«….. Η Νίκη, η Νίκη η ποθητή, εδαμάσθη…..» Πώς αλώθηκε το Κιλκίς

Μάχη Κιλκίς (λιθογραφία, ΙΕΕ-ΓΕΣ)(1)

Μάχη Κιλκίς (λιθογραφία, ΙΕΕ-ΓΕΣ)(1)

Γράφει ο Χρήστος ‘Ιντος

Γράφει ο Χρήστος ‘Ιντος

Για την μάχη του Κιλκίς έχουν γραφεί πολλά. Οι σχετικές μαρτυρίες επίσης είναι πολλές. Σε αυτές ανήκουν και τα παρακάτω κείμενα που γράφτηκαν από έναν στρατιώτη – δημοσιογράφο. Πήρε μέρος στην μάχη ως στρατεύσιμος υπηρετώντας στη 2η Μεραρχία. Το 1913 δημοσίευσε τις πολεμικές του εμπειρίες και εντυπώσεις στην εφημερίδα της Αθήνας ΕΣΤΙΑ. Το επόμενο έτος κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τον τίτλο Ελλάδα και Βουλγαρία. Εντυπώσεις πολεμιστού, Αθήναι 1914.

Πρόκειται για τον Νικόλαο Καρβούνη. Γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1880 και πέθανε στην Αθήνα το 1947. Σπούδασε ξένες γλώσσες και εργάστηκε ως δημοσιογράφος και διευθυντής πολλών Αθηναϊκών εφημερίδων. Κυκλοφόρησαν πολλά έργα του, επιφυλλίδες, διηγήματα. Στα κείμενά του διακρίνουμε σαφήνεια, ακρίβεια, έντονες περιγραφές με λογοτεχνικό ύφος. Αυτά τα στοιχεία κατέταξαν τον συγγραφέα στην χορεία των λογοτεχνών.
Ν. Καρβούνης (πηγή ΠΒΛ)
«Προς το Κιλκίς
Ένα κοπάδι από σπίτια λευκά, μαζεμμένα γύρω από λόφο κωνοειδή, εις την κορυφήν του οποίου ελεύκαζε μία εκκλησία – ο Άγιος Γεώργιος, μας είπεν ο οδηγός – επαρουσιάσθη εμπρός εις τα μάτια μας από ένα ύψωμα αριστερά του δικορύφου βουνού, εις το οποίο αναπαύεται το λευκό χωριουδάκι του Δεμιργκλάβα (Δρυμός Θεσσαλονίκης)
-Το Κιλκίς!
……………………………………..
Τα στεφάνια του καπνού των βολιδοφόρων μας έζωναν τώρα τον λόφο του Αγίου Γεωργίου του Κιλκίς. Αριστερά εφαίδρυνε τον ξανθόν κάμπον των σπαρτών ένα δροσερότατον πυκνόδενδρον δάσος, εις την παρυφήν του οποίου εγυάλιζαν τα σίδερα της σιδηροδρομικής γραμμής. Το αριστερόν της μεραρχίας ανοίχθη προς τα εκεί¨ το υποδέχθησαν αι εχθρικαί οβίδες, ατάραχον ώρμησε προς τα δενδρα……..
Εμπρός παιδιά! Εμπρός!

Ο κάματος είναι λέξις χωρίς σημασίαν. Αγρία χαρά και ακαταμάχητος λύσσα σπρώχνει, συναρπάζει, φτερώνει, εξαϋλώνει, θεοποιεί, παρασύρει, φλογίζει, πυρακτώνει, μεθά, στροβιλίζει τις καρδιές, παραδινεί την ψυχή, γιγαντώνει τους στρατιώτας, κάμνει θεούς τους ανδρείους και καλεί προς τα εμπρός την ελληνικήν λαίλαπα……………..

Ο διθύραμβος του αίματος
…… Το πηγάδι με το κρύο νερό, που εδρόσισε τους άνδρας εις το γύρισμα του ανηφορικού δρόμο προς το χωριό Αμπάρκιοϊ (Μάνδρες Κιλκίς) είχε θολώσει πια από το ανεβοκατέβασμα των στρατιωτικών κουβάδων και γύρω του συνοστίζοντο ακόμη εκατοντάδες στρατιωτών διψασμένων. Τα τζιτζίκια αδιάφορα για τους πολέμους των ανθρώπων, εξακολουθούσαν ακόμη το μονότονο τραγούδι των. Ειρηνικές αγελάδες έβοσκαν γύρω από τα πανύψηλα δένδρα το παχύ χορτάρι μιας χαριτωμένης κοιλάδας κάτω από το χωριό και οι Τούρκοι βοσκοί των ανακλαδίζοντο νωχελώς εις την ρίζαν των βαλανιδιών. Το κανόνι βροντούσε πολύ πλησίον τώρα και πλέον μακρυσμένα, προς τα αριστερά, ηκούοντο τα πυρά του πεζικού, ποικιλλόμενα από τον ξηρόν, κομμένον, καταρρακτώδη κρότον των πολυβόλων….

