Η Ξηρόβρυση τίμησε την μνήμη των θυμάτων της «μαύρης» 20ης Νοεμβρίου του 1946

Κοινωνία /

Σε ατμόσφαιρα συναισθηματική φόρτισης αλλά και περισυλλογής η κοινωνία της Ξηρόβρυσης τίμησε την μνήμη των θυμάτων της σφαγής της «μαύρης» Τετάρτης 20 Νοεμβρίου 1946.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 21-11-21, στον χώρο του μνημείου των θυμάτων, με κεντρικό ομιλητή τον πτυχιούχο φιλόλογο του τμήματος Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ανέστη Πορφυρίδη.

Ο ομιλητής αναφέρθηκε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα και στα γεγονότα της εποχής, προσέγγισε τα αίτιά τους, ανέδειξε τις επιπτώσεις στην περαιτέρω πορεία του τόπου και κατέληξε με το περιεκτικό μήνυμα-προτροπή προς τους σύγχρονους Έλληνες να διδάσκονται από «μαύρες» στιγμές του παρελθόντος, ώστε να εξαλειφθεί κάθε αίτιο εμφυλίων συγκρούσεων.

Η ομιλία του κ.Πορφυρίδη έχει ως εξής:

«… Σήμερα, που οι ιδεολογίες έχουν ατονήσει, έχουν απομυθοποιηθεί, και η πίστη του ατόμου, ότι μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο στην διαμόρφωση του γίγνεσθαι στην χώρα του, έχει σχεδόν εξαφανισθεί, η οποιαδήποτε αναφορά στο παρελθόν και η ανάλυσή του πιθανόν να κουράζει. Όμως, γιά τον Ξηροβρυσιώτη, τους συγγενείς των θυμάτων, για όλους μας, είναι χρέος το μνημόσυνο και η αναφορά στο γεγονός, γιά να δείξουμε, ότι δεν τους ξεχνάμε, και να πούμε πόσο άδικα και ψυχρά εκτελέσθηκαν.

Κάθε φορά, που κοιτάζω το μνημείο των θυμάτων, όπου καταγράφεται ο ιστορικός χρόνος στην πέτρα, και βλέπω την τριπλή προτροπή «μαθαίνουμε, διδασκόμαστε, προχωρούμε», ένας σκεπτικισμός με διακατέχει γιά το αν θα συμβεί ποτέ αυτό, καθώς οι εθνικές διαμάχες είναι καθημερινές για ο,τιδήποτε προσφέρεται.

Σαν σήμερα, 75 χρόνια πριν, το χωριό μας κάπνιζε από τους εμπρησμούς και μύριζε θάνατο από την σφαγή της προηγούμενης νύχτας. Τα κάρα κουβαλούσαν τους νεκρούς και ο «Κότσαλης», ως χειροδύναμος, μαζί με τον Βέρνο Παπαθεοδώρου και κάποιους άλλους φόρτωναν και ξεφόρτωναν τα πτώματα ακριβώς απέναντι στον αύλειο χώρο της τότε εκκλησίας. Θρήνοι, οιμωγές, πόνος, θλίψη, σοκ, ένα απέραντο πέπλο απελπισίας.

