Σύμφωνα με το Αστικό Κώδικα δεν αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής… ο Λευκός Πύργος!

Πολιτική /

Γράφει η Ελένη Σισμανίδου*

Αρκετό μελάνι χύθηκε και πολλά πληκτρολόγια χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης «πήραν», στην κυριολεξία, «φωτιά» για την πολυσυζητημένη αποφυλάκιση Λιγνάδη, που μονοπώλησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης τις τελευταίες βδομάδες.
Ας θυμηθούμε το χρονικό της υπόθεσης:

Ο Λιγνάδης, μετά από καταγγελίες σε βάρος του για το αδίκημα του κατά συρροή βιασμού, εμφανίστηκε οικεία βουλήσει στη ΓΑΔΑ, θέτοντας τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών, οι οποίες λειτούργησαν με συντονισμό και σε χρονική διάρκεια υποδειγματική, εφαρμόζοντας την προβλεπόμενη, νόμιμη διαδικασία της προανάκρισης, της απολογίας ενώπιον ανακριτή και εισαγγελέα και επιβάλλοντάς του, εν τέλει, τον περιοριστικό όρο της προσωρινής κράτησης, ο οποίος και τηρήθηκε μέχρι την ημέρα της αποφυλάκισής του.

Ας δούμε, λοιπόν, το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο εφαρμόστηκε κατ’ επιταγή της αρχής της νομιμότητας.

Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η υπόθεση οδηγήθηκε στο ακροατήριο και σε τακτή δικάσιμο για την κρίση επί των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και, αφού έλαβε χώρα η επ’ ακροατηρίω διαδικασία σε πρώτο βαθμό, επιβλήθηκε στον Λιγνάδη η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης των 12 ετών για συγκεκριμένα αδικήματα βιασμού. Κατόπιν αυτού, ο καταδικασθείς σε πρώτο βαθμό άσκησε το νόμιμο δικαίωμα του να εφεσιβάλει την πρωτόδικη απόφαση, το ίδιο, όμως, έπραξε και η εισαγγελία, ώστε με την ασκηθείσα έφεση βάλλει κατά του αθωωτικού σκέλους της πρωτόδικης απόφασης και του ύψους της επιβληθείσας ποινής.

Μετά την ασκηθείσα από τον καταδικασθέντα σε πρώτο βαθμό έφεση, η έδρα κλήθηκε να αποφασίσει επί του ανασταλτικού αποτελέσματός της και έκρινε επ’ αυτού εφαρμόζοντας τη σχετική ισχύουσα νομοθετική διάταξη, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν περιθώρια διαφορετικής ερμηνείας πέραν αυτής που ρητώς και με σαφήνεια ορίζει: Στην επιβληθείσα ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης (όπως η περίπτωση του Λιγνάδη), η κρίση για το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης ανήκει στο δικαστήριο που δίκασε, που είναι και το μόνο αρμόδιο να κρίνει σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει ο νόμος.

Η κρίση του δικαστηρίου ήταν να χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα, και συνεπεία αυτού αποφυλακίστηκε ο Λιγνάδης.

Η αποφυλάκιση αυτή πρώτον ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΘΩΩΣΗ ΤΟΥ ΛΙΓΝΑΔΗ, δεύτερον τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης κρίθηκαν και ελήφθησαν υπ’ όψιν στο στάδιο της επιβολής και επιμέτρησης της ποινής, τρίτον, ακόμη και αν δεν χορηγούταν αυτό από το δικαστήριο, υπάρχει πάλι η δυνατότητα να χορηγηθεί, αν γινόταν δεκτή σχετική αίτηση της Εισαγγελίας ή του ίδιου του καταδικασθέντα, όπως ορίζει με σαφήνεια ο Νόμος, και τέταρτον αποτελεί δυνατότητα που αναγνωρίζει ο Νόμος και ένεκα των επιταγών του χορηγήθηκε.

