Ο στρατός της Εθνικής Άμυνας στην Παιονία

27-12-1916, Μεραρχία Σερρών -Στρατός της Εθνικής Άμυνας  με τον Στρατηγό Χριστοδούλου. (Πηγή, ΓΥΕξ.).
Γράφει ο Χρήστος ‘Ιντος

Γράφει ο Χρήστος ‘Ιντος

Οι Μεραρχίες της Εθνικής Άμυνας
Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης που συγκροτήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο τον Σεπτέμβριο του 1916 μετά το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς και τη διαφωνία Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου για τη συμμετοχή ή μη της Ελλάδας στον Μεγάλο Πόλεμο, προσπάθησε να οργανώσει στρατό με σκοπό να δραστηριοποιηθεί στο Μακεδονικό Μέτωπο στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ.

Ο Στρατός εκείνος συγκροτήθηκε από τρεις Μεραρχίες: Σερρών, Κρήτης ή Κρητών και Αρχιπελάγους. Η οργάνωση και η εκπαίδευσή του ανατέθηκε από τη Στρατιά της Ανατολής, στην οποία την περίοδο εκείνη ηγούνταν ο Γάλλος Στρατηγός Μωρίς Σαράιγ, στον ομοεθνή του Στρατηγό Ζενέν.

Η Μεραρχία Σερρών

Η συγκρότησή της, σύμφωνα με πληροφορίες του Στρατηγού Π. Δαγκλή (Αναμνήσεις – Έγγραφα – Αλληλογραφία, Το Αρχείον του, επιμ., Ξ. Λευκοπορίδης, τ. Β΄., Αθήναι 1965, σ. 206–209), άρχισε στη Θεσσαλονίκη από την Επιτροπή Εθνικής Άμυνας πριν αναλάβει ο Ελευθέριος Βενιζέλος την ηγεσία του Κινήματος και την εγκατάσταση της Προσωρινής Κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη. Η αρχική της δύναμη προέρχονταν από τα τμήματα της 6ης Μεραρχίας του 4ου Σώματος Στρατού, τα οποία υπό τον Συνταγματάρχη Ν. Χριστοδούλου είχαν αντιταχθεί τον Αύγουστο του 1916 στην εισβολή των Βουλγάρων και των Γερμανών στην Ανατολική Μακεδονία (ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη ιστορία της συμμετοχής του Ελληνικού Στρατού στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1914-1918, Αθήνα 1993, σ. 93).

Τα υπό τον Χριστοδούλου τμήματα μέσω Θάσου αφίχθηκαν στη Θεσσαλονίκη στις 27 Αυγούστου/9 Σεπτεμβρίου 1916. Μετά την συγκρότηση της Μεραρχίας το πρώτο της Σύνταγμα μεταφέρθηκε οδικώς και σταδιακά από 24-28 Νοεμβρίου/7-11 Δεκεμβρίου 1916 στην Αξιούπολη. Υπήρξαν μετακινήσεις μονάδων της Μεραρχίας και τελικά στο τέλος του 1916 μεταστάθμευσε νότια της Αξιούπολης. Στον Φανό Παιονίας ανέλαβαν ζώνες ευθύνης μονάδες του 1ου Συντάγματος και στη συνέχεια ολόκληρο το 2ο Σύνταγμα της ίδιας Μεραρχίας.

Τον Δεκέμβριο του 1916, ο διοικητής της προήχθη σε Υποστράτηγο. Σε επιστολή του με ημερομηνία 29-12-1916 προς τον Στρατηγό Π. Δαγκλή έγραφε πως η μονάδα του παρουσιάζει ευχάριστη στρατιωτική εικόνα, η οποία ενθουσίασε τους Γάλλους συμμάχους. Κάτι τέτοιο όμως, όπως διαπιστώνεται από σημειώσεις του Δαγκλή επί των επιστολών του Χριστοδούλου που έλαβε, δεν επαληθεύεται.