«Δεν έγινε τυχαία»
Τα μακάβρια γεγονότα εκείνης της νύχτας είναι γνωστά, και μάλιστα στις ανατριχιαστικές λεπτομέρειές τους, τουλάχιστον στους περισσότερους που βρισκόμαστε εδώ. Η σφαγή δεν έγινε τυχαία, παρορμητικά, ξαφνικά από την ομάδα των 100-150 ατόμων παρακρατικών υπερεθνικοφρόνων. Στο ιστορικό γίγνεσθαι τα γεγονότα δεν εμφανίζονται ως κεραυνός εν αιθρία. Υφέρπουν, κινούνται σε διαδρομές αθέατες, πολύ μακριά στην αρχή τους, από τους ανθρώπους που τελικώς θα πληρώσουν την αντιπαλότητα των ισχυρών, των μεγάλων. Οι Ξηροβρυσιώτες του 1946 δεν ήξεραν τίποτε από την «συμφωνία του χαρτιού», όπως ελέγετο η Συμφωνία της Γιάλτας, όπου οι νικητές χώρισαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής με ποσοστά, ούτε από Ψυχρό Πόλεμο, ούτε τα σχέδια της Αγγλίας μετά την συμφωνία της Βάρκιζας το 1945. Ζούσαν την καθημερινότητά τους, τον βιοπορισμό τους, θρηνούσαν τους νεκρούς τους από Κατοχή, την αντίσταση στους συνεργάτες των Γερμανών, και μέσα τους υπήρχε, βεβαίως, μία αριστερή ιδεολογία, αλλά κυρίως μία προσδοκία ότι θα έρθει ίσως ένα καλύτερο αύριο γιά την ζωή τους. Από γεγονότα γνώριζαν μόνο όσα συνέβαιναν στο στενό πλαίσιο του νομού, στον δικό τους μικρόκοσμο.

Το ιστορικό πλαίσιο
Ποιό, λοιπόν, το ιστορικό πλαίσιο των επτά-οκτώ μηνών πριν από την σφαγή; Πριν ακόμη από τις εκλογές της 31ης Μαρτίου του 1946 η καταπίεση μιας εκδικητικής δεξιάς κυβέρνησης, είχε ήδη οδηγήσει τους πρώην αντάρτες του ΕΛΑΣ πίσω στα βουνά. Η Ξηρόβρυση, που έχει και αυτή καμμιά δεκαριά αντάρτες, μπαίνει στο στόχαστρο και θεωρείται «κουμμουνιστοχώρι». Έγιναν, λοιπόν, και οι εκλογές «δημοκρατικές» παρά την πρωτοφανή τρομοκρατία εναντίον όσων δήλωναν, ότι θα απόσχουν, υπό την εποπτεία 1.200 παρατηρητών του νεοσύστατου ΟΗΕ που αμερικανοκρατείται και αγγλοκρατείται, καθώς η Σοβιετική Ένωση αρνήθηκε να συμμετάσχει. Οι Ξηροβρυσιώτες απέχουν από τις εκλογές βάσει της οδηγίας του ΚΚΕ, απόφαση που ελήφθη ένα μήνα πριν από την δεύτερη ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Απόφαση, που σήμαινε αυτομάτως εμφύλιο πόλεμο, γιατί ήταν αδύνατο να γίνει διαφορετικά με το κυνηγητό των αριστερών αμέσως μετά την Βάρκιζα.

Την Άνοιξη του ΄46 υπήρχαν 10-12 χιλιάδες άνδρες των παρακρατικών ενόπλων ομάδων της δεξιάς κυβέρνησης με πάθος αντικομμουνιστικό, ικανών να τρομοκρατούν τον πληθυσμό, αλλά με ελάχιστη μαχητική αξία και δυνατότητα να παρατάξουν σοβαρή αντίσταση στους αντάρτες. Υπήρχαν και οι παραστρατιωτικές δυνάμεις του ΜΑΥδων και των ΜΑΔ (τα γνωστά αποσπάσματα), που ήταν πιό συγκροτημένα, καθώς είχαν επικεφαλής αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του στρατού, με ομαδικό στρατωνισμό και συσσίτιο. Οι δυνάμεις αυτές, συνολικώς 35.000, κρατούσαν κάτω από αυστηρό έλεγχο και τρομοκρατία τον πληθυσμό. Υπήρχαν, βεβαίως, και οι δυνάμεις της τάξεως: Η χωροφυλακή, η πρώτη δύναμη που αναδιοργανώθηκε την Άνοιξη του ΄46 αριθμώντας 27.000 ανθρώπους, από τους οποίους οι 14.000 στην Β.Ελλάδα.

