαθούσε να συνάψει συμμαχίες και με μικρότερα κράτη. Τότε, κάτω από τις πιέσεις και τις δελεαστικές προτάσεις στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν δύο αντίθετες πολιτικές γραμμές, που δίχασαν την ελληνική κοινωνία.

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριξε, ότι η Πατρίδα μας έπρεπε να μπει αμέσως στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ, επειδή προέβλεπε ότι αυτή θα ήταν ο νικητής και έτσι θα μπορούσε μετά το τέλος του πολέμου να γίνει πράξη η «Μεγάλη Ιδέα» του έθνους, δηλαδή να αναστηθεί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, με επέκταση της κυριαρχίας της Πατρίδας μας στην Μικρά Ασία εις βάρος της Τουρκίας, η οποία είχε συνταχθεί με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες. Αντίθετη άποψη από αυτή του πρωθυπουργού είχε το Γενικό Επιτελείο του Στρατού, με την οποία ταυτιζόταν και ο βασιλιάς.

Οι παραπάνω υποστήριζαν, ότι η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει ουδέτερη στον πόλεμο γιά να αποφύγει το μπλέξιμο και τους μεγάλους κινδύνους. Να παρακολουθεί τις εξελίξεις και …«βλέποντας και κάνοντας». Έτσι άρχισε ο Εθνικός Διχασμός.

Στην αρχή επικράτησε η άποψη του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Η Ελλάδα δεν μετείχε στην εκστρατεία της ΑΝΤΑΝΤ κατά των Δαρδανελλίων, που υπήρξε καταστρεπτική γιά την ΑΝΤΑΝΤ. Μετά την αποτυχία των Αγγλογάλλων να εκπορθήσουν τα στενά των Δαρδανελλίων, τα υπολείμματα του εκστρατευτικού τους σώματος, μεταφέρθηκαν στην Θεσσαλονίκη, την οποία ουσιαστικά έθεσαν υπό τον έλεγχό τους. Στην «κατεχόμενη» Θεσσαλονίκη από τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ, ομάδα Ελλήνων αξιωματικών, οπαδών του Βενιζέλου, τον Σεπτέμβριο του 1916 πραγματοποίησε κίνημα με σκοπό την προσχώρηση της Ελλάδας στην ΑΝΤΑΝΤ και την έξοδό της στον πόλεμο.

Λίγες ημέρες αργότερα ο Βενιζέλος μετέβη στην «επαναστατημένη» Θεσσαλονίκη, συνοδευόμενος από λίγους συνεργάτες του και εκεί σχημάτισε κυβέρνηση με το όνομα «Εθνικής Αμύνης». Έτσι, η Ελλάδα διαιρέθηκε σε δύο κράτη, της Αθήνας, που ήταν υπέρ της μη συμμετοχής της Πατρίδας μας στον πόλεμο και της Θεσσαλονίκης, που ήταν υπέρ της συμμετοχής στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ.

Τους επόμενους μήνες οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ πιέζοντας την κυβέρνηση της Αθήνας, πέτυχαν τον μερικό αφοπλισμό του στρατού, που την στήριζαν και στην συνέχεια προχώρησε σε πολύμηνο αποκλεισμό της Αττικής, από στεριά και θάλασσα. Αποτέλεσμα του αποκλεισμού ήταν η παραίτηση και η αυτοεξορία του βασιλιά καθώς και η παραίτηση της κυβέρνησης των Αθηνών, τα σημαντικότερα στελέχη της οποίας συνελήφθησαν από τους Γάλλους και εξορίστηκαν στην Κορσική, φρουρούμενα από Γάλλους στρατιώτες.

Ο Βενιζέλος επανήλθε στην Αθήνα, σχημάτισε νέα κυβέρνηση, απέλυσε από τον στρατό και από τις πολιτικές δημόσιες υπηρεσίες χιλιάδες αντιφρονούντων και έτσι το κράτος περιήλθε στον απόλυτο έλεγχό του. Κήρυξε επιλεκτική επιστράτευση και μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ, μετέχοντας στις μάχες του Μακεδονικού Μετώπου, κατά τις οποίες διακρίθηκε η ικανότητα του ελληνικού στρατού. Η επίθεση και κατάληψη του Σκρα ντι Λέγκεν ήταν η σπουδαιότερη από τις μεγάλες τοπικές επιθέσεις του Μακεδονικού Μετώπου και η νικηφόρα γιά τους συμμάχους έκβασή της οφείλεται στον ελληνικό στρατό.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε με νίκη της ΑΝΤΑΝΤ στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα. Το Συνέδριο Ειρήνης άρχισε τον Ιανουάριο του 1919 και τελείωσε τον Ιανουάριο του 1920. Στο διάστημα αυτό ο Έλληνας πρωθυπουργός (Βενιζέλος) προσπαθούσε με διάφορα υπομνήματα να προβάλει τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις που περιορίζονταν σε ένα μέρος του Βιλαετίου της Προύσας. Τα σύνορα της διεκδικούμενης περιοχής ορίζονταν από την γραμμή που ξεκινάει προς Βορρά, απέναντι από την Τένεδο και προς Νότο από το Καστελόριζο.

Αντιρρήσεις στις ελληνικές διεκδικήσεις είχαν η Ιταλία και η Αμερική. Η μεν Ιταλία γιατί θεωρούσε, ότι το Μικρασιατικό Ζήτημα είχε λυθεί ευνοϊκά γιά τα συμφέροντά της στην Συνθήκη του Λονδίνου (1915) και στην Συνθήκη του Αγίου Ιωάννη της Μωριένης (1917). Η Αμερική δεν συμφωνούσε με τον διαμελισμό της Τουρκίας. Παρά τις παραπάνω αντιρρήσεις η Ελλάδα εκλήθη από το Συνέδριο Ειρήνης να καταλάβει την Σμύρνη γιά να εξασφαλισθεί η τάξη και η προστασία των χριστιανικών λαών της περιοχής.