Ο Στρατηγός Δαγκλής, μέλος της Προσωρινής Κυβέρνησης, είχε πληροφορίες από γαλλικές στρατιωτικές εκθέσεις, πως η μονάδα Χριστοδούλου είχε ανάγκη από περαιτέρω οργάνωση, πράγμα που ζήτησε από το Υπουργείο Στρατιωτικών να κάνει σχετικές συστάσεις στον Διοικητή της. Επιτελάρχης της Μεραρχίας ήταν ο Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Μαζαράκης.

Το 1ο Σύνταγμα της Μεραρχίας τελούσε υπό την διοίκηση του Αντισυνταγματάρχη πυροβολικού Ν. Ζαφειρίου με διοικητές Ταγμάτων τους Παπακώστα, Γουλιανό και Κονδύλη. Το 2ο Σύνταγμα υπό τον Αντισυνταγματάρχη Τσερούλη και διοικητές Ταγμάτων τους Γρηγοριάδη, Τσάκαλο και Παλλίδη. Τέλος το 3ο Σύνταγμα υπό τον Συνταγματάρχη Καλομενόπουλο και επικεφαλής Ταγμάτων τους Σταυριανόπουλο, Κολονάρο και Καρασεβδά. Τη διοίκηση του 3ου λόχου του Τάγματος Σταυριανόπουλου την είχε ο Υπολοχαγός Πυροβολικού Σοφοκλής Βενιζέλος, γιός του Πρωθυπουργού.

Η Μεραρχία στον τομέα που αναπτύχθηκε έπρεπε να συνεργασθεί με την εκεί γαλλική στρατιωτική διοίκηση. Υπεύθυνος του τομέα ήταν ο στρατηγός Regnault με έδρα την Κούπα Παιονίας και στη συνέχεια ο αντιστράτηγος Jerome. Από μέρους του διοικητή της Μεραρχίας υπήρξαν αρχικά αντιρρήσεις για την άσκηση της γενικής στρατιωτικής διοίκησης από τους Γάλλους. Οι δυσκολίες ξεπεράστηκαν τον Απρίλιο του 1917, λίγο πριν αρχίσουν οι εαρινές πολεμικές επιχειρήσεις που οδήγησαν στη μάχη του Ραβινέ (Παν. Γ. Δαγκλής, Αναμνήσεις – Έγγραφα – Αλληλογραφία, Το Αρχείον του, επιμ., Ξ. Λευκοπορίδης, τ. Β΄., Αθήναι 1965, σ. 206 – 209).

Τη διοίκηση της Μεραρχίας άσκησε ο Ν. Χριστοδούλου μέχρι τον Απρίλιο του 1918, οπότε την ανέλαβε ο επίσης Υποστράτηγος Επαμεινώνδας Ζυμβρακάκης. Επιτελάρχης μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1918 ήταν ο Αντισυνταγματάρχης (ΜΧ) Γεώργιος Αφθονίδης και στη συνέχεια ο ταγματάρχης (ΠΖ) Δημήτριος Ψάρης (ΓΕΣ/ΔΙΣ, ό. π., σ. 314).

Η Μεραρχία Σερρών τον Μάιο του 1918 πήρε μέρος στη μάχη του Σκρα. Όταν το 1918 σχεδιάστηκε η τελική επίθεση εναντίον των αντιπάλων σύμφωνα με τα σχέδια του Στρατηγού Ντ΄ Εσπεραί η Μεραρχία συγκεντρώθηκε στο Μεσιανό Κιλκίς και προετοιμάστηκε για τη μάχη της Δοϊράνης (Παν. Δαγκλής, ό. π., τ. Β΄, σ. 313-314).

Οι έδρες του Στρατηγείου της Μεραρχίας κατά την περίοδο της συμμετοχής της στο Μακεδονικό Μέτωπο και μέχρι την διάσπαση του Μετώπου αυτού ήταν: Σεπτέμβριος 1916 Θεσσαλονίκη, 3-11-1916 Αξιούπολη, 22-6-1917 Αθήνα, 2-10-1917 Αξιούπολη, 3-3-1918 Λιβάδι, 3-9-1918 Καλίνδρια, 29-9-1918 Λαχανάς, 6-10-1918 Σέρρες (ΓΕΣ/ΔΙΣ, ό. π., σ. 315).