Το αποκορύφωμα, όμως υπήρξε η ψήφιση από την κυβέρνηση Τσαλδάρη στις 18 Ιουνίου του ΄46 του Γ ψηφίσματος «περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων εις την δημόσιαν τάξιν και ασφάλειαν», το οποίο έθετε ουσιαστικώς την Αριστερά γενικώς, και όχι μόνο το ΚΚΕ, εκτός νόμου. Με βάση τις διατάξεις του, από τα μέσα Ιουλίου άρχισαν οι ομαδικές καταδίκες και εκτελέσεις σε όλη την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Από την συμφωνία της Βάρκιζας έως και το Καλοκαίρι του ΄46, την χρονιά της σφαγής, διεπράχθησαν 1.289 δολοφονίες, 6.671 τραυματισμοί, 31.632 βασανισμοί, λεηλασίες, απόπειρες φόρου, 265 βιασμοί. Οι ένοπλες συμμορίες κυριαρχούν στην ύπαιθρο «συνεργάζονται με τις κρατικές υπηρεσίες ή, όπου δεν συνεργάζονται, «τυγχάνουν αμέσου διευκολύνσεως εκ μέρους των αρχών», δηλώνει μετά την παραίτηση του ο υπουργός δημόσιας τάξης της κυβέρνησης Σοφούλη, Μερκούρης. Και, βεβαίως, στο χωριό υπάρχει μία οικογένεια μετοίκων από την περιοχή των Μουριών, η οποία λειτουργεί ως πέμπτη φάλαγγα και δεν κρύβεται καθόλου. Φτάνουμε, λοιπόν, στην 1η Σεπτεμβρίου του ΄46, που γίνεται το δημοψήφισμα γιά την επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου Β σε ατμόσφαιρα εμφυλίου πολέμου, βίας, διωγμών και τρομοκρατίας. Και, βεβαίως, στις 28 Οκτωβρίου του ΄46 ο Μάρκος Βαφειάδης αναγγέλλει από τα βουνά την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού, την αρχηγία του οποίου ανέλαβε ο ίδιος.

«Η αποφράδα νύχτα»
Αυτό είναι, λοιπόν, το πλαίσιο του ΄46 πριν την αποφράδα νύχτα. Δύο ημέρες πριν την σφαγή, στις 18 Νοεμβρίου, στο χωριό Κοκκινιά μπήκαν παρακρατικοί και σκότωσαν 18 ανθρώπους. Οι χωριανοί μας το άκουσαν, περιμένουν και εδώ μία επίθεση, αλλά όχι τέτοιας κλίμακας. Ανησυχούν, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό. Οι «επικίνδυνοι» πρώην ΕΛΑΣίτες παίρνουν προφυλάξεις, δεν κοιμούνται στο χωριό αλλά στο Κιλκίς. Κάποιοι κρύβονται σε κάποια αμπριά έξω από το χωριό. Εδώ μένουν γυναικόπαιδα, γέροι, άνθρωποι μη εμπλεκόμενοι σε προεμφυλιακά γεγονότα, καθότι θεωρούν, ότι αυτοί δεν κινδυνεύουν.
Το πρωί εκείνης της ημέρας, σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Δήμος Μαχαιρίδης πηγαίνει γιά εργασίες στο χωράφι του, στην τοποθεσία «Τσαΐρι», μεταξύ δάσους και δρόμου προς Ευκαρπία. Η τοποθεσία δεν ήταν όπως είναι σήμερα καθαρή και ίσια, αλλά είχε θάμνους, δέντρα, ορύγματα, λοφίσκους. Εκεί διέκρινε ανθρώπους κρυμμένους μέσα σε αυτά. Συντόμευσε την εργασία του, επέστρεψε βιαστικά στο χωριό και ανακοίνωσε το γεγονός. Αλλά οι συγχωριανοί μας δεν το συνδέουν με απειλή, όπως αυτής της Κοκκινιάς. Και βράδιασε… όπως συμβαίνει πάντα, ίσα-ίσα που άναψαν οι λάμπες, οι οικογένειες μαζεύονται.

