Αφιέρωμα στον αγνοούμενο μαχητή της Κύπρου Γιάννη Ιγνατιάδη από τα Κρούσια

Κοινωνία /

Αναζητώντας την απάντηση στο «γιατί» μιάς τραγωδίας

Γράφει η Έφη Καραμπίδου

Ξημερώματα Τετάρτης 14 Αυγούστου 1974.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου μόλις άρχισαν να «τεντώνονται» μετά τον νυχτερινό «κούρνιασμά» τους.

Σύννεφα καπνού, κραυγές ανθρώπων τις σταματούν με ένα βίαιο ξύπνημα.

Αδυνατούν να τρυπήσουν το παχύ στρώμα που μπήκε ανάμεσα σε γη και ουρανό.

Αδυνατούν να φθάσουν στις ανθρώπινες ψυχές για να τις ζεστάνουν.

Ατμόσφαιρα βαριά. Μυρωδιά πυρίτιδας παντού.

Φωνές πανικού.

Μάτια έκπληκτα, διεσταλμένες κόρες.

Συναισθήματα μπερδεμένα, φόβος, παλικαριά, αγωνία, τόλμη, ένα κουβάρι.

Σκιές του Άδη κάνουν πρόβα ζωής στη γη.

Άνθρωποι στους δρόμους, μπουλούκια, διαγράφουν μια δαιδαλώδη πορεία.

Γκουέρνικα.

Και από την άλλη δύο πλευρές, δύο «αντίπαλα» στρατόπεδα, με τους δείκτες των χεριών τους προτεταμένους να επιρρίπτουν ευθύνες εκατέρωθεν για το «σκηνικό», χωρίς να αντιλαμβάνονται, ότι τα υπόλοιπα δάχτυλά τους δείχνουν τους ίδιους.

Από πίσω τους ένας ολόκληρος λαός να «παρακολουθεί» την τελευταία πράξη ενός έργου με διαφορετικό φινάλε.

Κύπρος 1974. Γεγονότα που δεν είδα, δεν έζησα. Που οι γνώσεις μου γι΄αυτά περιορίζονται στη δισέλιδη αναφορά του γεγονότος του σχολικού βιβλίου. Ύλη που δεν διδαχτήκαμε.

Απόψεις που βασίζονται σε αποσπασματικές αφιερωματικές τηλεοπτικές εκπομπές, που αφήνουν ερωτηματικά, σε στήλες εφημερίδων και σε πρόσφατα ταξίδια στην Κύπρο.

«Ειρηνευτική επιχείρηση» για κάποιους ή νέα εισβολή;

Και οι αγνοούμενοι;

Ιστορία που μπήκε «στον γύψο».

Αναμομή έως τη στιγμή που ο ανατόμος χρονογράφος θα μας φωτίσει για την αλήθεια.
Γεγονότα που δεν είδα, που δεν έζησα, που η μοίρα όμως με οδήγησε να ιχνηλατήσω στην «Λάχεσι» ενός αγνοούμενου, που το μόνο κοινό μας είναι ο τόπος καταγωγής. Τα Κρούσια μας.

Βάθη, 2 Οκτωβρίου 1952, ώρα 2 μετά το μεσημέρι. Η Κυριακή και ο Διογένης Ιγνατιάδης αποκτούν το πρώτο παιδί τους, τον Γιάννη, και δύο χρόνια αργότερα αποκτούν το δεύτερο, την Νίκη.

Στους μαχαλάδες του χωριού ο μικρός Γιάννης και η αγαπημένη του αδερφή κάνουν τα πρώτα τους ανέμελα παιχνίδια, τα πρώτα κοινά όνειρά τους τα οποία σχηματίζουν με τα δακτυλάκια τους στο χώμα.

Οι περιορισμένες επιλογές στο χωριό και η προσπάθεια καλυτέρευσης της ποιότητας της ζωής τους, οδηγούν τον αρχηγό της οικογένειας στην απόφαση να μεταναστεύσει με την οικογένειά τους στη Γερμανία.

Εκεί «στήνουν» τη νέα ζωή τους.

Ο Γιάννης και η Νίκη, δεκατεσσάρων και δώδεκα χρονών αντίστοιχα προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα.

Βιώνουν την εφηβεία τους μαζί. Μοιράζονται εμπειρίες. Κάνουν σχέδια για το μέλλον.

Έξι χρόνια αργότερα ο Γιάννης λαμβάνει την ειδοποίηση για την υπηρέτηση της στρατιωτικής θητείας του στην Ελλάδα. Τα αδέρφια χωρίζονται για λίγο.

Γιά λίγο;

Ο Ιωάννης Ιγνατιάδης του Διογένη, κλάσεως 1973, σειρά 72Γ (103), ΑΣΜ 132/94175/73, παρουσιάζεται σε στρατόπεδο των Σερρών.