Εμπρός! Ηκούσθη μια ηχηρά προσταγή. Και οι λόχοι εξεκίνησαν οδοιπορικώς κατά τετράδας εις τον κατήφορον, ανάμεσα από συστάδας δένδρων, που εθροούσαν τα φυλλώματά των προφητικά, και από χόρτα ψηλά, τα οποία κορφολογούσαν βιαστικά τα άλογα των αξιωματικών. Πριν χαράξη η μεραρχία ευρίσκετο εις το Σαρίκιοϊ (Ποταμιά Κιλκίς), μικρό χωριουδάκι αγκαλισμένο από δύο βραχίονας του αργιλώδους βουνού εις τα πόδια του οποίου εκυλύετο ο Εχέδωρος……….
Πέντε – είκοσι – τριάντα – εκατόν στρατιώται πέφτουν κάτω. Κλονίζεται και γονατίζει ένας λοχαγός. Όλοι οι άλλοι προχωρούν. Πέφτουν τώρα πυκνότεροι οι άνδρες. Από τα στήθη ενός αναπηδά εις απόστασιν πήδαξ αίματος. Ένας άλλος αφήνει το μάλιχερ, πιάνει με τα δύο του χέρια το κεφάλι, κλονίζεται σαν μεθυσμένος και πέφτει εις τα χόρτα.
Εμπρός! Εμπρός! Εμπρός! Και επάνω τους παιδιά! Φωνάζει ο διοικητής του συντάγματος. Έξαφνα σταματά σαν ξιπασμένος και πέφτει. Οι τραυματιοφορείς τρέχουν προς αυτόν. Είναι όμως νεκρός.

-Βζζζ…, νταβ! Βζζζ…, νταβ – νταβ – ντάουου …..φς.., φς…, φς…, – μανάζουν οι οβίδες και οι σφαίρες…..
-Εμπρός! Εμπρός! Παλληκάρια! Απάνω τους μωρέ! Ζωντανούς! Πιάστε τούς! Απάνω τους παιδιά!
Και αι διμοιρίαι τρέχουν, πέφτουν κατά τετράδας. Έπειτα αναπτύσσονται ακροβολιστικώς. Πέφτουν και άλλοι – και άλλοι – άλλοι…. Αι οβίδες λυσσομανούν. Το σφύριγμα των σφαιρών μεθά, τυφλώνει την δίψα της νίκης. Και το πρώτο χαράκωμα κυριεύεται. Γεμάτο από σκοτωμένους εχθρούς. Οι τραυματίαι φωνάζουν για νερό. Άλλοι ξεψυχούν, αργοκινούνται σπασμωδικά τα πόδια. Αίμα παντού…….

Ο λοχαγός έχει δεχθεί θραύσμα οβίδας στο στήθος και τον εβίασαν να υποχωρήση προς τα χειρουργεία.
-Χαπ! Σαν το λύκο με άρπαξε το άτιμο! Την πήρα ξώδερμα, όμως δεν είναι τίποτε! Τραβάτ΄ εμπρός! Απάνω τους, στα παλιοζαγάρια. Λυπάμαι μόνο τα γυαλιά μου, εκατόν πενήντα δραχμές μου κόστισαν….

Μια σφαίρα και πέφτει νεκρός ο έφεδρος ανθυπολοχαγός. Πάει και ο ανθυπασπιστής. Οι λοχίαι διοικούν τον λόχον. Παρακάτω άλλος λοχαγός θανάσιμα τραυματισμένος, μοιράζει τα χρήματά του και το πιστόλι και τα γυαλιά του στους στρατιώτας.
-Αφήστε με τώρα! Εμπρός εσείς! Μην αργοπορείτε! Εμπρός και ο Θεός μαζί σας!

Μια έφοδος με τη λόγχη.
Αι οβίδες αυλακώνουν τώρα σπαρτά. Θερίζουν αι σφαίρες. Ζήτω! Το πρόχωμα το δεύτερο είναι δικό μας. Οι Βούλγαροι το αφήνουν πριν πλησιάσουν οι λόχοι μας. Οι δικοί μας πηδούν μέσα και πυροβολούν τους φυγάδας. Το πυροβολικόν μας τους δεκατίζει. Αριστερά μας προχωρεί η τέταρτη μεραρχία. Ο ορίζων είναι θολός από τους καπνούς. Ο χαλασμός της μάχης μαίνεται εις όλην την έκτασιν, όσην αγκαλιάζει το μάτι…….

Μία ακόμη έφοδος και όλα ετελείωσαν. Το εχθρικόν πυροβολικόν φεύγει. Μόνον το ιδικόν μας κυριαρχεί με την ξηράν του μεγαλοφωνίαν. Το πεζικόν του εχθρού χάνεται εν αταξία εις την χαράδραν του Εχεδώρου. Άλλα τμήματα φεύγουν προς βορράν. Αι θυμωνιαί του κάμπου αρχίζουν να καίονται. Ελαφρύς καπνός ανεβαίνει από την δεξιάν εσχατιάν του Κιλκίς. Οι Βούλγαροι πριν φύγουν έβαλαν φωτιά. Το ιππικόν μας καταδιώκει τους φυγάδας.