27-12-1916, Στρατός της Εθνικής Άμυνας στην πρώτη γραμμή του μετώπου. (Πηγή, ΓΥΕξ.).

27-12-1916, Στρατός της Εθνικής Άμυνας στην πρώτη γραμμή του μετώπου. (Πηγή, ΓΥΕξ.).

Η Μεραρχία Κρήτης ή Κρητών
Άρχισε να συγκροτείται τον Οκτώβριο του 1916 στη Σούδα της Κρήτης με πρώτο διοικητή τον Συνταγματάρχη Ιωάννη Φικιώρη (το 1913 διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής Γουμένισσας). Η συγκρότηση της Μεραρχίας αυτής ολοκληρώθηκε στις 4/17 Μαΐου 1917, με πολεμικά πλοία μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στο χωριό Γέφυρα, για εξοπλισμό και εκπαίδευση.

Μετά το θάνατο του Φικιώρη τη διοίκησή της ανέλαβε προσωρινά ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Κονταράτος. Όπως διαπιστώνεται από το δημοσιευμένο αρχείο του Στρατηγού Δαγκλή, η διοίκηση προορίζονταν για τον υποστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη. Είχε παραιτηθεί από Υπουργός των Στρατιωτικών και είχε αναλάβει προσωρινά τη διοίκηση ενός εφήμερου Β΄ Σώματος Στρατού. Στη συνέχεια, στα μέσα Απριλίου 1917, του ανατέθηκε η διοίκηση της Μεραρχίας με επιτελάρχη τον Γ. Κατεχάκη.

Η ανάθεση της διοίκησης της Μεραρχίας στον Εμμ. Ζυμβρακάκη, προκάλεσε δυσαρέσκειες, όπως διαπιστώνεται από την αλληλογραφία του Δαγκλή με Γάλλους ανώτατους αξιωματικούς και από επιστολή του επιτελάρχη, μέχρι τον Μάρτιο του 1917, Αντισυνταγματάρχη Θεόδωρο Πάγκαλο, προς τον Στρατηγό Δαγκλή (Παν. Γ. Δαγκλής, Αναμνήσεις – Έγγραφα – Αλληλογραφία, Το Αρχείον του, επιμ., Ξ. Λευκοπορίδης, τ. Β΄., Αθήναι 1965, σ. 215 – 216).
Η Μεραρχία μεταφέρθηκε στο Μέτωπο και συγκεντρώθηκε στα μέσα Μαΐου 1917 κοντά στην Αξιούπολη, στον τομέα Γευγελής (Λ. Παρασκευόπουλος, Αναμνήσεις, ό.π., τ.Α΄., σ. 324-325). Ως προς τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, την περίοδο που ανέλαβε το νεοσυσταθέν Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης ο Ζυμβρακάκης, η Μεραρχία τελούσε υπό στις διαταγές του Γάλλου Στρατηγού Gerome, διοικητή του τομέα Γευγελής.

Στη Μεραρχία υπηρετούσαν οι: Θεόδωρος Πάγκαλος επικεφαλής του 9ου Συντάγματος Πεζικού, τον οποίο, κατά την επανένωση του Κράτους τον Ιούνιο του 1917, τον έστειλαν προσωρινά στην Αθήνα με τρία τάγματα που διοικούσαν οι Χαϊδεμενάκης, Σπανόπουλος και Καλομενόπουλος. Ο Αλ. Οθωναίος του 7ου Συντάγματος με διοικητές Ταγμάτων τους Τζανακάκη, Σκανδάλη και Αλεξάκη και ο Θ. Μανωλάκης επικεφαλής του 8ου Συντάγματος με διοικητές Ταγμάτων τους Ζουδιανό, Βλαστό και Αναγνώστου. Στη διοίκηση της Μεραρχίας τον Εμμ. Ζυμβρακάκη, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση του Σώματος Στρατού Εθνικής Άμυνας, αντικατέστησε τον Ιούλιο του 1917 ο Υποστράτηγος Παναγιώτης Σπηλιάδης.
Η Μεραρχία Κρήτης τον Μάιο του 1918 πήρε μέρος στη μάχη του Σκρα. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς μεταφέρθηκε στην Ευκαρπία Κιλκίς και πήρε μέρος στη μάχη της Δοϊράνης (Π. Δαγκλής, ό. π., τ. Β΄., σ. 381, 313-40).