Λίγους μήνες αργότερα αποδέχεται να εκτελέσει την υπόλοιπη θητεία του ως εθελοντής στην Κύπρο, στον λόχο διοικήσεως της ΕΛΔΥΚ.

Ό,τι γίνεται, ό,τι βιώνει το καταγράφει στα γράμματά του που στέλνει στην αδερφή του και πίσω από κάθε φωτογραφία γράφει: «… Αν μπορείτε ξεχάστε με…».

Ένστικτο;

Γύρω στα τέλη Ιουλίου η θητεία του Γιάννη ολοκληρώνεται. Επιβιβάζεται στο πλοίο για να επιστρέψει στους αγαπημένους του.

Σ΄αυτούς θα φθάσει μόνο η βαλίτσα με τα προσωπικά του αντικείμενα. Το ταξίδι της επιστροφής διακόπτεται. Όλοι οι απολυόμενοι καλούνται πίσω στην Κύπρο, μετά αυτών και ο Γιάννης. Την τελευταία στιγμή γράφει στην Νίκη. Ένα γράμμα που δεν διάβασε ποτέ.

Ακολουθούν ημέρες δύσκολες, τραγικές οι οποίες κορυφώνονται με τα γεγονότα της 14ης Αυγούστου. Δύο μέρες μετά στις 16 Αυγούστου 1974, τα ίχνη του Γιάννη χάνονται, όπως και άλλων Ελλαδιτών και Κυπρίων.

Η οικογένειά του μαθαίνει τα νέα στην μακρινή Γερμανία.

Στην Ελλάδα έρχεται ο πατέρας του για να μάθει για την τύχη του. Όμως κανείς δεν γνωρίζει, κανείς δεν μπορεί να του δώσει μια σχετική απάντηση. Μια αδιαπέραστη ομίχλη «φράζει» τον δρόμο του.

Στις 2 Δεκεμβρίου 1974, λαμβάνουν ένα πιστοποιητικό από το 1ο Επιτελικό Γραφείο το οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «… Λoχίας (ΠΖ) εις Λόχον Διοικήσεως της ΕΛΔΥΚ, εξηφανίσθη την 16.8.74, μαχόμενος εναντίον των Τούρκων εις υψώματα ΝΔ Στρατοπέδου ΕΛΔΥΚ, εν Λευκωσίαν Κύπρου, διατελών εν διατεταγμένην υπηρεσίαν και ένεκεν ταύτης….».

Ο «Γολγοθάς» για την οικογένεια του Γιάννη ξεκινά. Επιστρέφουν μόνιμα στην Ελλάδα. Το δύσκολο έργο για την ανεύρεσή του αναλαμβάνει ο πατέρας του. Απευθύνεται στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό. Επισκέπτεται την Κύπρο. Ρωτά παντού. Και η παραμικρή πληροφορία είναι σημαντική. Είναι μια ανάσα.

Ένας «αγώνας δρόμου» έχει ξεκινήσει. Ένας ατελείωτος δρόμος χωρίς στάσεις με ατέρμονη υπομονή και επιμονή. Βαρύ φορτίο. Η καρδιά του κυρ Διογένη τον προδίδει στο μεσοδιάστημα αυτού του αγώνα. Η ζωή του σταματά στο αβέβαιο ημίφως της μορφής του Γιάννη.

Με όση δύναμη της έχει απομείνει, η Νίκη συνεχίζει έναν αγώνα που ξεκίνησε πριν τριάντα δύο χρόνια. Ψάχνει να βρει την άκρη του νήματος που θα την οδηγήσει σε μιαν απάντηση, όποια και αν είναι αυτή.

Ενώνει τη φωνή της μαζί με τους υπόλοιπους συγγενείς που αναζητούν τους δικούς τους αγνοούμενους, μέσω της «Πανελλήνιας επιτροπής γονέων και συγγενών αδήλωτων αιχμαλώτων και αγνοουμένων Κυπριακής τραγωδίας» που εδρεύει στην Αθήνα.

Επισκέφθηκε και εξακολουθεί να επισκέπτεται μαζί τους την Κύπρο. Έχει εναποθέσει τις ελπίδες της στις επιστημονικές έρευνες εξετάσεων μέσω του DNA. Ελπίζει.

Ελπίζει να απλώσει το χέρι της αναζητώντας να αγγίξει το χέρι του Γιάννη και να ταξιδέψουν ξανά μαζί στα παλιά όμορφα και ανέμελα όνειρά τους.

Όσο για την μάνα του, την κυρά Κυριακή, περιμένει σαν άλλη Αντίκλεια να τελειώσει το ταξίδι του δικού της γιού.

Τούτη η αναφορά στον Γιάννη είναι το δικό μου «γράμμα», το οποίο εύχομαι ολόψυχα να βρει τον αποδέκτη του και να γίνει το θαύμα.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα