Η συνεπιμέλεια και το πραγματικό συμφέρον του παιδιού

Αρθρογραφία /

Γράφει η Έλλη Φρεγγίδου

Με αφορμή τη διαβούλευση του προσχέδιου νόμου για τη συνεπιμέλεια, το ζήτημα της ανατροφής των παιδιών φαίνεται να έρχεται, όλο και περισσότερο, στο προσκήνιο της σχέσης μεταξύ δύο διαζευγμένων ή εν διαστάσει γονέων.

Δυστυχώς, όμως, αντιλαμβάνομαι πως υπάρχει μια λανθασμένη θεώρηση της έννοιας και της εφαρμογής της συνεπιμέλειας από το μεγαλύτερο μέρος των γονιών. Είναι φανερό, λοιπόν, πως το σχέδιο αυτό αντί να λειτουργεί υπέρ της συνεργατικότητας και της προάσπισης της ψυχοσυναισθηματικής υγείας των παιδιών οδηγεί, τελικά, σε όξυνση των συγκρούσεων και των αντιπαραθέσεων.

Με λίγα λόγια, παρατηρούμε το γονέα, που δεν ασκεί την επιμέλεια να καταφέρεται εναντίον του άλλου με την απειλή της διεκδίκησης της συνεπιμέλειας. Παρατηρώ, λοιπόν, ορισμένους γονείς να διεκδικούν τη συνεπιμέλεια ως μια πράξη ρεβανσισμού, κι όχι ως μια προσπάθεια κατοχύρωσης επιπρόσθετου ποιοτικού χρόνου με τα παιδιά τους.

Η συνεπιμέλεια δεν μπορεί να αποτελέσει μια απόφαση, που θα λειτουργεί αποκλειστικά προς όφελος του γονέα αλλά πρωταρχικά προς το συμφέρον του ίδιου του παιδιού. Ένα κατ’ αντιδικίαν διαζύγιο, με πολλαπλές μηνύσεις και αγωγές, είτε από τον ένα γονέα, είτε και από τους δυο, δεν αποτελεί μια ορθή βάση για την άσκηση της από κοινού επιμέλειας και σίγουρα δεν εγγυάται αμοιβαία συναισθήματα εμπιστοσύνης και σεβασμού μεταξύ των διαδίκων.

Σαφέστατα, οι δυο γονείς δικαιούνται να έχουν ίσο χρόνο, ίσα δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις απέναντι στο παιδί τους. Όμως, προτού προχωρήσουν στην όποια ενέργεια οφείλουν να αναρωτηθούν «τι είναι τελικά καλύτερο για το παιδί τους»; Το ζήτημα δεν είναι αν έχω κερδίσει ένα ακόμη δικαστήριο αλλά αν τελικά έχω καταφέρει να κερδίσω το παιδί μου, αν έχω κατορθώσει να εξασφαλίσω το καλύτερο για αυτό, αφήνοντας κατά μέρος εγωπαθή και ιδιοτελή συναισθήματα.

Η πολιτεία μας, θέλοντας να ακολουθήσει το πρότυπο άλλων ευρωπαϊκών χωρών, που τηρούν τις αρχές της ισονομίας, επιθυμεί να εισαγάγει ένα νομοσχέδιο στην ελληνική κοινωνία, χωρίς να προνοήσει για την ψυχοεκπαίδευση του εν λόγω πληθυσμού. Η υποχρεωτική συμβουλευτική υποστήριξη γονέων, σε ένα μη συναινετικό διαζύγιο, φαίνεται να απουσιάζει από το νέο σχέδιο νόμου.

Ωστόσο, η συμβουλευτική γύρω από τον «ισόβιο ρόλο» τους, αυτόν του γονέα, είναι, ίσως το κρισιμότερο ζήτημα ενόψει ενός διαζυγίου. Μέσα από τη συμβουλευτική, οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να διαχειριστούν το θυμό, τη ματαίωση, τη θλίψη και τόσα άλλα συναισθήματα, χωρίς όλα αυτά να καθίστανται εμπόδιο στο να χτίσουν μια αρμονική σχέση τόσο με το παιδί τους, όσο και με τον έτερο γονέα. Η συμβουλευτική αποτρέπει την εργαλειοποίηση των παιδιών, μέσα από συνεχείς αντιδικίες και συμβάλλει στον εξορθολογισμό της σχέσης τους.

Η συναίνεση, η επικέντρωση στις ανάγκες του παιδιού και η αγαστή συνεργασία των γονέων συνηγορεί στην άσκηση συνεπιμέλειας, με όρους και όρια, που θα εξυπηρετούν το συμφέρον του ίδιου του παιδιού.

Άλλωστε, δε μένουμε πλέον μαζί «για χάρη του παιδιού» αλλά χωρίζουμε και για τη δική του ευημερία. Δε θα κατορθώσουμε να δομήσουμε ποτέ μια υγιή σχέση με το παιδί μας, διεκδικώντας το με επιθετικότητα, διαμάχες και προστριβές. Το παιδί δε θα πάψει ποτέ να επιθυμεί και να χρειάζεται το «μαζί» των γονέων (και όχι των συντρόφων) γιατί αυτό το «μαζί» θα γίνει ο τρόπος που θα μάθει να συσχετίζεται στο μέλλον, να αποδέχεται δηλαδή τον εαυτό του και τον απέναντι.

Για αυτό, λοιπόν, ακούστε πρώτα από όλα το παιδί σας, συναισθανθείτε τις επιθυμίες του, σεβαστείτε την κρίση του. Μονάχα έτσι, θα διαφυλάξετε την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, τη συναισθηματική του πληρότητα και την ψυχική του ισορροπία.

Περισσότερα

Βρομιά και δυσωδία

«Μαθαίνει κανένας τα κακουργήματα που γίνουνται σήμερα, κι ανατριχιάζει περισσότερο απ’ άλλη φορά, από την αναισθησία, από την απάθεια, από […]

Δείτε ακόμα