#metoo: «Γιατί η μνήμη δεν παραγράφεται»

Αρθρογραφία /

Γράφει η Έλλη Φρεγγίδου

«Γιατί τώρα;», αναρωτιούνται οι αδαείς παρατηρητές της κακοποίησης. Ρωτούν τη γυναίκα που κακοποιούνταν αμέτρητα χρόνια γιατί την τελευταία μόνο φορά επέλεξε να μιλήσει. Ρωτούν το παιδί που βιάστηκε γιατί δεν έβρισκε το κουράγιο στα 6 του χρόνια να καταγγείλει όσα του συνέβαιναν. Ρωτούν τον υπάλληλο που δεχόταν καθημερινά ψυχολογική βία ή παρενόχληση στη δουλειά του γιατί δεν όρθωνε το ανάστημά του μια κάποια άλλη φορά.

Και με όλες αυτές τις αλλεπάλληλες ερωτήσεις, συνεχίζουν (αν όχι ισχυροποιούν) την κακοποίηση, που αυτός ο άνθρωπος έχει, όλα αυτά τα χρόνια, υποστεί. Μια ερώτηση που κάπου στο βάθος της ενέχει την καχυποψία, τη δυσπιστία, όλη την επιθετικότητα και το θυμό μιας μνησίκακης ψυχής. Ούτε κι εγώ έχω μια απάντηση για την «καταλληλότητα» της ώρας γιατί πολύ απλά το ερώτημα είναι σαθρό και δόλιο από τη βάση του. «Κουνάμε το δάχτυλο στο νοικοκύρη» και υψώνουμε ανάχωμα μπροστά από το θύτη αυτής της ιστορίας.

Αντί, λοιπόν, να παραθέσω θεωρίες της επιστήμης μου περί της κακοποίησης, του θύματος, της θυματοποίησης, της ρητορικής μίσους και τόσων άλλων φαινομένων, θα προτιμήσω να σας μιλήσω για την εμπειρία μου από τη δουλειά μου. Κοντεύω 16 χρόνια ως ψυχολόγος και στο γραφείο μου έχω ακούσει τόσες πολλές πονετικές ιστορίες ανθρώπων. Με κάποιες «συνδέθηκα» λιγότερο και με κάποιες άλλες πολύ περισσότερο.

Κάποτε φανταζόμουν πως κανείς επισκέπτεται τον ψυχολόγο με μια αυτονόητη διάθεση εξομολόγησης και αυτοαποκάλυψης. Πολύ αργότερα, συνειδητοποίησα πως ο άνθρωπος στο βαθύ και, ενίοτε, μακρινό πόνο του, χρειάζεται χρόνο και χώρο, για να αισθανθεί ασφαλής, προστατευμένος και με εμπιστοσύνη σε εκείνον που απευθύνεται. Έτσι, συχνά, άνθρωποι που έρχονταν με ένα διαφορετικό αίτημα στο γραφείο, κατέληγαν να μου εκμυστηρευτούν, ακόμα και μετά από χρόνια, ένα τέτοιο δικό τους «περιστατικό». Χρησιμοποιώ τη λέξη «περιστατικό» συνειδητά, καθώς αρκετοί μου περιέγραφαν την κακοποιητική συνθήκη ως γεγονός φυσικό, χωρίς απόλυτη επίγνωση του συμβάντος, άλλες φορές με ενοχή ή ντροπή και, κατά πολύ λιγότερο, με θυμό και επιθετικότητα.

Στο σημείο αυτό, ίσως είναι χρήσιμο, προκειμένου να κατανοήσουμε τη συμπεριφορά και την αντίδραση του ανθρώπου που κακοποιείται, να αναλογιστούμε την αντίληψη της κοινωνίας μας απέναντι στην κάθε μορφής βία: ποιος θα πίστευε ότι ένας δάσκαλος ή ένας ιερέας θα μπορούσε να είναι παιδεραστής; ποιος θα τολμούσε να σκεφτεί πως ένας επιφανής κύριος μέσα σε ένα φαινομενικά ευτυχισμένο γάμο θα ήταν δυνατό να κακοποιούσε τη σύζυγό του; ποιος θα έδινε λόγο – θα εμπιστευόταν- τα λόγια ενός παιδιού, μιας άσημης αθλήτριας ή μιας νοικοκυράς; Ποιες διεξόδους δίνουμε σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, ως πολιτεία, και πώς το εκπαιδευτικό μας σύστημα ενδυναμώνει τα παιδιά μας να θέτουν τα όριά τους και να τολμούν να πουν «όχι»;

Έχω συνηθίσει τα «έπεα πτερόεντα» των πολιτικών μας. Όμως, τις προάλλες, ο Πρωθυπουργός μας ξεπέρασε κάθε όριο και υπερέβη της αντοχής και της ανοχής μας απέναντι στην υποκρισία της πολιτικής. «Θα εισάγουμε πρόγραμμα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης από το Σεπτέμβριο στα σχολεία». Οι χειροβομβίδες πέφτουν βροχή και εμείς θα αγοράσουμε κάποια στιγμή μια ομπρέλα!

Διερωτώμαι ποιος θα διδάσκει τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση; Πότε θα εκπαιδεύσει το προσωπικό του; Πότε θα κάνει προσλήψεις ψυχολόγων (αν αυτό υπονοεί-που δεν το φαντάζομαι-); Ποιος θα δομήσει και θα συγγράψει το περιεχόμενο του προγράμματος αυτού;

Ένα πυροτέχνημα ήταν και τίποτα περισσότερο, ένα καθησυχαστικό χτύπημα στην πλάτη σε εκείνον που υπέστην τη βία και στο γονιό που φοβήθηκε, με όλα τα τελευταία γεγονότα, ακόμα και τη σκιά του. Κανένας απολύτως μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για ένα θέμα που σε όλες, σχεδόν, τις ευρωπαϊκές χώρες θεωρείται αυτονόητο στο ωρολόγιο πρόγραμμα μιας σχολικής τάξης.

Επιστρέφοντας στο #metoo να σημειώσω πόσους πολλούς ανθρώπους ένιωσα ότι συμπαρέσυρε το κίνημα αυτό και τους έδωσε το θάρρος, τη δύναμη και την υποστήριξη, που όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να αναζητούσαν. Γιατί η μνήμη δεν παραγράφει, ούτε παραγράφεται. Η νομοθεσία μπορεί, μετά από χρόνια, να δίνει «άφεση αμαρτιών» σε έναν θύτη, να θεωρεί υποκριτικά πως ήταν, απλώς, μια κακή του στιγμή αλλά η ψυχή μας δε ξεχνά πόσο βαθιά έχει υποφέρει.

Και δε χρειάζεται να εκφράζουμε όλοι μια άποψη επί παντός επιστητού. Δεν είναι κακό να δηλώσουμε άγνοια για το πώς να διαχειριστούμε ένα τέτοιο θέμα και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους αυτούς. Μπορούμε, όμως, με σιγουριά, να κάνουμε ένα: να ακούσουμε τη φωνή τους. Είναι η εξομολογητική φωνή της απελευθέρωσης, που κατανικά την ενοχή και στέκει, θαρραλέα ή με μια αναίτια ντροπή, μπροστά μας.

Περισσότερα

Βρομιά και δυσωδία

«Μαθαίνει κανένας τα κακουργήματα που γίνουνται σήμερα, κι ανατριχιάζει περισσότερο απ’ άλλη φορά, από την αναισθησία, από την απάθεια, από […]

Δείτε ακόμα