Τα πολεμικά γεγονότα είναι γνωστά και ο χώρος της στήλης δεν επιτρέπει να αναφερθούμε σ’ αυτά.
Θα απαντήσουμε μόνο στο ερώτημα «ποιός έφταιξε γιά τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από την Μ. Ασία και την καταστροφή της Σμύρνης» γιά της γραφίδος του ιστορικού Σαράντου Καργάκου, ανατρέχοντας στο πόνομά του «Η Μικρασιατική Εκστρατεία, από το έπος στην τραγωδία», αποσπάσματα του οποίου παραθέτουμε:

«Αποδίδουμε ευθύνες: Α) Στον Ελευθέριο Βενιζέλο, γιατί κατά τον σχεδιασμό της μεγαλόπνοης αλλά και συνάμα ριψοκίνδυνης εκστρατείας θα έπρεπε να στηριχθεί κατά κύριο λόγο στις δυνατότητες που του προσέφερε η ελληνική πραγματικότητα (συγκεκριμένα ο Βενιζέλος είχε προειδοποιηθεί από τον Γάλλο στρατάρχη Φος, πως η Ελλάδα δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα σε πόλεμο με τον Κεμάλ. Γιά να συντριβεί η στρατιωτική δύναμη της Τουρκίας θα χρειασθεί να καταληφθεί όλη η χώρα. Αυτό απαιτεί 27 μεραρχίες ή 450.000 άνδρες. Έχετε τόσες δυνάμεις; Ο Βενιζέλος απάντησε: «Διαθέτουμε τις μισές αλλά οι στρατιωτικοί μας σύμβουλοι πιστεύουν, ότι είναι αρκετές να επιβληθούμε στην Μ. Ασία». Ο Φος προειδοποίησε: «Δεν συμφωνώ και ακούστε με». Δεν τον άκουσε ο Βενιζέλος.

Β) Στην αντιβενιζελική παράταξη γιατί δεν έπρεπε κατά την προεκλογική περίοδο να προσπαθήσει να αποκομίσει πολιτικά οφέλη εφ’ όσον το έθνος βρισκόταν σε εμπόλεμο κατάσταση.
Γ) Στους συμμάχους, γιατί τελικά η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται κυρίως σε αυτούς. Βεβαίως κάθε κράτος καθορίζει την πολιτική του με γνώμονα το εθνικό συμφέρον του και κανείς δεν μπορεί να το κατηγορήσει γι’ αυτό. Επειδή, όμως, γνωρίζουμε, ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις καθορίζουν πάντα την πολιτική τους από ψυχρό συμφέρον, οφείλαμε κι εμείς να είμαστε προσεκτικοί και επιφυλακτικοί.
Δ) Στους Μπολσεβίκους, γιατί με την βοήθειά τους προς τον Κεμάλ συνέβαλλαν και αυτοί στην Μικρασιατική Καταστροφή
Ε) Φταίνε και οι Έλληνες κομμουνιστές που καλλιέργησαν στο μέτωπο κλίμα ηττοπάθειας και φυγής, λόγω ιδεολογικής αντίθεσης προς την Μικρασιατική Εκστρατεία.

Στο άρθρο του ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδης, που δημοσιεύθηκε στον Ριζοσπάστη της 12ης Ιουλίου 1935, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Γι’ αυτό κι εμείς δεν λυπηθήκαμε καθόλου γιά την ταπεινωτική ήττα, στην οποία κατέληξε η αστικοτσιφλικάδικη εκστρατεία αλλά βοηθήσαμε στο να γίνει αυτό» (Με το «αυτό» διευκρινίζει ο Καργάκος, ότι εννοούσε την ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ).

ΣΤ) Ωστόσο πολύ περισσότερο από τους Κομμουνιστές φταίνει οι «Αμυνίτες» της Κωνσταντινούπολης που καλλιέργησαν με κάθε τρόπο τον Διχασμό, έσπειραν την ηττοπάθεια…

Ζ) Φυσικά ευθύνη έχει και ο ελληνικός λαός, που λησμόνησε πως ο Διχασμός είναι ο πιό μεγάλος εχθρός του. Την ώρα που κρίνονταν τα πάντα έπεσε στην παγίδα του Διχασμού και έχασε το παιχνίδι. Τους Έλληνες δεν τους νίκησε ο Κεμάλ, τους νίκησε ο κακός εαυτος τους

Η) Ας είμαστε ειλικρινείς, απαλλαγμένοι από ιδεοληψίες και μονομέρειες, πρέπει να παραδεχθούμε ότι κύρια αιτία της ήττας ήταν ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ.
Ως τον Νοέμβριο του 1920, η μισή Ελλάδα πολεμούσε εναντίον της άλλης μισής που πολεμούσε τον Κεμάλ. Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου η άλλη μισή Ελλάδα, που τώρα δεν πολεμά τον Κεμάλ, πολεμά εναντίον της άλλης μισής, που τώρα πολεμά τον Κεμάλ.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα

«Πυξίδα» το Κιλκίς

Συμβολική αξία είχε το δώρο που έκανε στον Τάκη Θεοδωρικάκο ο δήμαρχος Κιλκίς κατά την επίσκεψή του στο υπουργείο εσωτερικών. […]