Οκτώ με εννέα το βράδυ συμμορία 100-150 ατόμων, με τα πρόσωπα μουτζουρωμένα γιά να μην αναγνωρίζονται, διότι προφανώς είχαν φίλους και συγγενείς, κύκλωσαν το χωριό μπήκαν από το δάσος και βγήκαν από την κάτω πλευρά προς τα αμπέλια καίγοντας, δολοφονώντας αδιακρίτως, άμαχους, άοπλους, γέρους, γυναίκες και παιδιά, ξεκληρίζοντας ολόκληρες οικογένειες, αναίτια, βασανιστικά, αφήνοντάς τους να ψυχορραγούν όλη την νύχτα εφαρμόζοντας το δόγμα των μιλιταριστών «δεν υπάρχει ηθική στον πόλεμο». Η μακάβρια εικόνα είναι μπροστά μας, και αποδεικνύει μέχρι ποιού σημείου μπορεί να φτάσει το κτήνος μέσα στον άνθρωπο. Και όλα αυτά μπροστά στα μάτια των αρχών, διότι το λαμπαδιασμένο χωριό φαινόταν από το Κιλκίς από το παρατηρητήριο του Αη Γιώργη, με την επίνευση και την καθοδήγησή τους.

Έτσι, λοιπόν, οι σφαγείς των Ξηροβρυσιωτών, αφού ολοκλήρωσαν το έργο τους επέστρεψαν στα σπίτια τους, κουρασμένοι μεν, αλλά ευχαριστημένοι, διότι επιτέλεσαν «εθνικό έργο», χωρίς ενοχές και κοιμήθηκαν ήσυχα. «Αισθανόμασταν, ότι σκοτώνουμε σκουλήκια όχι ανθρώπους», είπε το 1970 στην Αμερική σε αντιπολεμική εκδήλωση ένας πεζοναύτης, που επέστρεψε από το Βιετνάμ καθηλωμένους σε αναπηρικό καροτσάκι, αναφερόμενος στο ξεκλήρισμα ενός χωριού.

«Η “πληγή” των εμφυλίων συγκρούσεων»
Εδώ δεν έγινε μάχη, δεν υπήρξε αντίσταση, εδώ έγινε σφαγή. Σε παρόμοιες περιπτώσεις σφαγής-εκτελέσεων αθώων αμάχων από άλλα έθνη (Καλάβρυτα, Δίστομο) γίνονται εκδηλώσεις, ομιλίες καταδίκης της απάνθρωπης και αποτρόπαιης πράξης. Όμως, εδώ γιά την Ξηρόβρυση γιά επτάμιση δεκαετίες, σε μία συνομωσία σιωπής, όλες οι κυβερνήσεις δεν έκαναν καμμιάν αναφορά, κανένα σχόλιο γιά το τι πραγματικά έγινε εκείνη την νύχτα. «Οι νικητές γράφουν την Ιστορία». Την Ξηρόβρυση την έκαψαν οι κομμουνιστές θα πουν… Το χωριό μας βασανίστηκε, ακρωτηριάστηκε, έπαθε μεγάλο σοκ και μπήκε στον χώρο απόρριψης. Παρ’ όλα αυτά ο Ξηροβρυσιώτης ορθοπόδησε, σε πείσμα όλων, από την δεκαετία του ΄50. Σπούδασε τα παιδιά του, διοργάνωνε θέατρα, χοροεσπερίδες, είχε ποδοσφαιρική ομάδα. Όμως, σίγουρα το χωριό μας θα είχε εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά, αν δεν ήταν εκείνη η νύχτα. Όπως και διαφορετική θα ήταν η εξέλιξη της Ελλάδας, αν δεν υπήρχαν οι τόσο πολλοί εμφύλιοι πόλεμοι από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Τέλος, καθώς σήμερα είναι και η μέρα των Ενόπλων Δυνάμεων και σε λίγες ημέρες εορτάζεται και η Εθνική Αντίσταση, και καθώς ο Τούρκος δείχνει τα δόντια του, να ευχηθούμε ο Έλληνας να διδαχθεί κάτι από το «μαύρο» παρελθόν του, να μην σκοτώνει και μην συγκρούεται με τον συνέλληνά του».

Περισσότερα
Δείτε ακόμα