Οι λόχοι ανασυντάσσονται δεκατισμένοι, αλλά θριαμβευταί πλησίον των εχθρικών χαρακωμάτων, τα οποία ηλώθησαν με τόσην θυσίαν. Οι τραυματιοφορείς μαζεύουν όσους ζουν ακόμη ξαπλωμένοι μέσα στα στάχυα. Οι άνδρες ξαπλώνουν κατά γης, καθαρίζουν τις λόγχες των, ανάβουν τσιγάρα. Η Νίκη, η Νίκη η ποθητή εδαμάσθη. Κάθυδρο, σκονισμένοι, μαύροι, τρομεροί, με τα μάτια λαμπρά από την μέθην του θριάμβου, άλλοι αδειάζουν αχόρταγοι τα παγούρια των, άλλοι δαγκώνουν το υπόλοιπον της γαλέτας των και άλλοι κοιμούνται βαθειά με ηχηρά και δυνατήν και ασθμαίνουσαν αναπνοήν εις τον πενιχρόν ίσκιον μερικών δεματιών σιταριού, ενώ γύρω ακόμη βογγούν οι τραυματίαι και αρχίζουν να μαυρίζουν υπό τον φλογερόν ήλιον του μεσημεριανού οι νεκροί.
Έτσι έπεσε το Κιλκίς, από το οποίον τώρα φουντώνει ο καπνός της δηώσεως.

Ο αδελφός του.
………..
Να τος!
………
Ο λοχαγός έσκηψε και κοίταξε τον αδελφό του προσεκτικά. Οι άλλοι παραμέρισαν λίγο σιωπηλοί. Εις τον αριστερόν του κρόταφον και το αριστερό μέρος του λαιμού διεκρίνοντο δύο μικρές μαύρες τρύπες. Αριστερά και εις απόστασιν δέκα βημάτων ήτο ακόμη χωμένη στο χώμα το μαλακό μία οβίς αδειανή. Αι βολίδες που εσταμάτησαν τον λοχίαν εις την ηρωικήν του επέλασιν κατά της εχθρικής προσβολής είχον εξορμήση εις τον θανατηφόρον δρόμον των απ΄ αυτήν……
Δύο από τους στρατιώτας έσκαψαν λάκκον βαθύν, εκεί δίπλα, ενώ ο λοχαγός με τα χέρια στις τσέπες, επαρατηρούσεν αδιάκοπα τον νεκρόν και οι άλλοι εσιωπούσαν. Έπειτα τέσσαρες άνδρες εξεδίπλωσαν την κουβέρταν του νεκρού, τον ετοποθέτησαν μέσα σ΄ αυτήν και τον εκατέβασαν εις τον λάκκον.
Ο λοχαγός εστάθη εις το χείλος του τάφου.

-Δεν ξέρετε παιδιά, τι καρδιά που την είχε ….. Παιδί μοναχό ….. Καλός και πρόσχαρος….. και παλληκάρι γερό ….κακόμοιρη μάνα!

Χωρίς δάκρυα, χωρίς λόγια, σοβαροί έσκυψαν όλοι κ΄ επήραν στις χούφτες των χώμα κ΄ εσκέπασαν τον νέον λοχίαν. Εις το κεφάλι του μικρού τύμβου εστερεώθη ανάμεσα σε δυό πέτρες ο αυτοσχέδιος Σταυρός. Ο λοχίας εκοίταξε προσεκτικά τριγύρω του για ν΄ αποτυπώση στην μνήμη του το μέρος, όπου άφηνεν έναν αδελφόν. Έπειτα έβγαλεν από την τσέπην του ένα κουτί τσιγάρα:

-Αϊ παιδιά .. ποιος ξέρει αύριο που θάμαστε κ΄ εμείς….. Πάρτε τώρα απ΄ ένα τσιγάρο για να τον σχωρέστε …..
Οι άνδρες επήραν τα τσιγάρα, έβγαλαν τα πηλίκια και είπαν όλοι μαζί ψιθυριστά και υπόκωφα:
-Ο Θεός σχωρές τον!

Άναψαν τα τσιγάρα και προπορευομένου του λοχαγού, η σιωπηλή συνοδεία επανήλθεν εις τον καταυλισμόν, ενώ το λυκόφως εσύγχυζε τώρα εις ρευστές σιλουέτες τα βουνά και τα δένδρα.

Μετά το βραδινό συσσίτιο ο λοχαγός άναψεν ένα κερί, το εκόλησεν εις έναν ορθοστάτην αντισκήνου και, καθιστός επάνω εις το κιβώτιον του γραφείου του λόχου, ήρχισε να γράφη. Οι χαρωπές και δυνατές ομιλίες τριγύρω του εσταμάτησαν τότε δια μιάς. Οι άνδρες είχαν εννοήση ότι ο λοχαγός έγραφεν εις την μητέρα του, στην Μάννα του νεκρού παλληκαριού».