Οι έδρες του Στρατηγείου της ήταν: Τον Οκτώβριο του 1916 Χανιά, τον Μάιο του 1917 Θεσσαλονίκη, στις 12-6-1917 εγκαταστάθηκε στην Πύλη Αξιούπολης, στις 27-8-1018 στην Ευκαρπία Κιλκίς και στις 10-10-1918 στο Σιδηρόκαστρο. Επιτελάρχες διετέλεσαν επίσης ο Αντισυνταγματάρχης (ΜΧ) Πτολεμαίος Σαρηγιάννης μέχρι τον Αύγουστο του 1918, ο Ταγματάρχης (ΠΖ) Απόστολος Σερμακέζης μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1918 και στη συνέχεια ο Αντισυνταγματάρχης Ιππικού Νικόλαος Σπυρόπουλος (ΓΕΣ/ΔΙΣ, ό. π., σ. 315-316).

Η Μεραρχία Αρχιπελάγους
Συγκροτήθηκε από στρατεύματα των νησιών του ανατολικού Αιγαίου που είχαν προσχωρήσει στην Εθνική Άμυνα. Διοικήθηκε από τον Συνταγματάρχη και λίγο αργότερα Υποστράτηγο Δημήτριο Ιωάννου με επιτελάρχη τον Αντισυνταγματάρχη (ΠΒ) Δημήτριο Καθενιώτη μέχρι τον Αύγουστο του 1917. Απαρτίστηκε στην αρχή από δύο Συντάγματα που έδρευαν στην Μυτιλήνη και δύο Τάγματα που είχαν έδρες αντίστοιχα τη Χίο και τη Σάμο.

Τον Απρίλιο 1917 μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εγκαταστάθηκε για εφοδιασμό και εκπαίδευση στην Τούμπα και αμέσως αναχώρησε για την Αξιούπολη. Παρέμεινε για λίγο και αναχώρησε για το μέτωπο του Μοναστηρίου (Λ. Παρασκευόπουλος, ό. π., τ. Α΄, σ. 302). Έδρα της ήταν το χωριό Κλαδοράχη Φλώρινας και ήταν ενταγμένη στον τομέα της 57ης γαλλικής Μεραρχίας υπό τον στρατηγό Ζακεμό (Παν. Δαγκλής, ό. π., σ. 218, 221 και 270). Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1917, μεταφέρθηκε δεξιά του Αξιού, στον τομέα της Γευγελής ή, όπως τον αποκαλούσαν άλλοι, στον τομέα Σκρα. Πήρε μέρος στην ομώνυμη μάχη (Λ. Παρασκευόπουλος, ό. π., τ. Α΄, σ. 302).

Επίσης επιτελάρχες της διετέλεσαν οι Αντισυνταγματάρχες (ΠΖ) Αχιλλέας Πρωτοσύγγελος μέχρι τον Οκτώβριο του 1918 και στη συνέχεια Πέτρος Κλάδης. Πιο αναλυτικά οι έδρες του Στρατηγείου ήταν: Σεπτέμβριος 1916 Μυτιλήνη, Απρίλιος 1917 Θεσσαλονίκη, 18-5-1917 Κλαδοράχη, 4-8-1917 Βελούζινα, 7-11-1917 τρία χιλιόμετρα δυτικά της Κούπας Παιονίας, 8-10-1918 Κότσανα, 18-11-1918 Λαχανάς, 30-11-1918 Δράμα (ΓΕΣ/ΔΙΣ, ό. π., σ. 315).