Ως εκ τούτου, οιεσδήποτε αιτιάσεις περί της ορθότητος της απόφασης αυτής, πέραν του γεγονότος ότι στερούνται σοβαρών και πειστικών επιχειρημάτων, αξιολογούνται και τοποθετούνται εκτός εννόμου τάξεως και πραγματικότητας, για τον απλούστατο λόγο ότι η αποφυλάκιση του Λιγνάδη είναι μια δικαστική κρίση στηριγμένη σε αυτά που προβλέπει ο ισχύων Νόμος, όπως επιτάσσουν οι βασικοί πυλώνες του δικαιοδοτικού μας συστήματος, που είναι το κράτος δικαίου, δηλαδή η αρχή της νομιμότητας υπό την εγγύηση της δημοκρατικής αρχής.

Όπως διαφαίνεται καθαρά από το χρονικό της υπόθεσης, η ελληνική Δικαιοσύνη, στην υπόθεση Λιγνάδη λειτούργησε με ταχύτητα και αντικειμενικότητα, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι είναι ένα σοβαρό κράτος δικαίου, δομημένο στην αρχή της δημοκρατίας και με κεντρικό άξονα και κατεύθυνση την αξία του ανθρώπου και εναρμονισμένο με τις αρχές που θέτουν τα διεθνοσυμβατικά κείμενα (Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του ανθρώπου), η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το εθνικό μας Σύνταγμα.

Συνεπώς, ο Λιγνάδης, παρ’ όλο που αποτέλεσε πολιτική επιλογή ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, δεν έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης από την ελληνική Δικαιοσύνη, τουναντίον αυτή λειτούργησε αμέσως, ενεργοποιώντας σε χρόνο υποδειγματικό για τα ελληνικά ποινικά χρονικά, τους μηχανισμούς Δικαιοσύνης, κρίνοντάς τον, μετά από ανάκριση και απολογία ενώπιον ανακριτή και εισαγγελέα, προσωρινώς κρατούμενο και οδηγώντας τον στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού, όπου δικάστηκε και καταδικάστηκε αντικειμενικά και με πιστή εφαρμογή του νόμου, όπως θα γινόταν αν στη θέση του βρισκόταν ο οιοσδήποτε Έλληνας πολίτης. Και αυτό επιβεβαιώνεται, εκτός από τα παραπάνω, και από την άσκηση έφεσης από την Εισαγγελία, το οποίο πρακτικά σημαίνει πως η ποινή του Λιγνάδη θα τεθεί εκ νέου σε κρίση από μηδενική βάση στο Εφετείο, καθώς η αρχή μη χειροτέρευσης δεν δεσμεύει τη κρίση του τελευταίου, όταν η έφεση ασκείται από την Εισαγγελία.

Δεδομένων των προβλέψεων του Νόμου, λοιπόν, οποιαδήποτε άποψη, θέση, γνώμη ή τοποθέτηση που αντιτάσσεται στην εφαρμογή του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου είναι επικίνδυνη για τη Δημοκρατία και για το συντεταγμένο κράτος δικαίου , όπως είναι το ελληνικό κράτος, και ως εκ τούτου αυτό που αρμόζει είναι η περιθωριοποίησή τους, ένεκα του προδήλως αντιδημοκρατικού χαρακτήρα τους, που οδηγούν μοιραία σε μεσαιωνικές αντιλήψεις για την λειτουργία του κράτους και τη Δικαιοσύνη που πρέπει να έχουμε στον 21ο αιώνα και στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης, κατά την οποία το επιτελικό Κράτος, μέρος του οποίου είναι και ο μηχανισμός απονομής δικαιοσύνης, ιδρύθηκε και λειτούργησε υποδειγματικά στις έκτακτες και πρωτόγνωρες συνθήκες της πρόσφατης πανδημίας που όλοι βιώσαμε.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση, γνώμη, κρίση ή άποψη επί του θέματος αυτού, εκτός από αυτήν που υποστηρίζει την εφαρμογή του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας, θυμίζει και παραπέμπει σε ερωτήματα του τύπου: Μπορώ να αγοράσω … τον Λευκό Πύργο και να τον αφήσω και με διαθήκη στα παιδιά μου;

Υ.Γ.: Σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, δεν αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής … ο Λευκός Πύργος.

*Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

Περισσότερα
Δείτε ακόμα

«Φροντίζουν» για… επανάληψη

Φαίνεται, ότι κάποιοι, εκεί κατά Μ.Λειβάδια (ΔΕΘ) μεριά, έχουν αναλάβει «εργολαβικώς» το να φροντίζουν συνεχώς για την πλήρη επαλήθευση της […]