Το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας
Οι τρεις Μεραρχίες (Σερρών, Κρήτης και Αρχιπελάγους) αποτέλεσαν το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας. Πρώτη του Σώματος ήταν η Θεσσαλονίκη και είχε Διοικητή τον Υποστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο μέχρι τον Ιούλιο του 1917. Η δύναμή του στα τέλη Μαΐου της ίδιας χρονιάς ανέρχονταν σε 1.865 αξιωματικούς και 59.678 οπλίτες. Από τη δύναμη αυτή την ίδια περίοδο στο Μέτωπο ήταν 885 αξιωματικοί και 29.180 οπλίτες.

Επί πλέον στη δύναμή του υπάγονταν ναυτικό (94 αξιωματικοί, 1.046 ναύτες) και χωροφυλακή (274 αξιωματικοί και 5.631 οπλίτες). Μετά τις επιχειρήσεις του Μαΐου 1917, στους τομείς Μοναστηρίου και Γευγελής, το Σώμα με διοικητή τον Υποστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, συγκεντρώθηκε δεξιά του Αξιού και έδρα του από τις 10/23 Νοεμβρίου 1917 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1918 ήταν η Αξιούπολη (ΓΕΣ/ΔΙΣ, ό. π., σ. 313), με επιτελάρχης τον Σπυρόπουλο και στη συνέχεια τον Γ. Κατεχάκη. Αρχηγοί Πεζικού, Πυροβολικού και Μηχανικού ήταν οι Μαγγανάρας, Λελάκης και Παπασωτηρίου.

Το Συμμαχικό Αρχηγείο εμπιστεύθηκε Στο Σώμα Εθνικής Άμυνας τον τομέα από τα Νότια (Αλμωπίας) ως τον λόφο Ντρομαντέρ (Παιονία). Δυτικά είχε σύνδεσμο με τη Σερβική Στρατιά και ανατολικά με την 122η Γαλλική Μεραρχία. Όταν οι Γάλλοι μεταστάθμευσαν σε θέσεις εφεδρείας, οι ελληνικές δυνάμεις συνδέθηκαν με τις αγγλικές που βρίσκονταν κοντά στο Αξιό.

Τον Ιούνιο του 1917 ο τομέας του πυροβολικού στην περιοχή Λιούμνιτσας – Μαγιαδάγ (Σκρα – Φανού) ανατέθηκε στον ταγματάρχη Θ. Μανέτα, ο οποίος διακρίνονταν για τη μόρφωση και τα στρατιωτικά του προσόντα. Οι νίκες που πέτυχαν οι Έλληνες την περίοδο Απριλίου – Μαΐου 1917 έκαναν σεβαστή και υπολογίσιμη την παρουσία και τη μαχητικότητα του Στρατού της Εθνικής Άμυνας (ΓΕΣ/ΔΙΣ, ό. π., σ. 313).. Από το Μάιο του 1917 μέχρι και την άνοιξη του 1918 στο Μέτωπο κυριάρχησε ηρεμία, διαταράσσονταν από μικροεπεισόδια.

Το Στρατηγείο του Σώματος Στρατού Εθνικής Άμυνας κατά την περίοδο των επιχειρήσεων στην περιοχή της Παιονίας ήταν στη θέση Μαύρο Δένδρο, στην ορεινή περιοχή της Αξιούπολης (Παν. Δαγκλής, ό. π., σ. 270). Τον Σεπτέμβριο του 1918, όταν άρχισαν οι επιχειρήσεις της μάχης της Δοϊράνης έδρα του Στρατηγείου ήταν η Κρηστώνη Κιλκίς και από το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Λαχανάς (ΓΕΣ/ΔΙΑ, ό. π., σ. 313).